Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court's assessment of documents regarding lease transfer was not arbitrary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider an out-of-court admission contained in specific lawsuits filed by the tenants. The court held that the lower court's evaluation of these documents was not arbitrary and thus the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 73 of the Code of Civil Procedure; The court must independently verify procedural prerequisites for legal protection, and an appeal challenging a lower court's assessment of documentary evidence as arbitrary is inadmissible if the assessment is not arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1177 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1177/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χας Α. Μ., το γένος Κ. Κ., 2) Ε. Α. Μ., 3) Δ. Α. Μ., όλων κατοίκων ..., 4) Μ. χας Α. Μ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 5) Ι. Α. Μ., κατοίκου ... και 6) Α. Α. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παναγιώτου και οι 4η, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή - Νικόλαο Μανιατόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4768/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 15-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της από 4-12-2014 και με αριθμό καταθέσεως 1004/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 4768/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, δηλ. ο ίδιος φορέας του επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Η νομιμοποίηση των διαδίκων με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης για την παροχή έννομης προστασίας και ερευνάται ως τέτοια και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρ. 68 και 73 Κ.Πολ.Δ.) και η έλλειψή της (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή) συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.
Οι διατάξεις αυτές με τις οποίες προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της παροχής έννομης προστασίας και η αυτεπάγγελτη έρευνα της συνδρομής τους από το δικαστήριο, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου. Κατά συνέπεια, οι κανόνες που αναφέρονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, όπως είναι και η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, αποτελούν δικονομικούς κανόνες, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγο αναιρέσεως, κατά τον οποίο υπάρχει ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που ανάγεται στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο με βάση αυτά αίτημα, ώστε αυτό να είναι σαφές ως λογικό επακόλουθό τους, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 αρ. 8 και 14 λόγους αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο λόγο της αναιρέσεώς του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι αυτή παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεώς του, άλλως και επικουρικά ότι αυτή παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας του δικογράφου της.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση και εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονταν ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ήταν ο μισθωτής του επίδικου μισθίου καταστήματος, στον οποίο μεταβιβάστηκε η μισθωτική σχέση από τον πατέρα του και αρχικό μισθωτή με εκχώρηση απαιτήσεων και αναδοχή χρέους, στις οποίες συναίνεσαν και τις οποίες αποδέχθηκαν ως εκμισθωτές και όχι η Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης στην οποία, με βάση όρο της συμβάσεως μισθώσεως που το επέτρεπε, είχε εισφέρει ο αρχικός εκμισθωτής και πατέρας του εναγομένου το δικαίωμα χρήσης του μισθίου καταστήματος και την είχε εγκαταστήσει σ’ αυτό.
Επομένως, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους, ορισμένως και με επάρκεια οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι στον εναγόμενο αναιρεσείοντα είχε μεταβιβασθεί από τον αρχικό μισθωτή και πατέρα του, με εκχώρηση απαιτήσεων και αναδοχή χρέους και με την συναίνεσή τους ως εκμισθωτών, η μισθωτική σχέση και ότι αυτός ήταν ο μισθωτής του επίδικου μισθίου καταστήματος και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά δεν νομιμοποιούταν παθητικά ο εναγόμενος αναιρεσείων, άλλως ότι ήταν αόριστη η αγωγή ως προς την νομιμοποίησή του και παρά τον νόμο δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του Α.Κ., οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995) εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 12 Π.Δ. 34/1995) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχώρησης απαιτήσεων και αναδοχής χρέους κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή.
Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς το δεύτερο της μισθωτικής σχέσης, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στη σχέση αυτή και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτον ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.
Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή, ο δεύτερος δε την ιδιότητα του μισθωτή και η νομιμοποίηση για την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από την αρχική σύμβαση της μίσθωσης, εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τους.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 850, 471 και 477 του Α.Κ., σαφώς προκύπτει ότι με την άτυπη, υποσχετική σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που καταρτίζεται μεταξύ του δανειστή και τρίτου, παράγεται αυθυπόστατη, έναντι της κυρίας οφειλής, ενοχή του τρίτου (αναδοχέα) έναντι του δανειστή, δημιουργουμένης παθητικής εις ολόκληρο ενοχής, δικαιουμένου του δανειστή, κατ’ επιλογή του, να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής είτε από τον παλαιό οφειλέτη είτε από τον αναδοχέα του χρέους.
Η αναδοχή μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος. Ως μελλοντικό χρέος νοείται είτε εκείνο του οποίου ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), είτε εκείνο του οποίου ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης (πλήρης μελλοντική απαίτηση), υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί κατά τον χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.
Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ. ορίζεται ότι "ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία". Κατά τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης.
Εκτός όμως, από την πιο πάνω αποζημίωση χρήσεως ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (άρθρο 343 επ. ΑΚ), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του οφειλέτη, το οποίο τεκμαίρεται και την ανυπαρξία αυτού οφείλει να επικαλεσθεί κατ’ ένσταση και να αποδείξει ο οφειλέτης (άρθρα 336, 342 ΑΚ) για να απαλλαγεί.
Τέτοια ζημία είναι συνήθως το μίσθωμα, το οποίο θα λάμβανε ο εκμισθωτής από άλλο μισθωτή, εάν του παραδιδόταν το μίσθιο κατά τη λήξη της μισθώσεως. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά (Ολομ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Με το από 7-7-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, οι Α.
Δ. Μ. και Α. Δ. Μ. εξεμίσθωσαν στον Γ. Δ. Μ. το με στοιχεία Κ2 κατάστημα επιφανείας 60 τ.μ. μετά υπογείου χώρου επιφανείας 210 τ.μ. και παταριού επιφανείας 30 τ.μ., που βρίσκεται στο επί της οδού Ερμού αρ. 23 - 25 μέγαρο. Το εν λόγω μίσθιο ανήκε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους παραπάνω εκμισθωτές, κατά, δε, το υπόλοιπο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον παραπάνω μισθωτή.
Η συμβατική διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από την 1-10-1992 έως τις 30-9-2001 και ως μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε για τα δύο πρώτα έτη της μισθώσεως το ποσό των 700.000 δραχμών, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, αναπροσαρμοζόμενο εφεξής ανά διετία κατά ποσοστό 15% της αυξήσεως υπολογιζομένης επί του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους....
Συμφωνήθηκε, περαιτέρω, ότι, μετά την λήξη της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, η μίσθωση θα λυόταν, σε περίπτωση, όμως, παρατάσεώς της, είτε αναγκαστικώς είτε συμβατικώς, το μίσθωμα θα καθοριζόταν κατόπιν ελεύθερης διαπραγματεύσεως μεταξύ των συμβαλλομένων, σε καμία, όμως, περίπτωση θα καταβαλλόταν αύξηση μικρότερη του 15% ανά διετία επί του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο από τον μισθωτή αποκλειστικώς και μόνον ως κατάστημα πωλήσεως δερμάτινων ειδών, απαγορευομένης της καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβολής της χρήσεως. Κατ’ εξαίρεση, επετράπη η σύσταση από τον μισθωτή εντός του μισθίου οιασδήποτε μορφής εταιρεία στην οποία μόνα μέλη, εταίροι ή μέτοχοι θα ήταν πλην του μισθωτή ο υιός του Ι.
Μ. (και ήδη εναγόμενος) και η σύζυγός του, Ε. Μ., στην οποία ο μισθωτής δικαιούτο να εισφέρει όλα τα μισθωτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, πλην όμως, έναντι των εκμισθωτών θα παρέμενε και ατομικά υπεύθυνος (ο μισθωτής) για την καταβολή του μηνιαίου μισθώματος και την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως μισθώσεως.
Ο μισθωτής, Γ. Μ., κάνοντας χρήση του παραπάνω όρου της συμβάσεως εγκατέστησε από την πρώτη ημέρα της συμβάσεως μισθώσεως την ήδη συνεστημένη και λειτουργούσα από τις 30.07.1992 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ, ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ" με μέλη τον ίδιο, την σύζυγό του και τον ήδη εναγόμενο - υιό του, Ι.
Μ., η εταιρεία, δε, αυτή μετατράπηκε στις 29.09.2003, μετά την αποχώρηση των Γ. Μ. και Ε. Φ. - Μ. λόγω συνταξιοδοτήσεώς των, σε μονοπρόσωπη ΕΠΕ και μετονομάσθηκε σε "Ι. Γ. Μ. ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον ήδη εναγόμενο, Ι. Μ.... Με βάση τα παραπάνω η από 7-7-1992 έγγραφη σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως λειτούργησε μεταξύ των Α.
Μ. και Α. Μ. ως συνεκμισθωτών και του Γ. Μ. ως μισθωτή. Περαιτέρω με το από υπ’ αριθ. .../16.12.1998 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Φωτοπούλου - Καλαμαρά, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο αρχικός μισθωτής, Γ. Μ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα επί του μισθίου στον ήδη εναγόμενο υιό του, παρακρατώντας την επικαρπία αυτού εφ’ όρου ζωής, ενώ με την υπ’ αριθ. .../18.03.2008 συμβολαιογραφική πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένη, παραιτήθηκε και από το δικαίωμα της επικαρπίας, οπότε ο τελευταίος (εναγόμενος) απέκτησε την πλήρη κυριότητα του 1/3 εξ αδιαιρέτου του μισθίου.
Επί πλέον μετά την μεταβίβαση στον εναγόμενο και της επικαρπίας ο αρχικός μισθωτής Γ. Μ. μεταβίβασε κατόπιν συμφωνίας σε αυτόν (εναγόμενο) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή κατ’ άρθρο 361 ΑΚ από την από 07.07.1992 σύμβαση μίσθωσης, η εν λόγω, δε, μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης έγινε με την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων της εκχωρήσεως (άρθρα 455 επ.
ΑΚ) ως προς τα δικαιώματα και των διατάξεων περί σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρα 471 επ. ΑΚ) ως προς τις υποχρεώσεις του μισθωτή, ενώ στην πιο πάνω μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης από τον αρχικό μισθωτή Γ. Μ. στον εναγόμενο υιό του σιωπηρά συναίνεσαν οι εκμισθωτές, οι οποίοι επιπλέον ενέκριναν αυτή (μεταβίβαση μισθωτικής σχέσης) σιωπηρά (άρθρο 238 ΑΚ), όταν έλαβαν γνώση της μεταβίβασης (τον Μάρτιο του 2008), συναλλασσόμενοι έκτοτε με τον εναγόμενο ως μισθωτή....
Ενόψει της επικείμενης λήξεως της δεκαεξαετίας, οι συνεκμισθωτές Α. Μ. και οι τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγουσών που είχαν ήδη υπεισέλθει στη θέση του έτερου αρχικού συνεκμισθωτή, Α. Μ., άσκησαν την από 1-2-2008 (αυξ. αριθ. εκθ. καταθ. 43040/1410/28.02.2008) αγωγή κατά της μονοπρόσωπης ΕΠΕ με την επωνυμία "Ι. Γ. Μ., ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ, ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" και του Γ.
Μ., καταγγέλλοντας την ένδικη σύμβαση μισθώσεως και ζητώντας την κατ’ άρθρο 69 του ΚΠολΔ απόδοση της χρήσεως του μισθίου από την 1-10-2008, αγωγή που επεδόθη στους εκεί εναγομένους στις 17-3-2008. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθ. 2438/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που την απέρριψε ως αόριστη, η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ’ αριθ. 5953/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, η ένδικη σύμβαση μισθώσεως έληξε στις 30-9-2008, και έκτοτε ήταν αποδοτέο το μίσθιο. Δεν αποδείχθηκε ότι η από 7-7-1992 σύμβαση μίσθωσης λύθηκε με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών και ότι καταρτίσθηκε στις 2-1-1995 νέα αυτοτελής σύμβαση μισθώσεως μεταξύ των αρχικών συνεκμισθωτών Α. Μ. και του Α. Μ. συγκυριών κατά τα 2/3 εξ’ αδιαιρέτου του μισθίου και του πατέρα του Γ.
Μ. συγκυρίου κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου ως συνεκμισθωτών και της εταιρείας "Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ" ως μισθώτριας, με τους ίδιους όρους, ως προς το μίσθωμα, αναπροσαρμογές και συμφωνηθείσα χρήση, που περιέχονται στην από 07.07.1992 σύμβαση μισθώσεως. Ουδέποτε μισθώτρια υπήρξε η πιο πάνω ΕΠΕ και στη συνέχεια η μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "Ι.
Γ. Μ. ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ". Μισθωτής του μισθίου, όπως προαναφέρθηκε ήταν αρχικά ο Γ. Μ. και στη συνέχεια ο εναγόμενος στον οποίο μεταβιβάσθηκε η μισθωτική σχέση από τον πατέρα του Γ. Μ. ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από αυτή.... Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο εναγόμενος με την από 13-3-2008 εξώδικη δήλωσή του που απέστειλε στους εκμισθωτές μαζί με τον αρχικό εκμισθωτή και δικαιοπάροχό του Γ.
Μ., ομολόγησε ότι η ένδικη σύμβαση μισθώσεως έληγε στις 30-9-2008, η προαναφερόμενη όμως μονοπρόσωπη ΕΠΕ, μισθώτρια κατά τους ισχυρισμούς του, παραμένει στην χρήση του μισθίου έως και σήμερα, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι τελούσε σε πλάνη ως προς τον χρόνο λήξης της μίσθωσης.... Κατά τον ίδιο χρόνο, το μηνιαίο μίσθωμα είχε ανέλθει στο ποσό των 9.462,78 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%.
Ο εναγόμενος κατέβαλε, μετά από συμφωνία με τους Α. και Α. Μ., όσο αυτοί βρίσκονταν εν ζωή και μετέπειτα με τους ενάγοντες - κληρονόμους τους, ως αποζημίωση χρήσεως το παραπάνω ποσό, επιμεριζόμενο στο ποσό των 3.142,26 ευρώ σε καθέναν από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2010 όσον αφορά στις τρεις τελευταίες των εναγόντων, ενώ από 1-10-2008 και μέχρι την 1-10-2009 ο εναγόμενος κατέβαλε ως αποζημίωση χρήσεως το ποσό των 3.255,38 ευρώ, το οποίο αυτοβούλως αύξησε από την 1-10-2009 και μέχρι τις 31-1-2011 στο ποσό των 3.743,68 ευρώ.
Από την 1-2-2011 ο εναγόμενος έπαυσε να καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στους ενάγοντες. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι εάν η χρήση του μισθίου ακινήτου είχε παραδοθεί από τον εναγόμενο στους ενάγοντες από τις 30-9-2008, θα μπορούσαν αυτοί, ως κοινωνοί έχοντες την πλειοψηφία (2/3) εξ αδιαιρέτου να εκμισθώσουν το μίσθιο σε τρίτο....
Ότι, με βάση τα συναλλακτικά ήθη που διέπουν τις μισθώσεις καταστημάτων των ομοειδών με την ανωτέρω επιχειρήσεων της περιοχής, τις ειδικές περιστάσεις που προεκτέθηκαν και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τους ενάγοντες - συνεκμισθωτές καθώς και την σοβαρή οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα από το 2009, εφόσον το μίσθιο αποδιδόταν σε αυτούς από τον εναγόμενο μισθωτή αμέσως μετά την λήξη της μίσθωσης, οι ενάγοντες κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, μετά πιθανότητας θα το εκμίσθωναν σε άλλον έναντι μηνιαίου μισθώματος ως ακολούθως: 1) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2008 έως την 31-1-2010 στο ποσό των 27.000 ευρώ μηνιαίως, 2) για το χρονικό διάστημα από την 1-2-2010 έως την 31-12-2010 στο ποσό των 24.000 ευρώ μηνιαίως και 3) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως την 31-12-2011 στο ποσό των 20.000 ευρώ μηνιαίως.
Αντί των ποσών αυτών, ο εναγόμενος κατέβαλε ως αποζημίωση χρήσης στους ενάγοντες εκμισθωτές το συνολικό ποσό των 9.766,14 ευρώ μέχρι τις 30-9-2009 και από την 1-10-2009 αυξήθηκε στο ποσό των 11.231 ευρώ μέχρι και τις 31-1-2011, ενώ από την 1-2-2011 και μέχρι τις 31-12-2011 ουδέν ποσό κατέβαλε. Επομένως, ο εναγόμενος που υπαιτίως δεν απέδωσε το μίσθιο στους ενάγοντες κατά την λήξη της σύμβασης μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση (περαιτέρω ζημία) στους ενάγοντες τη διαφορά".
Δηλαδή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι ο αρχικός μισθωτής του επίδικου μισθίου και πατέρας του εναγομένου Γ. Δ. Μ. εισέφερε από την αρχή της μισθώσεως μόνον τη χρήση του μισθίου καταστήματος στην Ε.Π.Ε., στην οποία ήταν εταίροι αυτός, ο εναγόμενος γυιός του και η σύζυγός του και η οποία μετατράπηκε στη συνέχεια από τις 29-9-2003 σε μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.
με μοναδικό εταίρο τον εναγόμενο γυιό του και δεν μεταβίβασε σε αυτήν όλη τη μισθωτική σχέση και ότι μεταβίβασε για πρώτη φορά όλη τη μισθωτική σχέση στον εναγόμενο γυιό του μετά την 18-3-2008 που παραιτήθηκε από την επικαρπία του εξ αδιαιρέτου μεριδίου στο μίσθιο κατάστημα, η δε μεταβίβαση της όλης μισθωτικής σχέσης έγινε κατόπιν συμφωνίας με την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων της εκχωρήσεως ως προς τα δικαιώματα και των διατάξεων περί σωρευτικής αναδοχής χρέους ως προς τις υποχρεώσεις του μισθωτή, ενώ στην πιο πάνω μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης από τον αρχικό μισθωτή Γ.
Μ. στον εναγόμενο γυιό του σιωπηρά συναίνεσαν και οι εκμισθωτές, οι οποίοι επιπλέον την ενέκριναν και σιωπηρά, όταν έλαβαν γνώση της μεταβίβασης, συναλλασσόμενοι από το Μάρτιο του έτους 2008 με τον εναγόμενο ως μισθωτή. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος μισθωτής που υπαιτίως δεν απέδωσε το μίσθιο στους ενάγοντες κατά την λήξη της σύμβασης μίσθωσης, οφείλει ως επιπλέον αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την εκμίσθωση του μισθίου καταστήματος σε τρίτους στους ενάγοντες τη διαφορά μεταξύ των ποσών του μισθώματος που τους κατέβαλε ως αποζημίωση χρήσεως και των ποσών που θα εισέπρατταν αυτοί ως μισθώματα από τρίτους μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν το μίσθιο κατάστημά τους αποδιδόταν από τον εναγόμενο μισθωτή αμέσως μετά την λήξη της μίσθωσης.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος εναγομένου ως μισθωτή κατ’ εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ., 471 και 593 του Α.Κ. και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές, στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως και επίσης διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την υποχρέωση του εναγομένου αναιρεσείοντος να καταβάλει περαιτέρω αποζημίωση στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους για την αποθετική ζημία που υπέστησαν από διαφυγόντα κέρδη λόγω της υπαίτιας από μέρους του μη παραδόσεως του μισθίου καταστήματος κατά τη λήξη της μισθώσεως κατ’ εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 336, 342 και 601 του Α.Κ., τις οποίες επίσης δεν παραβίασε εκ πλαγίου και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.
Επομένως, οι περί του εναντίου δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ανταίτησης, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ότι ο πατέρας του μεταβίβασε κατόπιν συμφωνίας σ’ αυτόν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή με συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων περί εκχωρήσεως και περί αναδοχής χρέους, ενώ τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό δεν είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες με την αγωγή τους.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση και εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι πρότειναν με την αγωγή τους τον ισχυρισμό ότι στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα μεταβιβάστηκε η μισθωτική σχέση από τον πατέρα του και αρχικό μισθωτή με εκχώρηση απαιτήσεων και αναδοχή χρέους, στις οποίες συναίνεσαν και τις οποίες αποδέχθηκαν ως εκμισθωτές και κατά συνέπεια ο ως άνω τέταρτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν συνάγεται εξώδικη ομολογία από τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, η οποία εξώδικη ομολογία εκτιμάται κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ελεύθερα, ανάγεται στα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν ιδρύεται αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο συνάγεται, κατά τον αναιρεσείοντα, εξώδικη ομολογία του αντιδίκου του.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή κατά του εναγομένου αναιρεσείοντος γιατί δέχθηκε ότι σ’ αυτόν μεταβιβάστηκε από τον πατέρα του η μισθωτική σχέση το Μάρτιο του έτους 2008 και έκτοτε ήταν μισθωτής του επίδικου μισθίου.
Το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω σαφές πόρισμά του, έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφαση, εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, και όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία μάλιστα αναφέρεται ειδικά η από 1-2-2008 αγωγή αποδόσεως του μισθίου που άσκησαν οι εκμισθωτές κατά του πατέρα του εναγομένου ως μισθωτή και κατά της μονοπρόσωπης Ε.Π.Ε.
ως εταιρείας στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου από το μισθωτή και κατέχει το μίσθιο, αφού μέχρι τότε δεν είχε μεταβιβασθεί η μισθωτική σχέση στον εναγόμενο και ο τελευταίος δεν είχε μέχρι τότε την ιδιότητα του μισθωτή, καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όχι μόνον την ως άνω αγωγή αποδόσεως μισθίου, αλλά και την από 21-5-2009 αγωγή περί καταβολής αποζημιώσεως χρήσεως την οποία άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές κατά του αναιρεσείοντος εναγομένου, ήτοι τα έγγραφα στα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περιέχεται εξώδικη ομολογία των εναγόντων αναιρεσιβλήτων ότι μισθώτρια του μισθίου καταστήματος ήταν η Ε.Π.Ε.
Το Εφετείο όμως, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε ότι στα ως άνω έγγραφα (αγωγές) περιέχεται η επικαλουμένη εξώδικη ομολογία. Ενόψει τούτων ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρου 559 αρ. 11γ’ του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο η επικληθείσα εξώδικη ομολογία των αντιδίκων του, περιεχομένη στα ως άνω έγγραφα (αγωγές), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπόψη εξώδικης ομολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα και ειδικότερα περί την εκτίμηση των ως άνω εγγράφων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2014 και με αριθμό καταθέσεως 1004/ 2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 4768/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ