1177/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1177/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 5-4-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1177 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1177/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην … και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ....
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 21-4-2017 δήλωση για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάντζιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 5-4-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει τα εξής: "Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν:
α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".
Το άρθρο δε 73 παρ. 1, 2 και 4 του ν.δ. 356/1974 ορίζει τα εξής: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ’ ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ’ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη. 4.
Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ.
η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής:
Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, και αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα (ΑΠ 1247/2015, 434/2015, 1898/2014). Περαιτέρω, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.
σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Βλάβη με την ανωτέρω έννοια ωστόσο δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Η "Τράπεζα ...." είχε απαίτηση σε βάρος της ανακόπτουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) ως εγγυήτριας πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό υπέρ της εταιρείας ... μετά δε τη συγχώνευση λόγω απορρόφησης της ανωτέρω Τράπεζας από την Τράπεζα "...
AE", η τελευταία εκχώρησε στο Δημόσιο την απαίτησή της από τη σύμβαση αυτή. Συγκεκριμένα, η "... AE" με το από 10-4-2006 έγγραφό της , που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 9-5-2006, της γνωστοποίησε ότι εκχώρησε στο καθού Ελληνικό Δημόσιο (και ήδη αναιρεσείον) την ανωτέρω απαίτηση εναντίον της, πηγάζουσα από τη σύμβαση εγγυήσεως, συνολικού ποσού 36.363.962 δρχ.
ή 106.717,42 ευρώ, ότι η εκχώρηση συντελέστηκε στις 13-4-2005 και ότι από την ημέρα αυτή το Δημόσιο κατέστη φορέας της ως άνω αξίωσης. Με βάση την ως άνω εκχώρηση το καθού προέβη, μέσω της ..., στην έκδοση της υπ’ αριθμ. ...4-8-2006 ταμειακής βεβαίωσης του ανωτέρω εκχωρηθέντος ποσού και στη συνέχεια επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας για την είσπραξη του ποσού αυτού.
Συγκεκριμένα, επειδή η αιτούσα (ενν. ανακόπτουσα) εργάζεται ως υπάλληλος στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του τελευταίου, ως τρίτου, όλων των αποδοχών της και ειδικότερα όσων αποδοχών αυτό της οφείλει ή μέλλει να της οφείλει και μέχρι του ποσού των 169.878,82 ευρώ. Η κατάσχεση έγινε με την επίδοση ...
στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ... κατασχετηρίου εγγράφου. Εντούτοις, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ...4-8-2006 ταμειακή βεβαίωση σε αυτήν αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της οφειλής της ανακόπτουσας, ήτοι 165.043,06 ευρώ για κεφάλαιο και τόκους, πλέον ποσού 4.835,76 ευρώ για "...", χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός στα αντίστοιχα κονδύλια κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους τόκων και λοιπά έξοδα, ...
ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από την ανακόπτουσα αλλά και από το δικαστήριο. Η ασάφεια και αοριστία αυτή δεν αίρεται από άλλα έγγραφα, που έχουν κοινοποιηθεί στην ανακόπτουσα, ... καθόσον το μόνο τέτοιο έγγραφο είναι η από 10-4-2006 "αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων" της τράπεζας "...
AE", στην οποία το μόνο που αναφέρεται είναι η ημεροχρονολογία της εκχώρησης και το ποσό της εκχωρούμενης απαίτησης, χωρίς διάκριση σε κεφάλαιο και τόκους ή αναλυτικό προσδιορισμό τόκων ή επιτοκίων ή λοιπών προσαυξήσεων. Από την ατελή όμως και αόριστη ως άνω περιγραφή των ένδικων απαιτήσεων, η ανακόπτουσα υφίσταται βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία της να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής της και να αποκρούσει αυτήν, η βλάβη δε αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της αόριστης αυτής ταμειακής βεβαίωσης".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και κατ’ αποδοχή της ανακοπής της αναιρεσίβλητης είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό την ταμειακή βεβαίωση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δηλαδή από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει με σαφήνεια το είδος του εσόδου (εκχωρήσεις από απαιτήσεις δανείων της Τράπεζας Κρήτης), η αιτία της οφειλής (εγγύηση δανείου), ενώ αναφέρεται και το ύψος της οφειλής, τόσο συνολικά, όσο και αναλυτικά κατά κεφάλαιο και τόκους (τόσο συμβατικούς, όσο και καθυστέρησης και υπερημερίας), είναι αβάσιμα, εφόσον το αναιρεσείον, για το κύρος της ταμειακής βεβαιώσεως θα έπρεπε να είχε κοινοποιήσει στην ανακόπτουσα πριν την άσκηση της ένδικης ανακοπής όλα τα ως άνω έγγραφα που συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο του, ο οποίος υλοποιείται μέσω του χρηματικού καταλόγου και ολοκληρώνεται μέσω της ταμειακής βεβαιώσεως, και όχι να τα προσκομίσει το πρώτον κατά τη συζήτηση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη κατ’ άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 204/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ