Legislator Case Law & Legislation
1177/2018 AI generated

1177/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1177/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4220/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2016 αίτησή της και τους από 30/3/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1177/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενη, λόγω της μεταξύ τους συναφείας, με τους επίσης παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθέντες από 30-3-2017 προσθέτους λόγους αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
banking documents banking policy order for enforcement bank deposit contract microprudential tasks negotiable instrument
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1177 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1177/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στo ..., διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μονοχάρτζη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Απέργη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4220/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2016 αίτησή της και τους από 30/3/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινομένη από 23-6-2016 αίτηση αναιρέσεως και οι από 30-3-2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (ΚΠολΔ 246, 573 παρ. 1 και 569).- Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, 1193/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις από 17-3-2014 και 16-12-2013 εφέσεις των διαδίκων κατά της, επίσης εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, 4220/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν, η από 22-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-12-2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 17-3-2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη, να καταβάλει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) το ποσό 431.731,28 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωσή του για την αδικοπραξία, που δέχθηκε ότι τέλεσαν σε βάρος του οι προστηθέντες υπάλληλοί της.

Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενη, λόγω της μεταξύ τους συναφείας, με τους επίσης παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθέντες από 30-3-2017 προσθέτους λόγους αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτήν του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή η παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) του δράστη, τα περιστατικά που συγκροτούν την υπαιτιότητά του υπό τη μορφή του δόλου ή της αμελείας, η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση, που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής η ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει στην ένδικη αγωγή του, ότι επί σειρά ετών τόσο αυτός, όσο και άλλα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν συνεργασία με την εναγόμενη τράπεζα, έχοντας σε αυτήν καταθέσεις μεγάλων χρηματικών ποσών και πραγματοποιώντας τραπεζικές συναλλαγές μεγάλης αξίας.

Ότι, λόγω της πολυετούς συνεργασίας του με την εναγομένη, έχει συχνή προσωπική επαφή με τα στελέχη του Ομίλου της και ιδίως με την υπάλληλο Α. Μ., η οποία είναι και αυτή που τον ενημερώνει για την κίνηση των λογαριασμών του και τις αποδόσεις των κεφαλαίων του, ως υπεύθυνη τηρήσεως του χαρτοφυλακίου του. Ότι όλες οι εντολές, που χορηγούσε στην εναγομένη για τη διακίνηση ή επένδυση των χρημάτων του, περιβάλλονταν πάντα τον έγγραφο τύπο.

Ότι τα χρήματά του είναι κατατεθειμένα ή επενδυμένα σε λογαριασμούς που τηρεί στην εναγομένη και ήδη από τον Μάιο του έτους 2007, κατόπιν υποδείξεως των στελεχών της που διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιό του, και στην "....". Ότι, αμέσως μετά το καλοκαίρι του έτους 2008, στις σχετικές ενημερώσεις που είχε από την ..., διαπίστωσε απότομη απομείωση των κεφαλαίων του, η οποία πλησίαζε τα 500.000 Ευρώ.

Ότι η ως άνω απομείωση οφείλονταν, όπως στη συνέχεια διαπίστωσε, στην αγορά από τους εκπροσώπους της εναγομένης το Σεπτέμβριο του 2004 ενός ομολόγου, ισχύοντος στο διηνεκές (perpetual), εκδόσεως της Ισλανδικής Τράπεζας "..." αντί του ποσού των 500.000 Ευρώ για λογαριασμό του, το οποίο (ομόλογο) απαξιώθηκε ολοσχερώς, λόγω κηρύξεως της εν λόγω Τράπεζας σε κατάσταση πτωχεύσεως.

Ότι ουδέποτε έδωσε εντολή αγοράς του ως άνω ομολόγου, είτε τηλεφωνικώς είτε μέσω fax, είτε εγγράφως. Ότι ουδέποτε υπέγραψε σχετικό έντυπο της εναγομένης Τράπεζας, στο οποίο να δίδει εντολή σε αυτήν για αγορά του ως άνω ομολόγου. Ότι, κατόπιν οχλήσεών του, η εναγομένη του απέστειλε ένα από τα αντίτυπα που υπέγραφε για τις εντολές που έδινε στην εναγομένη.

Ότι το αντίτυπο αυτό ήταν συμπληρωμένο, έφερε ημερομηνία 9-9-2004 και σε αυτό αναφερόταν η αγορά του επίμαχου ομολόγου με την καταβολή του ποσού των 500.000 Ευρώ από κοινό λογαριασμό του (ενάγοντος) με τη σύζυγο και τα τέκνα του, που διατηρεί στην εναγομένη τράπεζα. Ότι το ως άνω έντυπο, στη θέση που συνήθως αυτός (ενάγων) υπέγραφε, έφερε απομίμηση της υπογραφής του, που είχε τεθεί από άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο, το οποίο πλαστογράφησε έτσι την υπογραφή του.

Ότι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας αυτής πράξεως των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, ήταν να υποστεί περιουσιακή ζημία ύψους τουλάχιστον 500.000 Ευρώ, λόγω της ακολουθησάσης πτωχεύσεως της ισλανδικής τράπεζας και της πλήρους απαξίωσης του, αυθαιρέτως αγορασθέντος, ως άνω ομολόγου. Ότι η παράνομη και υπαίτια πράξη των εκπροσώπων της εναγομένης τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την ζημία του και προκάλεσε σε αυτόν ηθική βλάβη ύψους 100.000 Ευρώ, από το οποίο αφαιρεί το ποσό των 44 Ευρώ, το οποίο επιφυλάσσεται να ζητήσει από τα αρμόδια ποινικά Δικαστήρια, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παριστάμενος προς τούτο ως πολιτικώς ενάγων κατά τη σχετική ποινική διαδικασία, απομένοντος του ποσού των (100.000 Ευρώ-44 Ευρώ= 99.956 Ευρώ).

Ότι, επικουρικώς, οι εκπρόσωποι της εναγομένης παραβίασαν τον θεμελιωδέστερο όρο της μεταξύ τους πολυετούς συνεργασίας, των μεταξύ τους προφορικών συμφωνιών, αλλά και της από 4-11-2002 έγγραφης συμφωνίας τους, ήτοι της υποχρέωσής τους να διαχειρίζονται τα χρήματά του, μόνο βάσει συγκεκριμένης και ρητά εκπεφρασμένης εντολής του, με την οποία θα εξέφραζε τη βούλησή του να επενδύσουν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό με συγκεκριμένο τρόπο, παραβιάζοντας παράλληλα τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και ενεργώντας έτσι καταχρηστικά.

Ότι με βάση την εν λόγω επικουρική βάση, η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 500.000 Ευρώ νομιμοτόκως από τις 10.9.2004 ήτοι την επομένη της παράβασης εκ μέρους της, της συμβατικής υποχρέωσής της περί διαχείρισης των χρημάτων του και της επένδυσης των κεφαλαίων του, μόνο κατόπιν δικής του ρητής εντολής. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ο ενάγων, μετά την μετατροπή όλων των καταψηφιστικών αγωγικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, ζήτησε, κυρίως, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 500.000 Ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και επίσης το ποσό των 99.956 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, εξαιτίας της τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας και επικουρικώς, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 500.000 Ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης του ΑΚ, νομιμοτόκως από τις 10-9-2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της, η ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση της από την αδικοπραξία, διαλαμβάνει με επάρκεια όλα τα αναγκαία στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαιτούνται, για την θεμελίωσή της στα άρθρα 200, 288, 297, 298, 299, 330, 346, 914, 919, 922, 932 του ΑΚ. Δεν απαιτείται δε για τη νομική και ποσοτική επάρκεια του περιεχομένου της, επιπλέον η επίκληση:

της αιτιώδους συναφείας της πτωχεύσεως της ισλανδικής τράπεζας και της πτώσεως της αξίας του επιμάχου ομολόγου, του ποσού, το οποίο θα αποκέρδαινε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος αν η τράπεζα αυτή δεν είχε πτωχεύσει, των άλλων μορφών επενδύσεων, στις οποίες τυχόν θα προέβαινε ο τελευταίος εάν δεν είχε δαπανηθεί το εν λόγω χρηματικό ποσό για την αγορά του ομολόγου αυτού, του χρονικού σημείου, κατά το οποίο θα είχε προβεί σε άλλες επενδυτικές τοποθετήσεις, των όρων των επενδύσεων αυτών, του χρονικού σημείου ρευστοποιήσεως τους και του χρόνου διαπιστώσεως, ότι είχαν τυχόν κέρδος, του εάν ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) είχε από τον μήνα Σεπτέμβριο 2004 και μετά εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από τα τοκομερίδια του εν λόγω ομολόγου, του τρόπου και του χρόνου, που επήλθε η μεταβολή στην περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, του ύψους της απώλειας της περιουσίας του κατά τον χρόνο της μεταβολής αυτής, των ενεργειών και παραλείψεων, στην τελευταία περίπτωση, της ιδίας (αναιρεσείουσας) στις οποίες η απώλεια αυτή θα οφειλόταν, του τρόπου, με τον οποίον οι επικαλούμενες και εκτιθέμενες στην αγωγή, ενέργειες και παραλείψεις των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσείουσας, επέφεραν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, του χρόνου, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων, εάν είχε ενημερωθεί εγκαίρως για τους κινδύνους του ομολόγου αυτού, και του τρόπου, που θα αξιοποιούσε την σχετική ενημέρωση.

Επομένως, το Εφετείο με την παραδοχή, ότι η, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την κυρία βάση της, ήταν επαρκώς ορισμένη και απορρίπτοντας τον πρωτοδίκως προβληθέντα και με τον σχετικό πρώτο λόγο εφέσεως επαναφερθέντα ενώπιόν του (Εφετείου) ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής ένεκα μη αναφοράς των ανωτέρω επιπλέον στοιχείων που επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο της αιτήσεως (σελ. 61-64) είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την αποδοχή του ορισμένου της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί ελλείπει η, αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του, προϋπόθεση της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη, είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Εξ άλλου, από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ τράπεζας και πελάτη, προκύπτουν τόσο γενικής φύσεως υποχρεώσεις, όσο και ειδικής, οι οποίες έχουν τη βάση τους σε συγκεκριμένη σχέση. Τούτο συμβαίνει κυρίως για τους εξής λόγους: α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσεώς της αυτής, μπορεί να προκύψει υποχρέωση της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παράσχει συμβουλές, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτη της, γ) οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό και άρα ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, δεδομένου ότι η τράπεζα γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του πελάτη της, δ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία.

Η θέση αυτή των τραπεζών τους επιβάλλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας με τους πελάτες τους και ε) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η θέση της τράπεζας είναι κατά πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρεώσεως προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Και τούτο γιατί μεταξύ τράπεζας και πελάτη δημιουργείται όχι μόνον μία εξειδικευμένη σχέση εμπιστοσύνης, αλλά, εν μέρει και εξάρτησης του πελάτη, καθ' όσον, όπως προαναφέρθηκε, η τράπεζα έχει ειδικές γνώσεις των συνθηκών της αγοράς, καθώς και ευρύτατο φάσμα πληροφοριών. Από τη γενική αυτή υποχρέωση απορρέει αφενός η ειδικότερη υποχρέωση της τράπεζας να μην επιδιώκει μονομερώς την πρόταξη των ατομικών της συμφερόντων, καθώς και ότι η υπό ευρεία έννοια παροχή της πρέπει να τελεί σε σχέση αναλογίας με την αιτούμενη από τον πελάτη της αντιπαροχή και αφετέρου (απορρέει) η ειδικότερη υποχρέωση ενημερώσεως και παροχής συμβουλών, ανάλογα και με τις συγκεκριμένες συνθήκες και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη της.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο όλων εν γένει των τραπεζικών συμβάσεων, γεννώνται πέραν των υποχρεώσεων των μερών για κύρια παροχή και επιπρόσθετες παρεπόμενες υποχρεώσεις, τις οποίες υπαγορεύει και προσδιορίζει κατά περιεχόμενο η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, διευρύνοντας το περιεχόμενο της ενοχής.

Επομένως και αυτές οι υποχρεώσεις, παρότι προβλέπονται στο νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύουν να θεωρούνται (και να είναι) συμβατικές, με συνέπεια η παράβαση τους να συνιστά πλημμελή εκπλήρωση της παροχής. Η παραπάνω αρχή, λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις όπου η συνδρομή ειδικών συνθηκών επιβάλλει παρέκκλιση από την αρχική ρύθμιση της ενοχικής σχέσης (ΟλΑΠ 927/1982).

Εξάλλου λόγω της προαναφερόμενης σχέσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, που χαρακτηρίζει κάθε τραπεζική σύμβαση και έχει ως γενικό περιεχόμενο την πίστη κυρίως του πελάτη της τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και την προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, αλλά και της ίδιας της τράπεζας, ότι ο πελάτης της συμπεριφέρεται απέναντι της με ειλικρίνεια και διάθεση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει, η εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης (288 ΑΚ) προσλαμβάνει ιδιαίτερα ευρύ περιεχόμενο και ένταση στα πλαίσια των τραπεζικών συναλλαγών.

Οι αρχές αυτές επιβάλλουν τόσο στα διαπραγματευόμενα, όσο και στα συμβαλλόμενα μέρη την τήρηση συμπεριφοράς ανταποκρινόμενης στην ιδιαιτερότητα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των μερών. Κατά το στάδιο της συμβατικής δεσμεύσεως, η σχέση εμπιστοσύνης επιβάλλει στην τράπεζα τις γενικές υποχρεώσεις αφενός της τηρήσεως εξαιρετικής επιμέλειας ως προς την εξυπηρέτηση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη της και αφετέρου, σε περιπτώσεις συγκρούσεως συμφερόντων, της προτάξεως του συμφέροντος αποκλειστικά του πελάτη της.

Ο τελευταίος, οφείλει, επίσης από την πλευρά του, να επιδεικνύει ιδιαίτερα ειλικρινή συμπεριφορά και επιμέλεια. Η παράβαση αυτών των υποχρεώσεων, που θεωρούνται επίσης συμβατικές, συνεπάγεται, βεβαίως, ενδοσυμβατική ευθύνη του παραβάτη. Ειδικότερη παράβαση των αρχών της καλής πίστης μπορεί να αποτελέσει και η εκμετάλλευση της υπερέχουσας θέσης της τράπεζας έναντι του πελάτη της και μάλιστα με την χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενων στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών.

Εξ άλλου, το παράνομο, ως στοιχείο της αδικοπρακτικής ευθύνης, συντρέχει, όπως προαναφέρεται και όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών, με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως "το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον".

Την υποχρέωση, να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ). Την επιβάλλει ακόμα το πνεύμα της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της ελληνικής νομοθεσίας, που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς.

Το κυριότερο δε κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται εάν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβαση της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη. Ακόμη, όταν η πράξη ή η , που συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, είναι συγχρόνως και καθ` εαυτή παράνομη, δηλαδή θα ήταν παράνομη και εάν είχε διαπραχθεί χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, γίνεται δεκτή συρροή των δύο λόγων ευθύνης, δηλαδή της ενδοσυμβατικής και της αδικοπρακτικής, (ΑΠ 1123/2006, ΑΠ 1120/2005).

Τότε μόνο οφείλεται αποζημίωση, αν το γεγονός γενικότερα που δημιουργεί την ευθύνη, υπήρξε πράγματι η αιτία της ζημίας. Η σχέση αυτή αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ γεγονότος, ικανού κατ` αρχήν να ιδρύσει ευθύνη και της ζημίας, είναι η αιτιώδης συνάφεια ή αιτιώδης σύνδεσμος, που υπάρχει, όταν η συμπεριφορά του δράστη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν αντικειμενικά, ικανή να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1382/2009).

Το εάν το καταλογιζόμενο στον παρ` ου ζητείται η αποζημίωση γεγονός ήταν ικανό κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την επελθούσα ζημία, θα κριθεί με τα κριτήρια και την ικανότητα πρόβλεψης του επιμελούς εν γένει συναλλασσομένου του οικείου κύκλου δραστηριότητας, επί τη βάσει των δεδομένων της πείρας και των περιστατικών, τα οποία ήταν κατά το χρόνο, στον οποίο έγινε η πράξη, δηλαδή και πριν επέλθει το αποτέλεσμα, γνωστά σ` αυτόν.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διατάξεως του άρθρου 914 AK, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91). Στην περίπτωση, που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.

Η γένεση, εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς, που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας, που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.

Ενώ, αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006).

Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων Α.

Ζ. με καταγωγή από τη Χίο, έζησε και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στο εμπόριο (παραγωγή - εξαγωγές) κρέατος επί πολλά έτη στην Αργεντινή, όπου αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα της εκεί Ελληνικής ομογένειας, με έντονη επιχειρηματική και κοινωνική δράση, αφού ίδρυσε και λειτούργησε στη χώρα εργοστάσια επεξεργασίας κρέατος, διετέλεσε σύμβουλος κυβερνήσεων και υπουργών της Αργεντινής στον τομέα της προώθησης προϊόντων στο εξωτερικό, σύμβουλος της αντίστοιχης Ελληνικής κοινότητας, .......

Χάρη στην πολύχρονη επιχειρηματική του δραστηριότητα, ο ενάγων απέκτησε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, συμπεριλαμβανόταν δε από μακρού χρόνου, τόσο ο ίδιος, όσο και μέλη της οικογένειάς του, στους μεγάλους καταθέτες της εναγόμενης, διατηρώντας σ' αυτή λογαριασμούς καταθέσεων μεγάλων χρηματικών ποσών (ύφους αρκετών εκατομμυρίων ευρώ), ενώ παράλληλα προέβαινε και σε διάφορες μορφές επενδύσεων (προθεσμιακές καταθέσεις, αμοιβαία κεφάλαια κ.λ.π).

Ο ενάγων και τα μέλη της οικογένειάς του, υπέγραψαν στο πλαίσιο των συναλλακτικών τους σχέσεων με την εναγόμενη τράπεζα το από 4-11-2002 έντυπο Γενικών Όρων Συναλλαγών, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι: οι αναγγελίες συναλλαγών και οι πάσης φύσεως επιστολές της τράπεζας θεωρούνται έγκυρες εφόσον στέλνονται με το ταχυδρομείο στην τελευταία διεύθυνση, που έχει δηλωθεί από τον πελάτη στην τράπεζα.

Η τράπεζα μπορεί σαν απόδειξη της αποστολής αυτών των γνωστοποιήσεων, να επικαλείται το αντίγραφο του σχετικού εγγράφου, που τηρεί στα αρχεία της (όρος 5γ). Τυχόν αντιρρήσεις του πελάτη σχετικές με αποσπάσματα λογαριασμών και λογαριασμών κίνησης χρεογράφων, που έχουν σταλεί σ' αυτόν από την τράπεζα, πρέπει να υποβάλλονται στην τράπεζα γραπτώς, μέσα σε 10 ημέρες από την αποστολή των παραπάνω εγγράφων.

Αντιρρήσεις σχετικές με επιβεβαιώσεις (confirmations) συναλλαγών ή με ειδοποιήσεις, πρέπει να υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση. Η παράλειψη έγκαιρης υποβολής αντιρρήσεων θα ερμηνεύεται ως αποδοχή (όρος 5δ). Η τράπεζα δεν αναλαμβάνει την εκτέλεση τηλεφωνικών εντολών ή εντολών που διαβιβάζει ο πελάτης με τηλεομοιοτυπικά (telefax) ή ηλεκτρονικά μέσα, εκτός αν ο δεύτερος έχει προηγουμένως δώσει ρητή γραπτή εντολή προς την τράπεζα να αποδέχεται και να εκτελεί σχετικές εντολές του με ευθύνη και κίνδυνο του ιδίου (όρος5ε)...

Στον όρο 9 του άνω εγγράφου υπό τον τίτλο "..." ορίζεται εξ άλλου ότι: Η τράπεζα με τις διατάξεις του νόμου 2396/1996 εξουσιοδοτείται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες. Η παροχή αυτών των υπηρεσιών υπόκειται στους κανόνες της Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Β, 340/24.4.1997.

Οι υπηρεσίες που μπορεί να παρέχει η τράπεζα είναι οι ακόλουθες: 1.Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία. Οποιαδήποτε από τις παρακάτω υπηρεσίες: α (I) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών, εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. Κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ.

Τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. Τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures) συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. Προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.

Δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων. (II) Εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β.

Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων, που αναφέρονται υπό α (I). γ. Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια της εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους τίτλους, που αναφέρονται υπό α (I). Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων, που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (I) ή και διάθεσή τους... 2.

Παρεπόμενη Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες, που παρέχονται προς επενδυτές: α...... β...... γ.........δ.........ε ........στ. Παροχή συμβουλών με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στην παρ.1 α (I). ζ. Υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος, εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.......

Ακόμη, στον όρο 9.9 του άνω εντύπου οριζόταν ότι: Προς συμμόρφωση με τους σχετικούς κανόνες δεοντολογίας και αποφυγής παρεξηγήσεων, η τράπεζα μπορεί να προβαίνει και να τηρεί σύστημα μαγνητοφώνησης τηλεφωνικών συνομιλιών. Οι μαγνητοφωνήσεις της τράπεζας θα συνιστούν και θα παραμένουν στην αποκλειστική κυριότητα της τράπεζας και θα γίνονται αποδεκτές από τον πελάτη, ως αποκλειστικό μέσο απόδειξης των εντολών, οδηγιών ή συνομιλιών που έχουν μαγνητοφωνηθεί.

Η τράπεζα μπορεί να παραδίδει αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών των μαγνητοφωνήσεων σε οποιοδήποτε δικαστήριο, διαιτητή ή κανονιστική αρχή...... Επίσης, κατά την αυτή ως άνω ημερομηνία ο ενάγων και τα μέλη της οικογένειάς του υπέγραψαν έγγραφη (έντυπη, με προδιατυπωμένους όρους) εξουσιοδότηση προς την εναγόμενη υπό τον τίτλο: "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΝΤΟΛΩΝ ΜΕΣΩ ΦΑΞ/ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ", στην οποία αναφερόταν ότι: "Με την παρούσα σας ζητάμε και σας εξουσιοδοτούμε να δέχεσθε και να εκτελείτε τις εντολές ή οδηγίες που θα σας δίνουμε μέσω* φαξ / τηλεφώνου, για τη λειτουργία του λογαριασμού που τηρούμε στην τράπεζά σας.

Βεβαιώνουμε και αποδεχόμαστε ότι: 1. Θα θεωρούμε σαν γνήσιες και έγκυρες όλες τις εντολές που θα εκτελείτε με βάση αυτή την εξουσιοδότηση, έστω κι αν αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι δεν προερχόταν από εμάς. 2. Θα σας καλύπτουμε συνεχώς, πλήρως και αποτελεσματικά, έστω κι αν ο λογαριασμός μας γίνει χρεωστικός, για κάθε απώλεια, κόστος, ζημία, απαίτηση, και εν γένει έξοδα, που είτε εσείς είτε εμείς μπορεί να υποστούμε από τις ενέργειές σας ή από την αδυναμία να ενεργήσετε σύμφωνα με κάποια από τις ανωτέρω εντολές μας. 3.

Θα αναγνωρίζουμε και θα αποδεχόμαστε όλες τις συναλλαγές που θα εκτελείτε βάσει των ανωτέρω και αναλαμβάνουμε όλους τους κινδύνους που συνεπάγονται από την παρούσα διαδικασία και ειδικότερα από την πιθανή λανθασμένη μετάδοση ή παρανόηση των μηνυμάτων ή τη μη αναγνώριση της πραγματικής μας ταυτότητας. 4.

Θα έχετε το δικαίωμα, αλλά δεν θα υποχρεούσθε, να ακολουθείτε τις εντολές που σας διαβιβάσαμε μέσω φαξ ή τηλεφώνου, σύμφωνα με την παρούσα εξουσιοδότηση και θα μας ενημερώνετε* γραπτά / προφορικά για το αν τις έχετε εκτελέσει ή αρνείσθε να τις εκτελέσετε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα ευθύνεστε για την αδυναμία να μας παράσχετε τέτοια* γραπτή / προφορική ενημέρωση.

Η παρούσα εξουσιοδότηση και ανάληψη υποχρέωσης θα διέπεται από τους Ελληνικούς νόμους και θα παραμένει σε ισχύ μέχρι να την ανακαλέσουμε γραπτά". Σημειώνεται ότι στο κάτω αριστερό μέρος του εντύπου μετά την ημερομηνία και τις υπογραφές των πελατών υπήρχε η επισήμανση ( * ) που περιλαμβάνεται στο προπαρατεθέν κείμενο με την ένδειξη "Παρακαλούμε διαγράψτε ανάλογα".

Από την υποσημείωση αυτή σαφώς συνάγεται ότι στα τρία, ως ανωτέρω εκτέθηκε, σημεία του κειμένου, όπου περιλαμβανόταν ο αστερίσκος*, ο πελάτης έπρεπε να επιλέξει εάν οι εντολές του θα δίδονταν μέσω φαξ ή τηλεφώνου και εάν η ενημέρωσή του από την τράπεζα θα λάμβανε χώρα γραπτά ή προφορικά, διαγράφοντας αντιστοίχως τη μη προτιμητέα επιλογή, ενέργεια,, ωστόσο, στην οποία δεν προέβη ο ενάγων, (κατά την υπογραφή της επίμαχης εξουσιοδότησης), γεγονός που καθιστά πρόδηλη τη συμφωνία των μερών, να ισχύσουν αμφότεροι οι ως άνω τρόποι χορήγησης εντολών από τον ενάγοντα και ενημέρωσης της τράπεζας για την εκτέλεσή τους, αποβλέποντας στην προστασία αμφοτέρων, ενόψει του ότι ο ενάγων εμπιστεύθηκε στην εναγόμενη τα ιδιαίτερα μεγάλου ύψους κεφάλαιά του.

Αντίστοιχη εξουσιοδότηση προς την εναγόμενη άλλωστε (με επιλογή του μέσου διαβίβασης των εντολών στη διακριτική ευχέρεια του ενάγοντος, δηλαδή μέσω φαξ ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου επικοινωνίας ή τηλεφωνικά), αποδείχθηκε ότι υπέγραψε ο τελευταίος και για πράξεις σε αμοιβαία κεφάλαια. Λόγω των μεγάλων καταθέσεων, που διατηρούσε στην εναγόμενη, ο ενάγων είχε χαρακτηρισθεί "premium" πελάτης ( απολάμβανε ειδικών προνομίων εξυπηρέτησης), την προσωπική ενημέρωσή του σε τακτά χρονικά διαστήματα είχε αναλάβει η υπάλληλος της εν λόγω τράπεζας Α.

Μ., λάμβανε δε αυτή χώρα στο κατάστημα της εναγόμενης στην οδό ... στην … κατόπιν προσυνεννόησης. Η Μ. ως υπεύθυνη τήρησης του χαρτοφυλακίου του, ενημέρωνε τον ενάγοντα προφορικά για την κίνηση των λογαριασμών του, τις αποδόσεις των κεφαλαίων του στις επενδύσεις που είχε επιλέξει και εν συνεχεία του χορηγούσε και συγκεντρωτική κάθε φορά (έντυπη) κατάσταση με απεικόνιση του συνολικού υπολοίπου κάθε λογαριασμού σε ευρώ ή σε δολλάρια ΗΠΑ, αλλά και του συνολικού ύψους των καταθέσεών του (σε όλους τους λογαριασμούς).

Από το σύνολο των κεφαλαίων του (ύψους περίπου 12.000.000 ευρώ), το μεγαλύτερο ποσοστό (80%) ήταν επενδεδυμένο σε προθεσμιακές καταθέσεις, repos, και το υπόλοιπο κυρίως σε αμοιβαία κεφάλαια (ενδεικτικά αναφέρονται Α/Κ διαθεσίμων εσωτερικού, Α/Κ αναπτυξιακό μετοχών εσωτερικού, Α/Κ ΤΟΡ-20 εσωτερικού). Η επικοινωνία του ενάγοντος με την υπεύθυνη του χαρτοφυλακίου του ήταν συχνή.

Κατά τα χρονικά διαστήματα, που βρισκόταν στην Ελλάδα, μετέβαινε στο ως άνω υποκατάστημα της εναγόμενης (πλησιέστερο στην επί της οδού ... κατοικία του) τουλάχιστον δις εβδομαδιαίως, ενώ, όταν βρισκόταν εκτός Αθηνών (στη γενέτειρά του νήσο Χίο) ή εκτός χώρας για τις ανάγκες των επιχειρήσεών του, οι σχετικές εντολές για τη διακίνηση ή την επένδυση των κεφαλαίων του δίδονταν στην Αικ.

Μ. εκ μέρους του τηλεφωνικώς, πάντοτε, όμως, επακολουθούσε έγγραφη επιβεβαίωσή τους, με τη συμπλήρωση σχετικών εντύπων της τράπεζας, που έφεραν τον τίτλο "WRITTEN/VERBAL INSTRUCTIONS CUSTOMER'S FILE ANNOTATION FORM", (ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΓΓΡΑΦΩΝ/ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΠΕΛΑΤΗ). Τα έντυπα αυτά περιελάμβαναν τις ακόλουθες (προδιατυπωμένες στην αγγλική γλώσσα), ενδείξεις:

ACCOUNT NUMBER (ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ προς χρέωση)/ ACCOUNT NAME (ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ), INSTRUCTIONS GIVEN (Ο ΧΟΡΗΓΩΝ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ), INSTRUCTIONS DETAILS (ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΝΤΟΛΗΣ), INSTRUCTIONS RECEIVED BY (ΑΠΟΔΕΚΤΗΣ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ) που συμπληρωνόταν κάθε φορά με την αναγραφή, αντιστοίχως, του χρησιμοποιούμενου για την υλοποίηση της κίνησης ή της επένδυσης κατά την επιθυμία του ενάγοντος λογαριασμού, το όνομά του στη θέση του δικαιούχου και του εντολέως (καθόσον παρά την ύπαρξη ως συνδικαιούχων των λοιπών μελών της οικογένειάς του, ο ίδιος προσωπικώς είχε την επιμέλεια και την πρωτοβουλία των καταθετικών και επενδυτικών κινήσεων), σύντομη περιγραφή της σχετικής εντολής τοποθέτησης- επένδυσης ή μεταφοράς κεφαλαίων με προσδιορισμό του είδους, του ποσού και του νομίσματος κατά περίπτωση.

Το έντυπο αυτό υπογραφόταν πάντοτε από την υπεύθυνη του χαρτοφυλακίου του Α. Μ. ως αποδέκτη της εντολής, αλλά και από τον ίδιο τον ενάγοντα, είτε άμεσα εφόσον είχε δώσει τη σχετική εντολή κατά τη διάρκεια των τακτικών επισκέψεών του στο υποκατάστημά της, είτε (επί απουσίας του), του αποστελλόταν τούτο μέσω τηλεομοιοτυπίας, το υπέγραφε και το επέστρεφε με τον ίδιο τρόπο στο αρμόδιο τμήμα της εναγόμενης.

Το Σεπτέμβριο του έτους 2004 αγοράσθηκε στο όνομα του ενάγοντος ένα (διηνεκές) ομόλογο (perpetual bond) εκδόσεως της ισλανδικής τράπεζας "...", αντί του ποσού των 500.000 ευρώ. Ανάδοχος του ομολόγου, συνολικού ύφους 3.000.000 ευρώ, το οποίο αγοράσθηκε από 24 εν συνόλω πελάτες, υπήρξε η εδρεύουσα στη Μ. Βρετανία "...". Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε χορηγήσει στην εναγόμενη αντίστοιχη εντολή αγοράς του συγκεκριμένου ομολόγου.

Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων πληροφορήθηκε τη συγκεκριμένη επ' ονόματί του αγορά, μετά το καλοκαίρι του έτους 2008, όταν, διαπιστώνοντας απομείωση των κεφαλαίων του, που προσέγγιζε το προαναφερόμενο ποσό, από τις σχετικές ενημερώσεις της θυγατρικής της εναγόμενης ... , στην οποίαν είχε μεταφέρει από 20-5-2008 (με σχετική έγγραφη εντολή) μεγάλο τμήμα των κεφαλαίων του, κατά προτροπή της Α.

Μ., προσέφυγε για την παροχή εξηγήσεων στον υπάλληλο της παραπάνω Α.Ε.Δ.Α.Κ, Π., που ήταν πλέον υπεύθυνος για το χαρτοφυλάκιό του. Από τον τελευταίο πληροφορήθηκε το πρώτον, ότι η μείωση των κεφαλαίων του οφειλόταν στο γεγονός, ότι το συγκεκριμένο ως άνω ομόλογο, που φερόταν να έχει αγορασθεί κατόπιν δικής του εντολής το έτος 2004, απαξιώθηκε πλήρως με την επελθούσα στο μεταξύ κατάρρευση της οικονομίας της Ισλανδίας αλλά και της εκδότριας αυτού τράπεζας.

Έκπληκτος από τις εξηγήσεις, που του δόθηκαν και αφού οι προφορικές του οχλήσεις δεν απέδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις από μέρους της εναγόμενης, προχώρησε στην κοινοποίηση σειράς επιστολών προς την τελευταία (27-11-2008) ζητώντας να του χορηγηθεί αντίγραφο του εντύπου που είχε συνταχθεί (κατά την προπαρατεθείσα διαδικασία ) για τη συγκεκριμένη εντολή.

Η εναγόμενη δια του στελέχους της Κ. Τ. απήντησε με την από 2-12-2008 επιστολή της, αποστέλλοντάς του παραλλήλως και αντίγραφο της από 4-11-2002 προαναφερθείσας έγγραφης εξουσιοδότησής του προς αυτήν για την εκτέλεση εντολών μέσω φαξ/τηλεφώνου. Επίσης του απέστειλε το έντυπο, που ο ίδιος πάντοτε υπέγραφε προς επιβεβαίωση των μεταξύ τους συναλλαγών ("Written/Verbal Instructions Customer's File Annotation Form"), όπως αναλυτικά παραπάνω κατά μορφή και περιεχόμενο περιγράφηκε).

Τούτο, όμως, πρωτίστως δεν έφερε τη δική του υπογραφή, που ο ενάγων έθετε πάντοτε στο αριστερό κάτω μέρος του, (όπως προκύπτει άλλωστε και από τα ενδεικτικώς εκ μέρους του προσκομιζόμενα αντίστοιχα τρία έντυπα κατ' αντιπαραβολή προς το επίμαχο ως άνω έντυπο που του απέστειλε η τράπεζα). Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι στη θέση, που υπέγραφε ο ενάγων, υπέγραφε στο συγκεκριμένο έγγραφο η υπάλληλος της εναγόμενης Μ.

Κ.. Τούτο, δε, κατά παραδοχή τόσο της τελευταίας, εξεταζόμενης πρωτοδίκως ως μάρτυρος, αλλά και της ίδιας της εναγόμενης, η οποία ισχυρίζεται στις προτάσεις της, ότι πρόκειται απλώς για εσωτερικό της έγγραφο, που επιβεβαιώνει τις προφορικώς δοθείσες εντολές, (για το λόγο αυτό εξ άλλου δεν ενέμεινε στον σχετικό περί πλαστογραφίας ισχυρισμό του ο ενάγων).

Επιπροσθέτως, στο παραπάνω έγγραφο αναγραφόταν όλη η οικογένειά του ενάγοντος, τόσο στη θέση του δικαιούχου του αντίστοιχου λογαριασμού (γεγονός, βέβαια, που ανταποκρίνεται στην αλήθεια), όσο και στη θέση του εντολέως, παρότι ουδέποτε ως προελέχθη ανεμίχθησαν η σύζυγος και τα τέκνα του στη διαχείριση των κεφαλαίων, καθόσον τούτο αποτελούσε τομέα αποκλειστικώς του ενάγοντος.

Ακόμη, στη θέση της εντολής αναγραφόταν (πέραν των "οδηγιών" για την αγορά του άνω ομολόγου) η φράση στην αγγλική γλώσσα "see attached fax instructions" (βλέπετε συνημμένες μέσω τηλεομοιοτυπίας εντολές). Ο ενάγων διετύπωσε τις ως άνω ενστάσεις και διαμαρτυρίες του με την από 9-12-2008 νέα επιστολή του ζητώντας αντίγραφο πλέον και του φερομένου ως συνημμένου εγγράφου, χωρίς ωστόσο να λάβει απάντηση από την εναγόμενη, οπότε επανήλθε με την από 17-12-2008 επιστολή του, καλώντας την, μεταξύ άλλων, να απευθυνθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο του I.

Αψιούρη. Η εναγόμενη απάντησε τελικώς με την από 27-1-2009 επιστολή της ότι η σχετική εντολή αγοράς του συγκεκριμένου ομολόγου δόθηκε προφορικώς από τον ίδιο τον ενάγοντα στις 9-9-2004 (εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αριθμός 9 που αντιστοιχεί στην ημέρα είναι διορθωμένος χειρόγραφα από εκείνον του αριθμού 8).

Όσον αφορά το αίτημά του για το συνημμένο έγγραφο δήλωσε ότι "δεν έχει ακόμη εντοπιστεί, διότι κατά πάσα πιθανότητα συνοδεύει τις λογιστικές εγγραφές της ημερομηνίας καταχώρησης της επένδυσής σας", ενώ, όσον αφορά το αίτημά του να λάβει γνώση της σχετικής μαγνητοφώνησης της αποδιδόμενης σ' αυτόν προφορικής εντολής αγοράς του επίμαχου ομολόγου, του απήντησε ότι "δεν προβαίνει σε καταγραφή των τηλεφωνημάτων, παρά μόνον στην υπηρεσία Phone Banking".

Παράλληλα τον προέτρεψε να συμμετάσχει (ως πιστωτής) στην πτωχευτική διαδικασία της εκδότριας του ομολόγου ισλανδικής τράπεζας ενώπιον του Πρωτοδικείου του Ρέϋκιαβικ, διεκδικώντας τα "δικαιώματά του από αυτό". Ο ενάγων με την από 4-3-2009 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία του προς την εναγόμενη, αλλά και την από 6-3-2009 όμοια προς την αντίστοιχη ΑΕΔΑΚ δήλωσε μεταξύ άλλων εκ νέου ότι ουδέποτε χορήγησε τηλεφωνική ή άλλης μορφής εντολή αγοράς του συγκεκριμένου ομολόγου, διαμαρτυρήθηκε, διότι οι προστηθέντες της τράπεζας υπάλληλοί της διέψευσαν τη σχέση εμπιστοσύνης που πίστευε ότι είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους από την εικοσαετή σχεδόν συνεργασία τους, ενέμεινε στην παράδοση σ' αυτόν του άνω φερομένου ως συνημμένου μέσω φαξ εγγράφου εντολής, καλώντας τις ανωτέρω, εντός 10 ημερών από της κοινοποιήσεως, να προβούν στην αγορά του επίμαχου ομολόγου, καταβάλλοντάς του το ποσό που δόθηκε για την αγορά του από τα κεφάλαιά του, δηλώνοντας ότι επί παρελεύσεως απράκτου της σχετικής προθεσμίας, θα προσέφευγε στη δικαιοσύνη.

Η μεν ΑΕΔΑΚ δήλωσε με την από 3-4-2009 επιστολή της ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στην αγορά του ομολόγου, καθόσον η συνεργασία της με τον ενάγοντα ξεκίνησε πολύ μεταγενέστερα, η δε εναγόμενη με την από 2-4-2009 επιστολή ενέμεινε στις δικές της απόψεις. Μετά ταύτα ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα.

Η εναγόμενη στα πλαίσια της άρνησης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της παρούσας αγωγής (της αδικοπραξίας), ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ομόλογο αγοράσθηκε με προφορική τηλεφωνική εντολή του ενάγοντος στις 9-9-2004, ότι η τηλεφωνική εντολή αποτελούσε νόμιμο τρόπο χορήγησης εντολών βάσει της από 4-11-2002 έγγραφης εξουσιοδότησης του ενάγοντος προς αυτήν, ότι ο συγκεκριμένος πελάτης ήταν επιθετικός επενδυτής, όπως προκύπτει και από το με ημερομηνία 7.5.2008 επενδυτικό ερωτηματολόγιο, όντας δε έμπειρος επιχειρηματίας αναλάμβανε και αντίστοιχους κινδύνους, προκειμένου να επιτύχει μεγαλύτερα κέρδη, ότι ενημερωνόταν και για το συγκεκριμένο ομόλογο (το οποίο δεν ήταν το μοναδικό, που είχε αγοράσει), ότι ενημερωνόταν για την πορεία του τόσο κατά τις τακτικές επισκέψεις του στο υποκατάστημα της εναγόμενης, όσο και από τις μηνιαίες ενημερώσεις, που η τελευταία του απέστελλε ταχυδρομικώς στην κατοικία του και εν τούτοις, παρά την πτωτική πορεία του ομολόγου δεν αντέδρασε, αλλά επέλεξε να το διακρατήσει, όπως και άλλοι 10 πελάτες από τους 24, που το αγόρασαν, ότι εισέπραξε από τα τοκομερίδια της άνω επένδυσής του το συνολικό ποσό των 83.268,72 ευρώ, τα οποία κατατέθηκαν στους λογαριασμούς του, καθώς και ότι το συγκεκριμένο ομόλογο μαζί με άλλα ομόλογα χρησιμοποιούσε ο ενάγων ως εξασφάλιση για τη διενέργεια συναλλαγών μέσω της τράπεζας σε παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο ενάγων δεν είχε δώσει τη σχετική εντολή, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι καταχρηστικά ασκεί την υπό κρίση αγωγή, διότι αν και ενημερωνόταν για την πορεία του επίμαχου ομολόγου, μέσω των μηνιαίων αναλυτικών καταστάσεων, που αυτή του απέστελλε μέχρι και το φθινόπωρο του έτους 2008, ουδέποτε προηγουμένως διαμαρτυρήθηκε, δημιουργώντας της εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα ήγειρε οποιαδήποτε κατ' αυτής αξίωση, με συνέπεια η έγερση της παρούσας αγωγής μετά παρέλευση εξαετίας και η ενδεχόμενη παραδοχή της να δημιουργεί δυσβάστακτες συνέπειες στην εναγόμενη.

Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ενέκρινε την παραπάνω συναλλαγή, διότι αν και είχε τη δυνατότητα από τις ως άνω μηνιαίες ενημερώσεις, να διαμαρτυρηθεί και να αμφισβητήσει την αγορά του ομολόγου δεν το έπραξε. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων, παρότι ήταν ενήμερος της πτωτικής πορείας του ως άνω ομολόγου από τις επίμαχες ως άνω ενημερώσεις, δεν προχώρησε στη ρευστοποίησή του, αλλά το διακράτησε, συντελώντας με τον τρόπο αυτό εξ ολοκλήρου (σε ποσοστό 100%) στην επέλευση της ζημίας του.

Όπως προαναφέρθηκε όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έδωσε στην εναγόμενη εντολή και μάλιστα προφορική για την αγορά του συγκεκριμένου ομολόγου, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα ως ανωτέρω εκ μέρους της. Ο ισχυρισμός της ότι δεν τηρούσε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις σύστημα καταγραφής των τηλεφωνικών συνομιλιών δεν αποδείχθηκε.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στο έντυπο των γενικών όρων συναλλαγών, που αποδέχθηκε και υπέγραψε στις 4-11-2002, ο ενάγων, περιλαμβανόταν ο όρος καταγραφής των συγκεκριμένων συνομιλιών (υπ' αριθμ. 9.9). Εξ άλλου, από την με ίδια ως άνω ημερομηνία, εξουσιοδότηση, την οποία και η εναγόμενη επικαλείται, αποδείχθηκε αδιάστικτα, εν όψει της διατήρησης αμφοτέρων των τρόπων χορήγησης εντολών (φαξ/τηλεφώνου) και ενημέρωσης (γραπτώς/προφορικώς), ότι, ο συγκεκριμένος πελάτης και η τράπεζά του είχαν αδιαμφισβήτητα επιλέξει από κοινού κατά την υπογραφή της να ακολουθείται η τηλεφωνική (προφορική) εντολή από έγγραφη επιβεβαίωση, που εν προκειμένω δεν τηρήθηκε.

Εντεύθεν, δεν τίθεται θέμα έρευνας της εφαρμογής των λοιπών όρων της, εφόσον ο πρωταρχικός της χορήγησης εντολής δεν τηρήθηκε. Επίσης ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι το έντυπο "written/verbal instructions customer's file annotation form" αποτελούσε αποκλειστικά εσωτερικό έγγραφο της ιδίας, που υπογραφόταν από 2 υπαλλήλους της, προς επιβεβαίωση προφορικών εντολών και ότι συντάχθηκε για το επίμαχο ομόλογο προς επιβεβαίωση της αντίστοιχης προφορικής εντολής του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο συγκεκριμένος τύπος εγγράφου υπογραφόταν πάντοτε από τον ενάγοντα και συνήθως από την υπάλληλο Α. Μ. προς επιβεβαίωση των λαμβανομένων προφορικώς εντολών του για τοποθετήσεις- επενδύσεις των κεφαλαίων του, ενέργεια που ουδέποτε έλαβε χώρα αναφορικά με το συγκεκριμένο ομόλογο.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε συστηματική προφορική ενημέρωση για την πορεία του επίδικου ομολόγου από τους υπαλλήλους της εναγόμενης, ώστε να τίθεται θέμα μεταγενέστερης εγκρίσεώς του και εντεύθεν άρσεως της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης ως προστήσασας, παρά τα αντίθετα αορίστως κατατεθέντα από τη μάρτυρα Μ.

Κ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και από τα σχετικώς αναφερόμενα στην ως άνω ένορκη κατάθεση της Αικ. Μ., που ουδόλως κρίνονται πειστικές, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη με τον έκτο λόγο της εφέσεώς της και τον υπό στοιχ. α σχετικό πρώτο λόγο αυτής. Επίσης, από ουδέν των προαναφερομένων στοιχείων αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λάμβανε μηνιαίως μέσω του ταχυδρομείου έγγραφες ενημερώσεις (statements) για τις τοποθετήσεις των κεφαλαίων του στις οποίες περιλαμβανόταν και η επένδυση, που αφορούσε το συγκεκριμένο ομόλογο, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της, η οποία εξ άλλου ουδέν παραστατικό αντίστοιχης ταχυδρομικής αποστολής προσκόμισε.

Συνεπώς, εφόσον ουδεμία ενημέρωση περί του γεγονότος τούτου αποδείχθηκε ότι υπήρξε, η επίκληση από την εναγόμενη ότι η έλλειψη προβολής αντιρρήσεων εκ μέρους του ενάγοντος συνιστά έγκριση της επίμαχης αγοράς είναι αλυσιτελής, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ως προελέχθη ότι ενημερώσεις άρχισε να λαμβάνει μετά το καλοκαίρι του έτους 2008 από την ως άνω ΑΕΔΑΚ της εναγόμενης στην οποία μετέφερε το Μάϊο του ίδιου έτους το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του κατά προτροπή της τελευταίας, οπότε διαπιστώνοντας απομείωση του κεφαλαίου του, προσέφυγε στον υπεύθυνο του χαρτοφυλακίου του αναζητώντας εξηγήσεις και διαπίστωσε το πρώτον τα της αγοράς του συγκεκριμένου ομολόγου χωρίς να προηγηθεί σχετική εντολή του και εν αγνοία του.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αγορά εκ μέρους του ενάγοντος του ομολόγου της ολλανδικής τράπεζας "..." τριετούς διάρκειας, καθώς και εκείνου της κρατικής τράπεζας "..." πενταετούς διάρκειας δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου ότι ο τελευταίος προέβη στην αγορά του επίμαχου ως άνω ομολόγου. Η εναγόμενη μάλιστα επικαλείται και προσκομίζει το από 2/6/2005 έγγραφό της περί δεσμεύσεως των ως άνω 2 ομολόγων μαζί με το επίδικο για ένα μήνα με την αιτιολογία ότι είχε συμφωνηθεί για τον ενάγοντα deal USD με forward valeur 06.7.2005.

Ωστόσο το συγκεκριμένο έγγραφο, αφενός δεν φέρει την υπογραφή του ενάγοντος, αφετέρου, από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι η δέσμευση έγινε κατόπιν δικής του εντολής ούτε άλλωστε αποδείχθηκε γνώση του ότι μεταξύ των συγκεκριμένων ομολόγων περιλαμβανόταν και το επίδικο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος γνώριζε την ύπαρξή του.

Ομοίως, δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου τη συγκεκριμένη αγορά εκ μέρους του ενάγοντος και ο χαρακτηρισμός του ως επιθετικού επενδυτή, πέραν του ότι από τη συμπλήρωση του από 7-5-2008 σχετικού ερωτηματολογίου της ... προκύπτει η εικόνα ενός έμπειρου αλλά και προσεκτικού επενδυτή, γεγονός, όμως, που στην προκειμένη περίπτωση, εν όψει των ως άνω αποδειχθέντων, δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Τέλος, η πίστωση του λογαριασμού του ενάγοντος με το συνολικό ποσό των 83.268,72 ευρώ από τα τοκομερίδια, που απέφερε το επίμαχο ομόλογο στη διάρκεια των ετών 2004-2008 δεν ήταν δυνατόν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, να γίνει εύκολα αντιληπτή εκ μέρους του, δεδομένου του ελάχιστου ύφους των επί μέρους ποσών σε σχέση με το εύρος του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου (άνω των 5.000.000 ευρώ) και των συχνών κινήσεων, τοποθετήσεων, επενδύσεων, που αντιστοίχως διενεργούντο, παρά τα αντίθετα σχετικώς υποστηριζόμενα από την εναγόμενη στον αντίστοιχο (τρίτο) λόγο της εφέσεώς της.

Από το σύνολο των αυτών ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, λοιπόν, αποδείχθηκε ότι οι υπάλληλοι της εναγόμενης, που είχαν αναλάβει τη διεκπεραίωση- εκτέλεση των εντολών του πελάτη της τελευταίας (ενάγοντος) στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, έχοντας άμεση πρόσβαση ως εκ της άνω ιδιότητάς τους στο χαρτοφυλάκιο και τις καταθέσεις του και γνώση του μεγάλου ύψους και του πλήθους των τοποθετήσεών του, επιδιώκοντας να διαθέσουν το συγκεκριμένο ομόλογο, προωθώντας αντιστοίχως τα συμφέροντα του εργοδότη τους, ενόψει του ότι ανάδοχός του ήταν η ...

στη Μ. Βρετανία, δρώντες αντίθετα στα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, που διέπουν το συγκεκριμένο τομέα υπηρεσιών (άρα παρανόμως, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν), έθεσαν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του πελάτη τους, καταχρώμενοι την εμπιστοσύνη του στις τραπεζικές υπηρεσίες και παραβίασαν την υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας των κεφαλαίων του, που όφειλαν να του παράσχουν, καθόσον προέβησαν χωρίς να τους έχει χορηγηθεί αντίστοιχο δικαίωμα στη διαχείριση κεφαλαίων του ενάγοντος.

Ειδικότερα, χωρίς να υπάρχει σχετική προς τούτο εντολή του ενάγοντος, ενημέρωση, έγκριση ή συναίνεσή του, αγόρασαν το ως άνω ομόλογο της ισλανδικής τράπεζας "...", καταβάλλοντας από τα κεφάλαιά του στην τελευταία ως εκδότριά του το ποσό των 500.000 ευρώ, καταχωρώντας αντιστοίχως (ως φορέας του συστήματος παρακολούθησης συναλλαγών επί άϋλων τίτλων), το σχετικό τίτλο με λογιστική μορφή στο λογαριασμό του.

Λόγω της άγνοιας του ενάγοντος περί της ύπαρξής του, το συγκεκριμένο ομόλογο παρέμεινε στο χαρτοφυλάκιό του συνεχώς μειούμενο ως την πλήρη απαξίωσή του, με την πτώχευση της εκδότριας τράπεζας, προκαλώντας στον ενάγοντα ισόποση ζημία από την απώλεια των κεφαλαίων του αντίστοιχου ποσού, (αφαιρουμένου όμως του ποσού των 83.268,72 ευρώ, που αποδείχθηκε ότι πιστώθηκε από τα τοκομερίδια του ομολόγου στο λογαριασμό του, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε η εναγόμενη, κονδύλιο άλλωστε για το οποίο ουδείς των εκκαλούντων διατυπώνει ειδικό παράπονο ), η οποία (ζημία) άλλως (αν δεν είχε μεσολαβήσει η ως άνω πράξη ) δεν θα επερχόταν.

Συνεπώς, δικαιούται να ζητήσει την αποκατάστασή της με την καταβολή ισόποσης αποζημίωσης (ύψους 416.731,28 ευρώ, ήτοι 500.000 - 83.268,72). Επιπροσθέτως υπέστη ο ενάγων και ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής δοκιμασίας, στην οποία υποβλήθηκε, συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας πράξεως των υπαλλήλων της τράπεζας.

Επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάστασή της. Λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης πράξης, το βαθμό πταίσματος των υπαλλήλων της εναγόμενης και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 15.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο.

Υπόχρεη προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης του ενάγοντος με την καταβολή της σχετικής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως είναι η εναγόμενη, ως υπέχουσα αντικειμενική ευθύνη, καθόσον συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με τους εν λόγω υπαλλήλους της και εντεύθεν με σχέση προστήσεως, αφού οι τελευταίοι δρούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη στον έβδομο λόγο της εφέσεώς της, σε σχέση με την υποχρέωσή της προς αποκατάσταση της χρηματικής ικανοποιήσεως του ενάγοντος (στα πλαίσια της γενικής άρνησης της αδικοπρακτικής της ευθύνης).

Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος κρίνεται ο αρνητικός, μη συνιστών ένσταση εκ του άρθρου 300 ΑΚ, υπό τα εκτιθέμενα, ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων γνώριζε την ύπαρξη και την πτωτική πορεία του ομολόγου και παρά ταύτα το διατήρησε στο χαρτοφυλάκιό του συντελώντας εξ ολοκλήρου (100%) στη ζημία του, παρά τα αντίθετα σχετικώς υποστηριζόμενα αβασίμως στον δεύτερο λόγο κατά το υπό στοιχ.

α σκέλος του και στον ένατο λόγο της εφέσεως της εναγόμενης. Ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος ως ανωτέρω, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον όγδοο λόγο της εφέσεως της εναγόμενης κρίνεται και ο ισχυρισμός της περί καταχρηστικής ασκήσεως της παρούσας αγωγής, διότι ο ενάγων αν και γνώριζε για το ομόλογο αδράνησε επί εξαετία να εγείρει την αξίωσή του δημιουργώντας στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα την ασκούσε και προκαλώντας της δυσβάστακτες συνέπειες με την άσκησή της.".

Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε και δίκασε στη ουσία την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 431.731,28 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της (αγωγής).- Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα, ότι χωρίς εντολή, γραπτή ή προφορική και σχετική ενημέρωση του ενάγοντος, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, που με βάση την μεταξύ αυτής και του ενάγοντος συμφωνία τους είχε ανατεθεί η διεκπεραίωση εντολών του τελευταίου στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και, ένεκα τούτου, αυτοί είχαν άμεση πρόσβαση στο χαρτοφυλάκιο και τις καταθέσεις του (ενάγοντος) και είχαν γνώση του μεγάλου ύψους αυτών, προέβησαν, στις 9-9-2004, με βάση έγγραφο, που υπέγραψε η υπάλληλος της αναιρεσείουσας Μ.

Κ., θέτοντας την υπογραφή της στην θέση, που θα έθετε την υπογραφή του ο ενάγων εάν είχε δώσει την εντολή αυτή, στην αγορά επ' ονόματί του, του επιμάχου διηνεκούς ομολόγου (perpetual bond), αντί του ποσού των 500.000 ευρώ, ότι από της αγοράς αυτής και μέχρι το φθινόπωρο του έτους 2008, που ο ενάγων άρχισε να λαμβάνει ενημερώσεις των κινήσεων των κεφαλαίων του, από την εταιρεία ..., στην οποία από 20-5-2008 είχε μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος αυτών (κεφαλαίων του) και το πρώτον διαπίστωσε απομείωση των κεφαλαίων του, δεν είχε συστηματική προφορική ενημέρωση από τους υπαλλήλους της εναγομένης για την πορεία του ομολόγου αυτού και ουδεμία, μέσω ταχυδρομείου, έλαβε ποτέ έγγραφη ενημέρωση από την εναγομένη για τις τοποθετήσεις των κεφαλαίων του, στις οποίες περιλαμβανόταν και το επίμαχο ομόλογο, με συνέπεια, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, να αγνοεί την ύπαρξή του, ότι λόγω της, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, άγνοιας του ενάγοντος, ότι υπήρχε το εν λόγω ομόλογο, αυτό παρέμενε στο χαρτοφυλάκιό του με συνεχώς μειούμενη την αξία του, μέχρι την πλήρη απαξίωσή του, που επήλθε με την πτώχευση της εκδότριας αυτού ισλανδικής τράπεζας "...", ότι ένεκα των ανωτέρω ελλείψεως συστηματικής προφορικής ενημερώσεώς και επίσης παντελούς ελλείψεως εγγράφου ενημερώσεώς του, επί πλέον δε λόγω του εύρους του χαρτοφυλακίου του, που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 ευρώ, αλλά και των συχνών τοποθετήσεων, κινήσεων κεφαλαίων και επενδύσεων που διενεργούντο, δεν έγινε αντιληπτή από τον ενάγοντα η πίστωση του λογαριασμού του με το συνολικό ποσό των αποδόσεων του επιμάχου ομολόγου, ύψους 83.268,72 ευρώ από τα τοκομερίδια, που αυτό απέφερε, ότι ένεκα των ως άνω άνευ γραπτής ή προφορικής εντολής του αγοράς, επ' ονόματί του, του ομολόγου αυτού, της αγνοίας της αγοράς του, της ελλείψεως ενημερώσεώς του από την εναγομένη περί της αγοράς αυτού, περί της κινήσεώς του, των αποδόσεών του, της συνεχούς απομειώσεως της αξίας του και εν τέλει της πλήρους απαξιώσεώς του, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος δεν ενέκρινε ποτέ την, κατά τα ανωτέρω, αγορά του εν λόγω ομολόγου, όπως ισχυριζόταν η εναγομένη, διότι την αγνοούσε, ότι ο λόγος, της διατηρήσεως του ομολόγου αυτού στο χαρτοφυλάκιο του και η μη υπ' αυτού ρευστοποίησή του, προκειμένου να περιορίσει την ζημία του, ήταν ότι αγνοούσε την ύπαρξή του (ομολόγου) στο χαρτοφυλάκιό του και επίσης διότι δεν ενημερώθηκε ποτέ από την εναγομένη για την ύπαρξή του, για την κίνησή του και την κατ' αυτή πτωτική πορεία της αξίας του, ότι, ένεκα του τελευταίου τούτου λόγου, δεν συνετέλεσε, κατά ποσοστό 100%, στην συνισταμένη στην απώλεια της αξίας του ομολόγου αυτού επίδικη ζημία του, όπως ισχυριζόταν η εναγομένη, ότι εξ αιτίας της, κατά τα προαναφερόμενα, αγνοίας του για την αγορά και την ύπαρξη στο χαρτοφυλάκιό του του ομολόγου αυτού και επί πλέον λόγω αγνοίας του, λόγω ελλείψεως ενημερώσεώς από την εναγομένη, καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, της κινήσεως, της αποδόσεώς του και της συνεχούς πτωτικής πορείας της αξίας του (ομολόγου αυτού), η άσκηση, με την ένδικη αγωγή, των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωσή του με την υποχρέωση καταβολής από την εναγομένη του χρηματικού ποσού, που δαπανήθηκε για την αγορά του και χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία αυτή των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, δεν είναι καταχρηστική ότι, η, κατά τα ανωτέρω, διαχείριση των κεφαλαίων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, καθ' όσον αφορά την, άνευ εντολής του, προφορικής ή γραπτής, επ' ονόματί του αγορά του επίμαχου ομολόγου, την οποίαν, εκ του λόγου αυτού, αυτός αγνοούσε και δεν ενημερώθηκε ποτέ περί αυτής, ουδέ περί της υπάρξεως στο χαρτοφυλάκιό του και επί πλέον της κινήσεως και των αποδόσεων του ομολόγου αυτού, συνιστά συμπεριφορά αυτών (προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης) αντίθετη προς τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, που διέπουν τον συγκεκριμένο τομέα των τραπεζικών υπηρεσιών και επομένως είναι παράνομη, ότι με την συμπεριφορά τους αυτή, που έγινε κατά κατάχρηση της εμπιστοσύνης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, στις εν λόγω τραπεζικές υπηρεσίες, παραβίασαν την υποχρέωση προνοίας και ασφαλείας των κεφαλαίων του, που όφειλαν να του παράσχουν και ειδικότερα, προέβησαν, χωρίς να τους δοθεί αντίστοιχο δικαίωμα, στην διαχείριση των εν λόγω κεφαλαίων του τελευταίου, συνισταμένη στην δι' αυτών αγορά του επιμάχου ομολόγου, με την διάθεση προς τούτο εξ αυτών (κεφαλαίων) ποσού 500.000 ευρώ, η αξία του οποίου συνεχώς μειωνόταν έως ότου απαξιώθηκε εντελώς με την πτώχευση της τράπεζας που τους είχε εκδώσει, και με τον τρόπο και την συμπεριφορά τους αυτή προκάλεσαν υπαίτια περιουσιακή ζημία στον ενάγοντα και επί πλέον ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής δοκιμασίας στην οποία υποβλήθηκε από την παράνομη και υπαίτια αυτή πράξη των εν λόγω υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του είναι ο ενάγων, συνιστά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμός και όχι ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, διέλαβε στην απόφαση του αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της παράνομης συμπεριφοράς και της συνισταμένης, όπως συνάγεται από το σύνολο των ανωτέρω παραδοχών της, σε ενδεχόμενο δόλο υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, της προκλήσεως ζημίας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, του προσδιορισμού του ύψους της και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ως άνω παρανόμου συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 200, 281, 288, 297, 298, 299, 300, 330, 346, 914, 919, 922, 932 ΑΚ, τις οποίες, επομένως, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Σημειωτέον, καθ' όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της επίδικης ζημίας του, το Εφετείο ορθά την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, δεδομένου, ότι επί αγωγής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (αρθρ. 914 ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του είναι ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσεως της αγωγής, ενώ ένσταση, από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, θεμελιώνει ο ισχυρισμός του ιδίου (εναγομένου) ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος, ο ισχυρισμός δε αυτόν δεν μπορεί, να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον πρώτο ισχυρισμό περί αποκλειστική υπαιτιότητας και γι' αυτό το λόγο πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα και με σχετικό αίτημα, δεν μπορεί δε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 1115/86, Ολ423/1985).

Ενόψει δε των ανωτέρω, δεν ήταν δε αναγκαίος, για την αιτιολογία του προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως του παθόντος, ο προσδιορισμός από το Εφετείο του βαθμού πταίσματος του υπαιτίου υπαλλήλου, διότι για τον προσδιορισμό αυτό, το στοιχείο αυτό λαμβάνεται μαζί με τις λοιπές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η αδικοπραξία και δεν αποτελεί ίδιο και αυτοτελές στοιχείο ώστε να είναι αναγκαίος για την αιτιολογία αυτή (ΑΠ 1366/2017, 322/2014), όπως αβάσιμα, επομένως, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, ορθά τις ανωτέρω διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, αφ' ενός μεν δεχόμενο, ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας αντίκειται στα χρηστά ήθη και, ως εκ τούτου, είναι παράνομη, ότι μεταξύ αυτής της συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου υφίσταται αιτιώδης, υπό την έννοια της πρόσφορης αιτιότητας, σύνδεσμος, αφού η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποίαν, κατά τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα, ως άνω, παραδοχές του και επέφερε στην συγκεκριμένη επίδικη περίπτωση, η οποία (ζημία), όμως, δεν θα επερχόταν, αν οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτοί δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο, αφ' ετέρου δε, με τις παραδοχές αυτές, απορρίπτοντας εκ των πραγμάτων, τον ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ότι ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος διακόπηκε με την μεσολάβηση της πτωχεύσεως της εκδότριας του επιμάχου ομολόγου τράπεζας, ο οποίος (ισχυρισμός αυτός της διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου) σημειωτέον ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1305/2005).

Εξ άλλου, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του, γιατί η συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης ενείχε δόλιο σκοπό να προκαλέσει ζημία στον ενάγοντα ή εάν οι προστηθέντες αυτοί θεωρούσαν την ζημία αυτή ενδεχομένη, ποιος ήταν ο υπάλληλος και ποιον σκοπό αποσκοπούσε να εξυπηρετήσει με την ανωτέρω συμπεριφορά του, ποια ήταν η σχέση μεταξύ της ... (UK) και ...

Ελλάδας, ποιες ήταν οι αρμοδιότητες του αναδόχου έκδοσης τίτλων, γιατί οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας θα μπορούσαν το έτος 2004 κατά την αγορά του ομολόγου να γνωρίζουν ότι η εκδότρια τράπεζα του ομολόγου θα πτώχευε το 2008 και ως εκ τούτου θα προκαλείτο η επίδικη ζημία στον ενάγοντα, διότι τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε να είναι αναγκαία για την αιτιολογία αυτής.

Περαιτέρω, το Εφετείο αιτιολογεί τις παραδοχές του περί μη λήψεως από τον ενάγοντα εγγράφων ενημερώσεων της εναγομένης περί της αγοράς, της υπάρξεως στο χαρτοφυλάκιό του, της κινήσεως και των αποδόσεων του επιμάχου ομολόγου, με τις περαιτέρω παραδοχές του, ότι, σε αντίθεση με την παρεχόμενη από την ...

ενημέρωσή του, η εναγομένη δεν απέστειλε ποτέ έγγραφες ενημερώσεις στον ενάγοντα προ του 2008. Προσέτι, το Εφετείο διαλαμβάνει σαφή και επαρκή αιτιολογία, σχετικά με την απόρριψη, ως αλυσιτελούς, του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος ενέκρινε την αγορά του εν λόγω ομολόγου, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο τελευταίος αγνοούσε την, επ' ονόματί του, αγορά του ομολόγου αυτού, όπως και ότι αγνοούσε, ένεκα της ελλείψεως ενημερώσεώς του από της αγοράς του και έκτοτε μέχρι του φθινοπώρου του έτους 2008, την ύπαρξή του στο χαρτοφυλάκιό του, την κίνηση και τις αποδόσεις του και επομένως δεν μπορούσε να προβάλλει αντιρρήσεις για την αγορά αυτή, την διατήρηση στο χαρτοφυλάκιό του, τις κινήσεις και τις αποδόσεις του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα.

Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι δεν είχε συστηματική προφορική ενημέρωση από τους υπαλλήλους της εναγομένης και ότι δεν έλαβε ποτέ από αυτήν ταχυδρομικώς γραπτές ενημερώσεις για την αγορά και την πορεία του ομολόγου αυτού από της αγοράς του μέχρι του φθινοπώρου του έτους 2008, και της παραδοχής αυτού (Εφετείου) ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί για την αγορά του εν λόγω ομολόγου, αφού η τελευταία αυτή παραδοχή αποτελεί το αναγκαίο λογικό επακόλουθο της πρώτης, η δε μη συστηματική προφορική πληροφόρησή του και η έλλειψη γραπτής ενημερώσεώς του, την δικαιολογούν.

Επίσης, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν premium πελάτης της αναιρεσείουσας και ενημερωνόταν προφορικά και σε τακτά χρονικά διαστήματα από την υπάλληλό της Α. Μ., ως υπεύθυνη τηρήσεως του χαρτοφυλακίου του, η οποία κάθε φορά του χορηγούσε συγκεντρωτική κατάσταση με απεικόνιση του συνολικού υπολοίπου κάθε λογαριασμού σε ευρώ και δολλάρια ΗΠΑ και της παραδοχής ότι από της αγοράς του ομολόγου αυτού στις 9-9-2004 και μέχρι του φθινοπώρου του έτους 2008 ουδεμία, μέσω ταχυδρομείου, έλαβε ποτέ έγγραφη ενημέρωση από την εναγομένη για τις τοποθετήσεις των κεφαλαίων του, στις οποίες να περιλαμβανόταν και η αγορά του επιμάχου ομόλογο, ούτε είχε συστηματική προφορική ενημέρωση για την πορεία του και τις αποδόσεις του, με συνέπεια, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, να αγνοεί την ύπαρξή του, αφού η πρώτη (παραδοχή) αναφέρεται γενικά σε ενημερώσεις του αναιρεσιβλήτου βάσει συγκεντρωτικών καταστάσεων με απεικονίσεις του συνολικού υπολοίπου κάθε λογαριασμού, η δε δεύτερη αναφέρεται ειδικά, αφ' ενός μεν στην έλλειψη συστηματικής προφορικής ενημερώσεώς του, αφ' ετέρου δε στην παντελή έλλειψη εγγράφων ενημερώσεών του από την αναιρεσείουσα, σχετικά με το εν λόγω ομόλογο, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω, δεν υφίσταται έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας από την μη παράθεση στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση της ιδιότητας του αναδόχου και της θέσεώς του στην σύμβαση εκδόσεως του εν λόγω ομολόγου, των συμβαλλομένων στην σύμβαση αυτή, του εάν η ... Βρετανίας ήταν αμέσως συμβαλλόμενη με τον ενάγοντα, οι έννομες συνέπειες της ιδιότητας του αναδόχου στην σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη για την εκτέλεση των συναλλαγών στο πλαίσιο της οποίας η τράπεζα εκτελεί εντολές για αγορές ομολόγων, διότι η βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου που έγινε δεκτή, στηριζόταν στην ευθύνη της αναιρεσείουσας από την αδικοπραξία, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενό της και όχι στην μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου σύμβαση.

Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το σχετικό μέρος των κυρίων και προσθέτων λόγων της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Με το σχετικό μέρος του πρώτου κυρίου λόγου (σελ. 30) της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να προβεί στην εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, άλλως προβαίνοντας σε εσφαλμένη σιωπηρή εφαρμογή τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ, δεχόμενο, ότι ο ενάγων με την, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, από 4-11-2002 εξουσιοδότησή του προς την ίδια (αναιρεσίβλητη) είχε συμφωνήσει να χορηγεί, σε κάθε περίπτωση και ειδικά μετά την προφορική - τηλεφωνική εντολή του για την διενέργεια των συναλλαγών του μέσω της αναιρεσείουσας, έγγραφη προς τούτο (διενέργεια των συναλλαγών του αυτών) εντολή στην αναιρεσείουσα, ενώ τούτο δεν προέκυπτε από την εξουσιοδότηση αυτή, αλλά, αντιθέτως, προέκυπτε, ότι αρκούσε η προφορική εντολή του.

Με το δε σχετικό μέρος του τρίτου κυρίου λόγου (σελ. 67-69) με την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ, δεχόμενο, ότι η τελευταία δια των προστηθέντων οργάνων της προέβη στην αγορά του επιδίκου ομολόγου χωρίς έγγραφη εντολή του, με συνέπεια, να δεχθεί περαιτέρω, ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η ενέργειά της αυτή ήταν παράνομη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και δημιουργούσε υποχρέωση αποζημιώσεως του ενάγοντος και χρηματικής ικανοποιήσεώς του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άδικη αυτή πράξη.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση και τούτο διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της, προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έδωσε ποτέ εντολή, προφορική - τηλεφωνική, ή γραπτή, ή με FAX, στους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσείουσας για την επ' ονόματί του αγορά του επιμάχου ομολόγου με χρήματα των κεφαλαίων του, ούτε υπήρξε σχετική με αυτό ενημέρωσή του από την αναιρεσείουσα, έγκριση ή συναίνεσή του, ώστε να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς ερμηνεία της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως, σχετικά με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις, που είχαν συμφωνηθεί ότι θα έδιδε ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα τη σχετική εντολή αγοράς του επίμαχου ομολόγου.

Η δε αναφορά του Εφετείου στον συμφωνηθέντα τρόπο δόσεως της εντολής αυτής έγινε πλεοναστικώς, κατά την έκθεση του περιεχομένου της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης συμφωνίας, χωρίς να συνδέεται με σχετική ουσιαστική παραδοχή του, έστω και επικουρική, ότι ο αναιρεσείων έδωσε πράγματι προφορική εντολή στους προστηθέντες της αναιρεσείουσας, η οποία όμως έπρεπε να επιβεβαιωθεί και από γραπτή εντολή, την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν έδωσε.

Ο προβλεπόμενος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται, δηλαδή, στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο, που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 484/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος των πρώτου και τρίτου κυρίων λόγων της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερόμενης από 4-11-2002 εξουσιοδοτήσεως του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, δεχόμενο άλλο περιεχόμενο από εκείνο, που έχει σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του και ειδικότερα (δεχόμενο), ότι μπορούσε ο αναιρεσίβλητος να χορηγεί στην αναιρεσείουσα προφορικές εντολές χωρίς την υποχρέωση και έγγραφης επιβεβαιώσεώς τους.

Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το σχετικό μέρος του και επίσης η με τον τρίτο κύριο λόγο, κατά το σχετικό μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την επίσης, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου του ανωτέρω όρου 5γ του από 4-11-2002 Γενικού Όρου Συναλλαγών, βάσει του οποίου "η τράπεζα μπορεί σαν απόδειξη της αποστολής αυτών των γνωστοποιήσεων, να επικαλείται το αντίγραφο του σχετικού εγγράφου που τηρεί στα αρχεία της", συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω όρο του εγγράφου αυτού και έτσι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την αποστολή μέσω ταχυδρομείου των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του αναιρεσιβλήτου, από τις οποίες προέκυπτε και η καταχώρηση του εν λόγω ομολόγου και η πίστωση των καταβαλλομένων τοκομεριδίων του, είναι, επίσης, απαράδεκτη, ως αναγόμενη στην ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, με το οικείο μέρος του ανωτέρω πέμπτου κυρίου λόγου της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, με την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε ορθά το περιεχόμενο του με ημερομηνία 9-9-2004 εσωτερικού αυτής Εγγράφου Σημειώματος για τη Λήψη Προφορικών Οδηγιών από τον Πελάτη ("Verbal Instructions Customer's File Annotation Form"), στο οποίο ήσαν καταχωρημένα ο αριθμός πελάτη του αναιρεσιβλήτου, τα στοιχεία των δικαιούχων του λογαριασμού και τα στοιχεία του αγορασθέντος για λογαριασμό αυτού (αναιρεσιβλήτου) επιμάχου ομολόγου και υπογραφόταν από τις προς τούτο εξουσιοδοτημένες υπαλλήλους της Αικ.

Μ. και Μ. Κ., και σκοπός του οποίου, όπως σ' αυτό εκτίθεται, ήταν ".......η ύπαρξη γραπτού σημειώματος ........που τεκμηριώνει τις τηλεφωνικές εντολές πελατών σε υπαλλήλους της Τράπεζας, στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι πρώτοι έχουν υπογράψει φόρμες "Telephone Indemnity"" και επίσης ότι "....θα συμπληρώνονται ως εξής:.....Initial:

μονογραφή υπαλλήλου που πραγματοποίησε την επικοινωνία με τον πελάτη......Approved: ......μονογραφή προϊσταμένου", το οποίο (έγγραφο αυτό) με επίκληση προσκόμισε ενώπιόν του προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η αγορά του ομολόγου έγινε κατόπιν τηλεφωνικής - προφορικής εντολής του αναιρεσιβλήτου, η οποία μόνη αρκούσε για να είναι έγκυρη η αγορά του (ομολόγου αυτού) χωρίς να απαιτείται και η επιβεβαίωση της με γραπτή εντολή.

Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερομένων εγγράφων, στηριχθέν αποκλειστικά σ' αυτά, αλλά δέχθηκε, στηριζόμενο, στο από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του συνόλου των αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε έδωσε εντολή προφορική, τηλεφωνική ή με FΑΧ για την επ' ονόματί του αγορά από τους προστηθέντες της αναιρεσείουσας του εν λόγω ομολόγου και όχι ότι έδωσε τέτοια εντολή, η οποία στην συνέχεια δεν ακολουθήθηκε από γραπτή τοιαύτη, ώστε να τίθεται το ζήτημα εάν για το έγκυρο της αγοράς αυτής αρκούσε προς τούτο προφορική εντολή, χωρίς επιβεβαίωσή της και από γραπτή εντολή ή απαιτείτο και η τελευταία.

Επομένως, κατά το μέρος τους αυτό, οι ανωτέρω κρινόμενοι λόγοι, είναι αβάσιμοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενοι. Κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 8(α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001 και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη.

Εξ άλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ' αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 700/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το σχετικό μέρος του πρώτου κυρίου λόγου της αιτήσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δη της, δικαστικής, κατά τους ισχυρισμούς της, ομολογίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, συνισταμένης (της ομολογίας αυτής) στο ότι δεν υφίστανται τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην αγωγή του και στοιχειοθετούν την, υπό την μορφή του δόλου, υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της στην πρόκληση της επιδίκου ζημίας του, η οποία (ομολογία του αυτή) συνάγεται από την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραίτησή του από τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτής πλαστογράφησαν την υπογραφή του στο σχετικό έγγραφο αγοράς επ' ονόματί του του επιμάχου ομολόγου.

Όμως ενόψει του ότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει, ότι το δικαστήριο συνήγαγε, τοιαύτη, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται ο ισχυρισμός της αυτός κατά το μέρος τούτο, ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το σχετικό μέρος του ίδιου, ως άνω πρώτου κυρίου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την ύπαρξη υπαιτιότητας, υπό την μορφή του δόλου, των προστηθέντων οργάνων της στην πρόκληση της επίδικης ζημίας του αναιρεσιβλήτου, με βάση περιστατικά, στα οποία όμως δεν στηριζόταν πλέον η αγωγή, μετά την, κατ' εκτίμηση των σχετικών ισχυρισμών του, συναγομένη, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, κατά τα προαναφερόμενα, ομολογία του, ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτής δεν πλαστογράφησαν την υπογραφή του στο σχετικό έγγραφο αγοράς επ' ονόματί του του επιμάχου ομολόγου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής, η κυρία βάση της, που έγινε δεκτή κατ' ουσίαν από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, στηρίζεται στα εκτιθέμενα σε αυτήν και ανωτέρω, περιστατικά, που, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, στοιχειοθετούν αυτοτελώς αδικοπρακτική, κατά τα άρθρα 200, 288, 297, 298, 299, 330, 346, 914, 919, 922, 932 ΑΚ, ευθύνη των προστηθέντων οργάνων της, πέραν εκείνων, που συγκροτούν τον ισχυρισμό περί πλαστογραφίας της υπογραφής του αναιρεσιβλήτου.

Εξ άλλου, με το σχετικό μέρος του πρώτου κυρίου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για την κατ' ουσίαν παραδοχή της εξ αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής και ειδικότερα της υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, χωρίς να προταθεί από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και χωρίς να καταστεί αντικείμενο αποδείξεως, έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως αποδεδειγμένο, ότι η αγορά του επιμάχου ομολόγου έγινε από τους προστηθέντες αυτούς υπαλλήλους, προς προώθηση των συμφερόντων της αγγλικής ... (...

BANK UK), η οποία είναι διάφορο νομικό πρόσωπο από την ίδια (αναιρεσείουσα). Ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι οι επίμαχες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν συνιστούν πράγμα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά (συνιστούν) επιχείρημα του δικαστηρίου, αναφορικά με τον λόγο, για τον οποίον οι προστηθέντες της αναιρεσείουσας, ως εργαζόμενοι αυτής (και όχι της ανωτέρω αγγλικής ..., όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα), προέβησαν στην επ' ονόματι του αναιρεσιβλήτου αγορά του εν λόγω ομολόγου.

Περαιτέρω, με το σχετικό μέρος του αυτού πρώτου κυρίου και του τρίτου κυρίου, κατά το οικείο μέρος του, αναιρετικών λόγων, η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση από το άνω άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι προς ενημέρωσή του για την επ' ονόματί του αγορά του εν λόγω ομολόγου, απέστειλε στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τον όρο 5γ του από 4-11-2002 Γενικού Όρου Συναλλαγών που είχε υπογραφεί μεταξύ τους, ενημερωτική βεβαίωση της κινήσεως των τραπεζικών λογαριασμών του, με τα σχετικά προς τούτο έγγραφα, από την οποία προέκυπτε η καταχώρηση του ομολόγου αυτού και η πίστωση των καταβαλλόμενων τοκομεριδίων του, με συνέπεια, κατά τον τρόπο αυτόν, ο αναιρεσίβλητος να λάβει γνώση της αγοράς του ομολόγου αυτού, των αποδόσεών του και της συνεχούς πτωτικής πορείας της αξίας του, να εγκρίνει την αγορά του, έτσι να αίρεται ο άδικος χαρακτήρα της αποδιδόμενης στους προστηθέντες αυτής αδικοπραξίας, να είναι ο ίδιος υπαίτιος της επικαλούμενης επίδικης ζημίας του και έτσι να τυγχάνει καταχρηστική η άσκηση του με την αγωγή ασκουμένου δικαιώματός του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα, η ύπαρξη της οποίας, σημειωτέον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα και μάλιστα κατά τον ανωτέρω επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα τρόπο, δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά αρνητικό ισχυρισμό της, σε κάθε δε περίπτωση ανάγεται στην εκτίμηση αποδείξεων η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 1710/2012).

Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.

Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός (ΑΠ 1693/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το σχετικό μέρος του πρώτου κυρίου λόγου της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι με την παραδοχή, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της (αναιρεσείουσας) ότι δεν τηρούσε σύστημα καταγραφής των τηλεφωνικών συνομιλιών των προστηθέντων οργάνων της με τον αναιρεσίβλητο, διότι τούτο με βάση τον με αριθμό 9.9 όρο των μεταξύ αυτής και του τελευταίου υπογραφέντων Γενικών Όρων Συναλλαγών, δεν ήταν υποχρεωτικό, αντέστρεψε την υποχρέωση της αποδείξεως του ισχυρισμού της αυτού σε βάρος της, υποχρεώνοντάς την να τον αποδείξει, αντί να επιβάλει το βάρος αποδείξεως ότι τηρούσε καταγραφή των εν λόγω τηλεφωνικών συνομιλιών στον αναιρεσίβλητο, όπως ο τελευταίος επικαλείτο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η υπόθεση εκδικάσθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, χωρίς να εκδοθεί παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεων, με την οποία να γίνεται κατανομή στους διαδίκους του βάρους της αποδείξεως των ισχυρισμών τους και εν προκειμένω του ανωτέρω.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11(γ) του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικονομική πεποίθηση για τη βασιμότητα των λυσιτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή εκείνων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία, των, κατ' είδος, αποδεικτικών, του άρθρου 339 ΚΠολΔικ, μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, μαρτυρικές καταθέσεις κλπ).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 282/2014).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση (αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, β) η επίκληση και προσκομιδή στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2010, 1065/2014).

Περαιτέρω, προκειμένου για δικαστική (ή εξώδικη) ομολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010), Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 33/2014), Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/ 2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή ο απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τετάρτου κυρίου λόγου της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την οποία, ο τελευταίος το πρώτον διαπίστωσε την απομείωση των κεφαλαίων του, κατά το ποσό της αξίας του εν λόγω ομολόγου, μετά το καλοκαίρι του έτους 2008, όταν άρχισε να λαμβάνει ενημερωτικές καταστάσεις από την θυγατρική της (αναιρεσείουσας) εταιρείας ..., "προκειμένου να σχηματίσει δικανική κρίση περί του ζητήματος της λήψης ή μη των εγγράφων ενημερωτικών βεβαιώσεων" από τον αναιρεσίβλητο, τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, η ίδια του απέστελλε από του μηνός Σεπτεμβρίου 2004 έως και του μηνός Ιουνίου 2010, τηρώντας την σχετική συμβατική υποχρέωσή της προς ενημέρωσή του, ώστε έτσι να σχηματίσει (το Εφετείο) την κρίση του αναφορικά με την τήρηση της υποχρεώσεώς της να ενημερώνει τον αντίδικό της περί της αγοράς και της πορείας του επιδίκου ομολόγου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως υπό το ανωτέρω περιεχόμενό του είναι αλυσιτελής, διότι η επικαλούμενη ομολογία του αναιρεσιβλήτου δεν αφορά ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, υπό την έννοια ότι εξ αυτής της ομολογίας του, αποδεικνύεται, κατά λογική ακολουθία, ότι και η αναιρεσείουσα, προ της άνω μεταφοράς των κεφαλαίων του στην ..., απέστελλε από του μηνός Σεπτεμβρίου 2004 έως και του μηνός Ιουνίου 2010, ενημερωτικές καταστάσεις και ενημέρωνε τον αναιρεσίβλητο για την πορεία της αξίας του ανωτέρω ομολόγου και την κίνηση των αποδόσεών του.

Έτι περαιτέρω, με το τρίτο μέρος του αυτού ως άνω τετάρτου κυρίου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι υφίσταται αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το έγγραφο της με ημερομηνία 6-7-2005 συμβάσεως, που ο αναιρεσίβλητος υπέγραψε με αυτήν, περί δεσμεύσεως ομολόγων του τελευταίου των τραπεζών "..." και "..." και επίσης του επιμάχου ομολόγου, ως ενέχυρο για την διενέργεια υπ' αυτού προθεσμιακών πράξεων δολλαρίων ΗΠΑ, από το οποίο (έγγραφο αυτό) προέκυπτε η γνώση του περί της αγοράς του εν λόγω ομολόγου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ρητά έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το έγγραφο αυτό, διαλαμβάνοντας ότι: ".....εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αγορά εκ μέρους του ενάγοντος του ομολόγου της ολλανδικής τράπεζας "..." τριετούς διάρκειας, καθώς και εκείνου της κρατικής τράπεζας "..." πενταετούς διάρκειας δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου ότι ο τελευταίος προέβη στην αγορά του επίμαχου ως άνω ομολόγου.

Η εναγόμενη μάλιστα επικαλείται και προσκομίζει το από 2/6/2005 έγγραφό της περί δεσμεύσεως των ως άνω 2 ομολόγων μαζί με το επίδικο για ένα μήνα με την αιτιολογία ότι είχε συμφωνηθεί για τον ενάγοντα deal USD με forward valeur 06.7.2005. Ωστόσο το συγκεκριμένο έγγραφο, αφενός δεν φέρει την υπογραφή του ενάγοντος, αφετέρου, από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι η δέσμευση έγινε κατόπιν δικής του εντολής ούτε άλλωστε αποδείχθηκε γνώση του ότι μεταξύ των συγκεκριμένων ομολόγων περιλαμβανόταν και το επίδικο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος γνώριζε την ύπαρξή του.".- Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, στην αίτηση να αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος. (ΟλΑΠ 8/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του ανωτέρω τετάρτου κυρίου λόγου της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.

β ΚΠολΔ, αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος διαπίστωσε την απομείωση των κεφαλαίων του, μετά το καλοκαίρι του έτους 2008, από τις ενημερωτικές κινήσεις των κεφαλαίων του, που του απέστελλε η ..., το ίδιο εύκολα μπορούσε να διαπιστώσει και την απομείωση αυτών κατά το επίδικο ποσό των 500.000 ευρώ, από τον μήνα Σεπτέμβριο 2004, που αγοράσθηκε το επίμαχο ομόλογο, από τις ενημερωτικές καταστάσεις που του απέστελλε έκτοτε η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω αιτίαση δεν αφορά ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού, κατά τις οικείες ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, που διαχειριζόταν τα κεφάλαια του, ουδέποτε απέστειλε στον αναιρεσίβλητο ενημερωτικές βεβαιώσεις των κεφαλαίων του και της πορείας της αξίας του ομολόγου αυτού και των αποδόσεών του.

Περαιτέρω, με το οικείο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο διδαγμάτων της κοινής πείρας, που δεν προσδιορίζει, ως προς σχηματισμό της κρίσεώς του επί του ζητήματος της υποχρεωτικής ή μη χορηγήσεως εντολών προς αυτήν (αναιρεσείουσα) με την τήρηση εγγράφου τύπου.

Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι αόριστος και εξ αυτού του λόγου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παρεβιάσθησαν, σε κάθε δε περίπτωση είναι επίσης απαράδεκτος διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, ότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Πλέον των ανωτέρω, με το οικείο μέρος του πέμπτου κυρίου λόγου της αιτήσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι υπάρχει αμφιβολία για το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εξ αυτού του λόγου απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους. Έτι περαιτέρω, με το σχετικό μέρος του πέμπτου κυρίου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την από της ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από 9-9-2004 μηχανογραφημένο έντυπό της (αναιρεσείουσας), που με επίκληση προσκόμισε ενώπιόν του και που αφορά την πρόωρη ρευστοποίηση προθεσμιακής καταθέσεως του αναιρεσιβλήτου και μετατροπής της από δολλάρια σε ευρώ ποσού 104.000 ευρώ, η δε προς τούτο εντολή δόθηκε από τον ενάγοντα προφορικά στα πλαίσια της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως για την χορήγηση τηλεφωνικών εντολών και υπογράφεται μόνον από τους προς τούτο προστηθέντες δύο υπαλλήλους της.

Με το οικείο δε μέρος του τρίτου προσθέτου λόγου της αιτήσεως η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του αυτού ως άνω λόγου αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα εξής υπ' αυτής προσκομισθέντα ενώπιόν του με επίκληση έγγραφα, ήτοι την κίνηση του με αριθ.

GR MDBK 005-025622-120 λογαριασμού του αναιρεσιβλήτου από 24-9-2004 έως 20-11-2009 και τις ενδεικτικές συνοπτικές καταστάσεις και αναλύσεις λογαριασμού με ημερομηνίες 31-7-2007, 31-8-2007, 28-9-2007, 31-10-2007, 30-11-2007, 31-12-2007, 31-1-2008, 29-2-2008, 31-3-2008, 30-4-2008, 30-5-2008, 30-6-2008, 31-7-2008 και 29-8-2008, τα οποία απέστειλε στον αναιρεσίβλητο και με τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, ελάμβανε ενημερώσεις και είχε γνώση της κινήσεως των κεφαλαίων και των επενδύσεών του, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο και το εν λόγω ομόλογο και οι αποδόσεις του.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, με τα υπόλοιπα μέσα, τα προαναφερόμενα έγγραφα, που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την, αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας, κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγηση τους.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Εξ άλλου, με το πρώτο και το δεύτερο μέρος του πέμπτου κυρίου λόγου της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα με την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης προταθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες ενώπιόν του, με σχετικούς λόγους εφέσεως, ισχυρισμούς της, ότι εφόσον ο αναιρεσίβλητος είχε υπογράψει την, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο, έγγραφη εξουσιοδότηση για την χορήγηση προς την ίδια (αναιρεσείουσα) τηλεφωνικών ή με fax εντολών, δεν απαιτείτο ούτε από το νόμο ούτε κατά τις διαδικασίες της ίδιας να τίθεται η υπογραφή του στο "αποδεικτικό εσωτερικό έντυπο καταχώρησης από την τράπεζα της συναλλαγής", ως και ότι αρκούσε η υπογραφή στο έγγραφο αυτό των δύο εξουσιοδοτημένων προς τούτο υπαλλήλων της, προκειμένου να τεκμηριώνεται η σχετική τηλεφωνική εντολή του, γεγονός που έλαβε χώρα στην κρινομένη περίπτωση.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και εκ τούτου είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρεται, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έδωσε ποτέ εντολή, προφορική - τηλεφωνική, ή γραπτή, ή με FAX, στους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσείουσας για την επ' ονόματί του αγορά του επιμάχου ομολόγου με χρήματα των κεφαλαίων του, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής των συμφωνηθέντων με την εν λόγω εξουσιοδότηση, αλλά (δέχθηκε) ότι αυτοί (προστηθέντες) ενήργησαν την επ' ονόματί του αγορά του εν λόγω ομολόγου, χωρίς ενημέρωση και εντολή του γραπτή ή προφορική.

Περαιτέρω η με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο προβαλλόμενη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με την παραδοχή, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα απέστειλε ποτέ μέσω ταχυδρομείου την κίνηση των τηρουμένων σε αυτήν λογαριασμών του αναιρεσιβλήτου, από την οποία προέκυπτε η καταχώρηση του επιμάχου ομολόγου και οι αποδόσεις του, παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη του από 4-11-2002 εντύπου Γενικών Όρων Συναλλαγών, με τον 5γ όρο του οποίου είχε συμφωνηθεί, μεταξύ αυτής και του αντιδίκου της, ότι ως απόδειξη της αποστολής των γνωστοποιήσεων της κινήσεως των λογαριασμών του από αυτήν σε εκείνον θα χρησιμοποιείται το αντίγραφο του της ενημερωτικής βεβαιώσεως, που τηρείται στα αρχεία της, το οποίο και αυτή απέστελλε στον αναιρεσίβλητο, γεγονός που αποδείχθηκε, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, από τα υπ' αυτής προσκομισθέντα πρωτοδίκως και στο Εφετείο με αριθμούς 6 και 9 έγγραφά της.

Ό λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί με αυτόν, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω κύριους και πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, υπό την επίφαση, κατά περίπτωση, των αναιρετικών αυτών λόγων, πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Αφού δε, δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή του βασίμου περί τούτου αιτήματος του τελευταίου, που υπέβαλε κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2016 αίτηση και τους από 30-3-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., για αναίρεση της 1193/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ