Legislator Case Law & Legislation
1177/2014 AI generated

1177/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1177/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1177/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πριν από την επαγωγή, ηρτημένου του καταπιστεύματος, δεν μπορεί ο καταπιστευματοδόχος να προβεί σε αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας, αν δε αυτή (αποδοχή ή αποποίηση) γίνει είναι άκυρη (αρθρ. 1940 και 1851 εδ. Α ΑΚ), εκτός αν ο βεβαρημένος κληρονόμος μετά την αποδοχή της κληρονομιάς παραιτηθεί από αυτήν υπέρ του καταπιστευματοδόχου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1177 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1177/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. ή Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Νικόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., η οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Καρρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 573/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 26/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και του τρίτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1923 παρ. 1 ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξης "καταπίστευμα".

Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη, να γίνει κάποιος κληρονόμος του μόνο για ορισμένο διάστημα και μετά κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος. Ο καταπιστευματοδόχος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, που πληρώνεται με το θάνατο του διαθέτη, και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική αίρεση ή προθεσμία της αντικατάστασης του αρχικού άμεσα κληρονόμου.

Είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης κάθε φορά, πότε, από τον τρόπο διατύπωσης της τελευταίας βούλησης, ενυπάρχει σ' αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος δια της καταλήψεως της επικαρπίας ή κληροδοσία της επικαρπίας και ποιο είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1846, 1935 παρ. 1 και 1940 του ΑΚ, η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται αυτοδίκαια ως σύνολο (1710 ΑΚ) μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, αν ο διαθέτης δεν έταξε κάποιο λόγο ή γεγονός ή χρονικό σημείο, μόλις δε γίνει η επαγωγή αυτός δικαιούται να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομιά μέσα στη νόμιμη προθεσμία και εάν το καταπίστευμα αφορά ακίνητα πρέπει να προβεί σε δήλωση αποδοχής του καταπιστεύματος και μεταγραφής αυτής (άρθρ. 1846, 1193 και 1195 ΑΚ), χωρίς τις οποίες δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητάς τους σ' αυτόν, αλλά μόνο η νομή (άρθρ. 938 ΑΚ).

Πριν από την επαγωγή, ηρτημένου του καταπιστεύματος, δεν μπορεί ο καταπιστευματοδόχος να προβεί σε αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας, αν δε αυτή (αποδοχή ή αποποίηση) γίνει είναι άκυρη (αρθρ. 1940 και 1851 εδ. Α ΑΚ), εκτός αν ο βεβαρημένος κληρονόμος μετά την αποδοχή της κληρονομιάς παραιτηθεί από αυτήν υπέρ του καταπιστευματοδόχου.

Περαιτέρω με την επαγωγή του καταπιστεύματος επέρχεται αυτοδίκαια παύση της ιδιότητας του κληρονόμου και αυτοδίκαιη κτήση της ιδιότητας αυτής από τον καταπιστευματοδόχο, ο οποίος είναι καθολικός και άμεσος, απευθείας, διάδοχος του διαθέτη, δηλαδή δεν γίνεται διάδοχος του βεβαρημένου, ούτε αποκτά από αυτόν δικαιώματα ως κληρονόμος.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1923 παρ. 2 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο" προκύπτει ότι το καταπίστευμα συνιστάται μόνο σε ένα βαθμό και δεν επαναλαμβάνεται πέραν του (πρώτου) καταπιστευματοδόχου, γιατί καταπίστευμα επί καταπιστεύματος, ήτοι καταπίστευμα εις βάρος του καταπιστευματοδόχου δεν αναγνωρίζεται από τον Αστικό Κώδικα, η δε σύσταση τέτοιου καταπιστεύματος ως απαγορευμένη από το νόμο είναι άκυρη (άρθρ. 174 ΑΚ).

Όμως υποκατάσταστος μπορεί να ταχθεί και στον καταπιστευματοδόχο, δηλαδή για την περίπτωση κατά την οποία αυτός εκπέσει πριν από την αποδοχή του καταπιστεύματος. Ότι είναι δυνατή και η υποκατάσταση στον καταπιστευματοδόχο είναι αναμφίβολο, γιατί και αυτή είναι εγκατάσταση και επομένως εφαρμόζονται και ως προς αυτήν τα περί εγκαταστάσεως (άρθρ. 1940 ΑΚ), εφόσον οι ειδικές περί εγκαταστάσεως διατάξεις δεν ορίζουν κάτι άλλο.

Άλλο όμως είναι υποκατάστατος του καταπιστευματοδόχου και άλλο δεύτερος καταπιστευματοδόχος, γιατί δεύτερο καταπιστευματοδόχο, δηλαδή υποκατάστατο του καταπιστευματοδόχου, για χρόνο μετά την αποδοχή από αυτόν του καταπιστεύματος δεν επιτρέπει, όπως αναφέρεται πιο πάνω ο Αστικός Κώδικας. Περαιτέρω από τη διάταξη του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 20/2011). Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του εδαφίου 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ελλείψει αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας για ακίνητο που περιήλθε σ' αυτήν παραγώγως και δη από αγορά, και ως αμέσου εκ διαθήκης κληρονόμου και ως καταπιστευματοδόχου του αποβιώσαντος στις 2.7.1968 και καταλιπόντος δύο ιδιόγραφες διαθήκης πατέρα της ίδιας και του εναγομένου, ο οποίος ως ηττηθείς διάδικος νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης αναιρέσεως (άρθρ. 556 παρ. 1 ΚΠολΔικ) "Ο πατέρας των διαδίκων, Θ.

Κ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε στις 2-7-1968, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, εμβαδού 489,25 τ,μ. μετά της επ' αυτού ισογείου οικίας, αποτελούμενης από δύο δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, που βρίσκεται στην συνοικία «...« στην Κατερίνη, και στο υπό στοιχεία Α/11ε οικοδομικό τετράγωνο, περιήλθε δε αυτό στον πατέρα των διαδίκων δυνάμει του υπ' αριθμ. 89/11-9-1967 Παραχωρητηρίου της Νομαρχίας Πιερίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στις 15-9-1967 στον τόμο ...

με α/α 198. Ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλιπε κατά τον, ως άνω, χρόνο του θανάτου του τις από 26-2-1965 δύο (2) ιδιόγραφες, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, διαθήκες του, οι οποίες δημοσιεύθηκαν και κηρύχθηκαν κυρίες, δυνάμει των υπ' αριθμ. 33/28-11-1968 και 12/6-3-1969 πρακτικών και αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης αντίστοιχα.

Ο ως άνω διαθέτης, με τον πρώτο όρο των προαναφερομένων διαθηκών, κατέλιπε στη σύζυγο του Ε., και μέχρι το θάνατο της τελευταίας την ως άνω επίδικη οικία, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι μετά το θάνατό της η οικία θα περιέλθει στην ενάγουσα-εφεσίβλητη, θυγατέρα του, με τον πρόσθετο όρο ότι αν αυτή νυμφευθεί, η οικία θα περιέλθει μετά το γάμο της και μετά το θάνατο της ως άνω μητέρας της, σε εκείνον από τα αδέλφια, της που θα την προικίσει.

Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για καταπίστευμα, με βεβαρημένο κληρονόμο τη σύζυγο του ως άνω διαθέτη, καταπιστευματοδόχο την εφεσίβλητη-θυγατέρα του και υποκατάστατο αυτής εκείνον από τα αδέλφια της που θα την προικίσει. Ο όρος, στις ως άνω διαθήκες, ότι «αν η εφεσίβλητη-θυγατέρα του νυμφευθεί, η οικία θα περιέλθει μετά το γάμο της και μετά το θάνατο της ως άνω μητέρας της σε εκείνον από τα αδέλφια που θα την προικίσει», είναι έγκυρος και με σαφήνεια προκύπτει ότι δεν πρόκειται, για σύσταση δευτέρου καταπιστεύματος, ούτε για κληροδοσία, αλλά για υποκατάσταση στον καταπιστευματοδόχο, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν γίνει κληρονόμος, δηλαδή στην περίπτωση που η εφεσίβλητη νυμφευθεί και κάποιο από τα αδέλφια της την προικίσει, η οικία με το πέριξ αυτής οικόπεδο θα περιέλθει σ' αυτόν αλλά μετά το θάνατο της μητέρας του.

Επίσης με τον έβδομο όρο των ως άνω διαθηκών, ο ως άνω κληρονομούμενος κατέλιπε στην εφεσίβλητη και 5,5 στρέμματα αγρού στη θέση «...», όπως δε συγκεκριμένα όρισε «Την θυγατέρα μου Ε. πλην της οικίας της αφήνω και 5 1/2 στρέμματα αγρού στη θέση ...». Με τις ίδιες ως άνω διαθήκες, ο κληρονομούμενος-πατέρας των διαδίκων, εγκατέστησε κληρονόμο του και τον εκκαλούντα-γιό του, στον οποίο κατέλιπε με τον τρίτο όρο αυτών, μέρος του επιδίκου οικοπέδου και συγκεκριμένα «...

από το δένδρο της κληματαριάς και κάτω 9 μέτρα...», ορίζοντας επίσης ότι «... από το όπισθεν μέρος θα αφήσει διάδρομο 1,5 μέτρου να περνούν δια το αποχωρητήριον ...». Ο εκκαλών αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν, με τις ως άνω δύο ιδιόγραφες διαθήκες, κληρονομιά δυνάμει της υπ' αριθμ. .../7-10-1982 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κατερίνης Μιχαήλ Διατσίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο ...

με α/α 188, ειδικότερα δε αποδέχθηκε ένα τμήμα οικοπέδου, εμβαδού 101,25 τ.μ., κειμένου στην Κατερίνη και επί της οδού ..., το οποίο αποτελεί μέρος του υπ' αριθμ. Α-112 επιδίκου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 489,25 τ.μ. Στη συνέχεια και την επόμενη ακριβώς ήμερα, ήτοι στις 8-10-1982 ο εκκαλών-εναγόμενος (επειδή είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, πώλησε στην εφεσίβλητη κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ανωτέρω τμήμα του οικοπέδου, ήτοι αυτό των 101,25 τ.μ.

έναντι τιμήματος 200.000 δραχμών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-10-1982 συμβολαίου πώλησης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... με α/α 273. Κατόπιν η ως άνω μητέρα των διαδίκων Ε., το γένος Μ. Τ., με την υπ' αριθμ. .../14-10-1982 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Κατερίνης Κωνσταντίνος Συλλόπουλος, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 168 με α/α 73, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν, κατά τα ως άνω, κληρονομιά του συζύγου της, συγκεκριμένα δε αποδέχθηκε την επικαρπία μιας παλαιάς ετοιμόρροπης οικίας (επίδικης) μετά του υπ' αυτής οικοπέδου, εμβαδού 400 τ.μ.

περίπου, όπως το τμήμα αυτό του οικοπέδου προέκυψε μετά την αφαίρεση του ως άνω τμήματος των 101,25 τ.μ. που είχε επαχθεί στον εκκαλούντα. Στη συνέχεια η ανωτέρω με την υπ' αριθμ. .../14-10-1952 συμβολαιογραφική πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 158 με α/α 67, το οποίο κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη, παραιτήθηκε υπέρ της τελευταίας από το δικαίωμα της επαχθείσας σ' αυτήν επικαρπίας, δηλαδή παραιτήθηκε του δικαιώματος που είχε στο άνω ακίνητο για όλη της τη ζωή, υπέρ της εφεσίβλητης-θυγατέρας της-καταπιστευματοδόχου, η οποία είχε ήδη παντρευτεί (13-3-1982).

Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται, η εφεσίβλητη με την υπ' αριθμ. .../19-8-1983 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κατερίνης Ιωάννη Βακαλίκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο ... με α/α 188, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν, κατά τα ως άνω, κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της, συγκεκριμένα δε αποδέχθηκε την ψιλή κυριότητα μιας παλαιάς ετοιμόρροπης οικίας (επίδικης) μετά του υπ' αυτής και πέριξ αυτής οικοπέδου, εμβαδού 400 περίπου τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος οικοπέδου, εμβαδού 489,25 τ.μ.

Έτσι με τον τρόπο αυτό η εφεσίβλητη από το έτος 1983 κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ολόκληρου του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 489,25 τ.μ., το οποίο μετά από νεότερη καταμέτρηση βρέθηκε να έχει εμβαδόν 461,50 τ.μ. και σήμερα, μετά τη ρυμοτόμηση, αυτού έχει εμβαδόν 452,89 τ.μ., εμφαίνεται δε τούτο και απεικονίζεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Τ6-Τ1-Α στο από Μάιος 2008 επισυναπτόμενο, στην υπό κρίση αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Τ., που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... αριθμός 15 και ..., στο Ο.Τ. ... στην Ενότητα Βατάν, Τομέας III, μετά της επ' αυτού πεπαλαιωμένης διώροφης οικίας, συνολικού εμβαδού 70,60 τ.μ., αποτελούμενης από ισόγειο όροφο και από πρώτο όροφο, εμβαδού εκάστου 35,30 περίπου τ.μ. καθώς και από μία πεπαλαιωμένη ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 15 τ.μ.

περίπου, το οποίο συνορεύει ολόγυρα με οδούς ... και ... και με ακίνητα (οικόπεδα) αγνώστων ιδιοκτητών. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-εναγόμενος στις 11-9-2007, μετά το θάνατο της μητέρας του (11-2-2007) με την υπ' αριθμ. .../11-9-2007 έκθεση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία μετέγραφε στις 21-9-2007 στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, στον τόμο ...

με α/α 86, αποδέχθηκε την ως άνω κληρονομιά του πατέρα του, θεωρώντας τον εαυτό του κληρονόμο της ως άνω οικίας με το υπ' αυτής και πέριξ αυτής οικόπεδο, εμβαδού 400 τ.μ. περίπου εξ αδιαιρέτου από την ολική έκταση 489,25 τ.μ., αφού αυτός, όπως ισχυρίζεται, προίκισε την εφεσίβλητη-αδελφή του, με αποτέλεσμα το επίδικο να περιέλθει σ' αυτόν, μετά το θάνατο της μητέρας του.

Στη συνέχεια ο εκκαλών και συγκεκριμένα στις 5-5-2008 υπέβαλε αίτηση στο τμήμα έκδοσης οικοδομικών αδειών της Πολεοδομίας του Δήμου Κατερίνης, στην οποία ανέφερε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος της ως άνω επίδικης οικίας μετά του υπ' αυτής οικοπέδου και ζητούσε να πληροφορηθεί, σχετικά με την οικοδομική άδεια που είχε εκδοθεί για την ανέγερση πενταόροφης οικοδομής στο επίδικο οικόπεδο, για την οποία αυτός δεν είχε δώσει εντολή σε κανένα μηχανικό, προσκομίζοντας και την ως άνω υπ' αριθμ. .../11-9-2007 έκθεση αποδοχής κληρονομιάς.

Ο εκκαλών δεν αρκέστηκε μόνο στις πιο πάνω ενέργειες αλλά στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. .../3-4-2008 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κατερίνης Σταυρούλας Μπαγλατζή-Κανδήλα που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... με α/α 296 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, προέβη σε δωρεά κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 388 τ.μ.

μετά της επ' αυτού παλιάς ετοιμόρροπης οικίας, εμβαδού 56 τ.μ. προς την Ιερά Μονή Παναγίας Μακρυρράχης. Ο εκκαλών εκτός από τις ως άνω ενέργειές του με τις οποίες αμφισβητεί και προσβάλλει την κυριότητα της εφεσίβλητης επί του επιδίκου, και κατά συνέπεια νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αμφισβητεί αυτήν και με τις προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι, ο κληρονομούμενος κατέλιπε το επίδικο με τις προαναφερόμενες δύο διαθήκες του όχι στην εφεσίβλητη, αλλά σε εκείνον εκ των αδελφών της που θα την προίκιζε, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι η βούληση του διαθέτη ήταν να μην παραμείνει το επίδικο οικόπεδο οριστικά στην εφεσίβλητη, αλλά μέχρι του χρονικού σημείου του γάμου της, και μέχρι το θάνατο της μητέρας τους.

Επίσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι, καθ' ομολογία όλων των λοιπών άρρενων αδελφών του αυτός ήταν που εκπλήρωσε την επιθυμία του πατέρα τους να προικισθεί η εφεσίβλητη αδελφή τους, αναγνωρίζοντας έτσι αυτοί σιωπηρά την αποκλειστική του κυριότητα επί του επιδίκου. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ουδόλως αποδείχθηκαν.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι κανένας από τους αδελφούς της εφεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, δεν ενδιαφέρθηκε να την προικίσει. Στις 13-3-1982, που παντρεύτηκε η εφεσίβλητη, αλλά και πριν από το γάμο της, ο εκκαλών αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν είχε τη δυνατότητα να προικίσει την εφεσίβλητη αδελφή του.

Γι' αυτό στη συνέχεια το ίδιο έτος και συγκεκριμένα στις 8-10-1982 ο εκκαλών πώλησε το τμήμα του οικοπέδου που κληρονόμησε από τον πατέρα του με τις ως άνω διαθήκες στην εφεσίβλητη αδελφή του, αντί τιμήματος 200.000 δραχμών, προκειμένου να εξοφλήσει τα χρέη του προς τρίτους. Επίσης η μητέρα των διαδίκων με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, γνωρίζοντας το περιεχόμενο των δύο διαθηκών του συζύγου της και το γεγονός ότι κανένα από τα άρρενα τέκνα της δεν προίκισε την εφεσίβλητη, παραιτήθηκε μετά το γάμο αυτής (εφεσίβλητης), του δικαιώματος που είχε στο επίδικο ακίνητο, για όλη της τη ζωή, υπέρ της εφεσίβλητης θυγατέρας της και όχι υπέρ άλλου άρρενος τέκνου της.

Μόνη δε η αόριστη και αντιφατική κατάθεση σχετική του μάρτυρα του εκκαλούντα-αδελφού των διαδίκων, περί δήθεν προίκισης αυτής από τον εκκαλούντα, με χρυσαφικά και υποβολής του σε δαπάνες για την αιτία αυτή, συνολικού ποσού 30.000 δραχμών, χωρίς όμως να γνωρίζει πότε και που παντρεύτηκε η εφεσίβλητη αδελφή του, πότε έγιναν οι δαπάνες αυτές ή να έχει ιδία αντίληψη γι' αυτές ή να υπάρχουν σχετικές αποδείξεις, δεν είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετη δικανική κρίση περί της κυριότητας της εφεσίβλητης.

Από το περιεχόμενο των ως άνω δύο διαθηκών που είναι ακριβώς το ίδιο, προκύπτει με σαφήνεια ότι πρωτεύον ζήτημα, όσον αφορά το πρόσωπο του υποκατάστατου του καταπιστευματοδόχου, ήταν ο γάμος της εφεσίβλητης σε συνδυασμό με την προίκισή της από κάποιο από τα αδέλφια της. Εάν κανένα από τα αδέλφια της εφεσίβλητης δεν την προίκιζε, τότε το επίδικο ακίνητο θα το κληρονομούσε η εφεσίβλητη και αν ακόμη είχε παντρευτεί, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.

Όλες οι διατάξεις των ως άνω διαθηκών είναι σαφείς, χωρίς να υπάρχει με αυτές ατελής έκφραση της βούλησης του διαθέτη-πατέρα των διαδίκων, και κατά συνέπεια αυτές οι διατάξεις δεν χρήζουν ερμηνείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1923 παρ. 1, 1710, 1712 και 1846 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα παραγωγικά της αποκτήσεως από την ενάγουσα της κυριότητας του επιδίκου, από κληρονομική διαδοχή και αγορά, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πατέρας των διαδίκων με δύο ταυτόσημες, από 26.2.1965, νόμιμα δημοσιευθείσες και κηρυχθείσες κύριες ιδιόγραφες διαθήκες, κατέλιπε στη σύζυγό του και μητέρα των διαδίκων Ελένη και μέχρι το θάνατο της τελευταίας την επικαρπία της επίδικης οικίας μετά του πέριξ οικοπεδικού χώρου της εκτός από ένα μέρος του οικοπέδου αυτού "...

από το δέντρο της κληματαριάς και κάτω 9 μέτρα" στο οποίο εγκατέστησε ως κληρονόμο τον εναγόμενο, ορίζοντας ταυτόχρονα καταπιστευματοδόχο και υποκατάστατο του καταπιστευματοδόχου και ορίζοντας ότι μετά το θάνατο της συζύγου του, που επισυνέβη στις 11.2.2007, το επίδικο θα περιέλθει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη θυγατέρα του και εάν αυτή νυμφευθεί και κάποιο από τα αδέλφια της την προικίσει τότε το επίδικο, πάντα από του ίδιου χρονικού σημείου, ήτοι μετά το θάνατο της μητέρας τους, να περιέλθει στον αδελφό αυτό.

Ότι η κληρονόμος μητέρα των διαδίκων με την υπ' αριθμ. .../14.10.1982, νομίμως μεταγραφείσα, δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Κατερίνης Κων/νου Συλλόπουλου, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν επικαρπία του ακινήτου, από την οποία στη συνέχεια και με το επόμενο κατ' αριθμό συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, ήτοι την υπ' αριθμ. .../14.10.1982 δήλωση, παραιτήθηκε του δικαιώματός της αυτού, υπέρ της αναιρεσίβλητης θυγατέρας της, που από 13.3.1982 είχε παντρευτεί και ότι η τελευταία στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. .../19.8.1983 νόμιμα μεταγραφείσα δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Κατερίνης Ιωάννη Βακαλίκου, αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα της και συγκεκριμένα την ψιλή κυριότητα του καταλειφθέντος ακινήτου και με τον τρόπο αυτό από το 1983 έγινε αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του όλου επιδίκου, καθόσον προγενέστερα με το υπ' αριθμ. .../8.10.1982, νόμιμα μεταγεγραμένο, συμβόλαιο πώλησης, είχε αγοράσει από τον εναγόμενο αδελφό της το καταλειφθέν σε εκείνον με την ίδια διαθήκη μέρος το επιδίκου οικοπέδου.

Ότι οι διατάξεις των διαθηκών είναι σαφείς και δεν υπάρχει σ' αυτές ατελής έκφραση της βούλησης του διαθέτη πατέρα των διαδίκων και ότι κατά συνέπεια δεν χρήζουν ερμηνείας, ενώ δεν συνέτρεξε ο όρος της διαθήκης περί προικίσεως της ενάγουσας από κάποιον από τα αδέλφια της και συγκεκριμένα από τον εναγόμενο, στον οποίο η μετά το θάνατο της μητέρας τους (11.2.2009) αποδοχή της βεβαρημένης με καταπίστευμα κληρονομίας και ως υποκατάστατος του καταπιστευματοδόχου (υπ' αριθμ. 401/11.9.2007 νόμιμα μεταγεγραμμένη αποδοχή κληρονομιάς στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) δεν προσεπόρισε δικαιώματα, γιατί δεν χώρησε υποκατάσταση, αφού αυτός δεν προίκησε την αδελφή του, που νόμιμα αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά και δη την ψιλή κυριότητα ως άμεσος κληρονόμος και την επικαρπία ως καταπιστευματοδόχος προ του ορισθέντος με τη διαθήκη χρόνου, λόγω παραιτήσεως από την κληρονομιά (επικαρπία) υπέρ αυτής της βεβαρημένης με το καταπίστευμα μητέρας της.

Ενόψει των προεκτεθέντων, οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 πρώτος και τρίτος από τους λόγους της αναιρέσεως, οι οποίοι εκτός των άλλων, στηρίζονται και στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις ως άνω διαθήκες του πατέρα των διαδίκων καταλείφθηκε στη μητέρα αυτών η ψιλή κυριότητα του επιδίκου, ενώ το Εφετείο δέχθηκε, κατά την έκθεση των πραγματικών γεγονότων, ότι με τις επίμαχες διατάξεις καταλείφθηκε στη μητέρα τους μόνο η επικαρπία, στη δε ενάγουσα η ψιλή κυριότητα του επιδίκου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή κατά την έννοια του αριθμού 8 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ο λόγος αναίρεσης της αποφάσεως για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή, ως προς το νόμω βάσιμό της.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ενώ η αγωγή είχε ως βάση την εκ διαθήκης επαγωγή στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα και την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από αυτήν λόγω αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομίας του διαθέτη πατέρα της, βάσει των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712, 1721, 1846 και 1193 ΑΚ, αυτή (προσβαλλόμενη) μετέτρεψε ανεπίτρεπτα τη βάση της αγωγής στην δια κληρονομικού καταπιστεύματος επαγωγή της κληρονομιάς και συνακόλουθα έλαβε υπόψη της "πράγματα" που δεν προτάθηκαν.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής επικύρωσε την ενσωματωθείσα σ' αυτήν πρωτόδικη απόφαση, η οποία αναφερόμενη στα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, υπήγαγε την αγωγή στις νομικές διατάξεις της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 1923 παρ. 1 ΑΚ, την οποία δεν αναφέρει μολονότι εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της και τα οποία αναφέρονται στην αγωγή όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

Οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου αφορούν σε παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων και ιδιαίτερα από το περιεχόμενο των επίδικων ιδιογράφων διαθηκών, οι οποίες παραδοχές δεν μεταβάλουν την ιστορική βάση της αγωγής και ως αφορώσες σε συμπεράσματα και επιχειρήματα του δικαστηρίου, που τούτο συνήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της επικαλουμένης διατάξεως του αριθμού 8 εδ.

Α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 160/2014, ΑΠ 177/2014). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.6.2011 αίτηση του Γ. Κ. ή Κ. του Θ. και Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Θ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 573/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ