Legislator Case Law & Legislation
1177/2012 AI generated

1177/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1177/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1177/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π.. Ο τελευταίος, με την από 11-6-2010 κλήση του που επιδόθηκε σε όλους τους και ήδη διαδίκους, γνωστοποίησε σ' αυτούς την εκούσια επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1177 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1177/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος: Φ. Γ. Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της αρχικής αποβιωσάσης, τρίτης αναιρεσίβλητης, Μ. συζ. Γ. Π., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Των καθών η κλήση: 1. Χ. Π. του Μ., 2. Χ. Π. του Μ., 3. Ι. Π. του Μ., 4 Χ. Π. του Μ., 5 Γ. Π. του Μ., 6. Μεχμέτ Ν. του Μ., 7 Ν. Ν. του Μ., 8 Σ. Ν. του Μ., 9. Τ. Ν. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι 6, 7, 8 και 9 ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού τρίτου αναιρεσείοντος (Γ. Π. του Μ.), 10. Ι. ή Ι. Σ. του Α., 11. Ν. ή Μ. Σ. του Α., 12. Γ. Σ. του Α., 13. Α. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι 10, 11, 12 και 13 ως κληρονόμοι (τέκνα) του αποβιώσαντος αρχικού πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Σ. του Α. και 14. Χ. χήρα Α. Σ., αγνώστου διαμονής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-1979 αγωγή της Σ. συζ. Μ. Μ., το γένος Α. Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/1980 μη οριστική, 220/1982 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/1984, 277/1985 μη οριστικές, 116/1988 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22-8-1990 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 583/2002, 1610/2005 και 742/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες κήρυξαν τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο Φ. Π. με την από 11-6-2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 17-2-1992 έκθεση του Αρεοπαγίτη Νικολάου Βάρδα, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, καθόσον δηλαδή απευθύνεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

Ο αναιρεσίβλητος ατομικά ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα, στις 18-1-2001 πέθανε χωρίς διαθήκη στη Ρόδο ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Σ.. Όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, με επίκληση, έγγραφα (υπ' αρ. 8981/1512/15-10-2001 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ροδίων, 9988, 9989, 9990/2009 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Ρόδου) εγγύτεροι συγγενείς αυτού και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι οι Ι.

ή Ι. Σ., Ν. ή Μ. Σ., Γ. Σ. και Α. Σ.. Επίσης, στις 25-7-2004 πέθανε χωρίς διαθήκη ο τρίτος αναιρεσείων Γ. Π., στη Ρόδο, και, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα, με επίκληση από την τρίτη αναιρεσίβλητη έγγραφα (υπ' αρ.5934/31-3-2008 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ροδίων, 1291/2013/31-3-2008 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου Ροδίων, 9985, 9986 και 9987/2009 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Ρόδου) εγγύτεροι συγγενείς αυτού και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι ο Μ.

Ν., Ν. Ν., Σ. Ν. και Τ. Ν.. Τέλος στις 31-5-2010 πέθανε στην Αθήνα, η τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. συζ. Γ. Π. και όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα, με επίκληση, έγγραφα (υπ' αρ. 247005/2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων, από 30-6-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Αθηναίων, αντίγραφο της από 1-8-2009 ιδιόγραφης διαθήκης της και 4403/2010 έκθεση κατάθεσης δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών) μοναδικός κληρονόμος της ως προς το επίδικο ακίνητο είναι ο υιός της Φ.

Π.. Ο τελευταίος, με την από 11-6-2010 κλήση του που επιδόθηκε σε όλους τους και ήδη διαδίκους, γνωστοποίησε σ' αυτούς την εκούσια επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Από τις εκθέσεις επίδοσης 8226Β, 8218Β, 8219Β/20-9-2010, 8242Β/1-10-2010, 8221Β/20-9-2010 με τη συνημμένη σ' αυτές από 21-9-2010 απόδειξη εγχείρισης δικογράφου του Α.Τ.Ρόδου και την από 21-9-2010 βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής των ΕΛΤΑ Ρόδου, 8220Β, 8227Β, 8225/20-9-2010 με τη συνημμένη από 21-9-2010 απόδειξη εγχείρισης δικογράφου Α.Τ. Ρόδου και την από 21-9-2010 βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής των ΕΛΤΑ Ρόδου, 8223Β/20-9-2010, 8241Β/1-10-2010 με τη συνημμένη σ' αυτές από 4-10-2010 απόδειξη εγχείρισης δικογράφου του Α.Τ.

Ρόδου και την από 4-10-2010 βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής των ΕΛΤΑ Ρόδου, 8224Β, 8222Β/20-9-2010, 8240Β/1-10-2010, αντίστοιχα της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρόδου ... και την 680Γ/27-6-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας ... ως προς την άγνωστης διαμονής Χ. χήρα Α.

Σ. με τα συνημμένα σ' αυτή φύλλα των Εφημερίδων 2546/29-6-2011 "Ελεύθερη ώρα" και 38999/30-6-2011 "Εστία" στις οποίες δημοσιεύεται περίληψη του κοινοποιηθέντος δικογράφου, αντίστοιχα, προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του καλούντος κληρονόμου της τρίτης αναιρεσίβλητης Φ. Π., Αναστασίου Γκούσκου, που επισπεύδει τη συζήτηση - και του οποίου την παραγγελία αυτή ενέκρινε ο Φ.

Π., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, ακριβή αντίγραφα της από 11-6-2010 κλήσης του προς τους και ήδη αναιρεσείοντες και τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, καθώς και προς τους στη θέση των πιο πάνω αποβιωσάντων υπεισελθόντες κληρονόμους τους, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (της 16-11-2011), μετά την έκδοση των 583/2002, 1610/2005 και 742/2010, αντίστοιχα, αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, για τους σ' αυτές ειδικότερα διαλαμβανόμενους λόγους, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς.

Όμως οι πιο πάνω διάδικοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α και γ ίδιου Κώδικα).

ΙΙΙ. Από το άρθρο 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, σαφώς προκύπτει ότι τόσο η αρχική εγγραφή (θεμελιώδης) όσο και οι μεταγενέστερες καταχωρήσεις στο κτηματολογικό βιβλίο, δημιουργούν τεκμήριο ότι το δικαίωμα επί του ακινήτου ανήκει, σ' εκείνον επ' ονόματι του οποίου έγινε, αν δε η αρχική εγγραφή καταστεί αμετάκλητη κατά τα άρθρα 37-39 τότε το ανωτέρω τεκμήριο είναι και αμάχητο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 41 του ίδιου Κανονισμού, οι δικαστικές αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τους τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαίωμα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη, με βάση τα δεδομένα της κτηματικής εγγραφής, η οποία υπήρχε πριν από την έγερση και την καταχώριση της αγωγής.

Τέλος κατά το άρθρ. 63 του ιδίου Κανονισμού, κατά των εγγραφών, του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκια) συγχωρείται η κτητική παραγραφή σύμφωνα με τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας μετά 15ετία από της εγγραφής και ο χρησιδεσπόσας νομέας μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος είτε με πράξη, στην οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από τον εγγεγραμμένο τιτλούχο, είτε με δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου ή των κληρονόμων του ή όταν δεν υπάρχουν αυτοί, έναντι του διευθυντού του κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι σύμφωνα με το ισχύον στη Δωδεκάνησο και ειδικώς στη νήσο Ρόδο σύστημα του Κτηματολογίου τόσον η αρχική εγγραφή, όσο και οι μεταγενέστερες καταχωρίσεις στο κτηματικό βιβλίο αποτελούν πλήρη απόδειξη για το ότι το δικαίωμα επί του ακινήτου ανήκει σ' εκείνον στο όνομα του οποίου έγινε η εγγραφή, έναντι όλων, λόγω της δημοσίας πίστεως των κτηματολογικών εγγραφών και του προορισμού του Κτηματολογίου, πλην όμως αναγνωρίζεται, προκειμένου για ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας και ο θεσμός της κτητικής παραγραφής, (15ετούς) η οποία, εφόσον αναφέρεται σε χρόνο μετά την εισαγωγή του Α.Κώδικα στην Δωδεκάνησο (1947), διέπεται ειδικώς ως προς την έννοια της νομής από το αρθρ. 1045 Α.Κ.

Επομένως σε περίπτωση τέτοιας παραγραφής, η οποία μπορεί να προταθεί με αγωγή ή και ένσταση επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του αποκτήσαντος το ακίνητο με τίτλο και ανεξαρτήτως εάν η παραγραφή άρχισε και συμπληρώθηκε μετά την εγγραφή του τίτλου στο κτηματολόγιο ή και προηγουμένως, εκτός αν στη δεύτερη περίπτωση ο τιτλούχος απέκτησε το ακίνητο από επαχθή αιτία και διατελούσε σε καλή πίστη στηριζόμενος στα δεδομένα της κτηματολογικής εγγραφής, οπότε δεν επέρχεται απόσβεση του δικαιώματός του.

Παραλλήλως δε με την απόσβεση, το δικαίωμα κυριότητας μπορεί να περιέλθει στον χρησιδεσπόζοντα εφ'όσον τηρηθεί η διαδικασία της αναγνωρίσεως ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής και η σχετική δικαστική απόφαση καταχωρηθεί στο Κτηματικό Βιβλίο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο αποβιώσας το έτος 1939 Ρ.- Σ., Μουσουλμάνος το θρήσκευμα, ήταν κύριος από θεμελιώδη εγγραφή στο κτηματολόγιο Ρόδου ενός αγρού, εμβαδού 1090 τ.μ., νομικής φύσεως "μούλκ", κειμένου στην περιοχή του χωρίου Κρητικά-Ρόδου και μιας παρακειμένης οικίας και ότι μετά τον θάνατό του κληρονομήθηκε κατά το ισχύον στη Ρόδο κατά τον χρόνο του θανάτου του, Ιερονομικό Μουσουλμανικό δίκαιο, από την σύζυγό του Ν., κατά ποσοστό 3/24, από τον γιό του Α.

Σ., κατά ποσοστό 14/24 και από την θυγατέρα του Χ. κατά ποσοστό 7/24, στους οποίους περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο. Κατά το έτος 1970, οι δύο τελευταίοι κληρονόμοι του αρχικού τιτλούχου ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση κληρονομητηρίου, το οποίο πιστοποιούσε το ανωτέρω δικαίωμά τους επί της κληρονομίας του αρχικού τιτλούχου το οποίο και καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου.

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 9.9.70 δυνάμει του υπ' αριθ. ... νομίμως καταχωρημένου στα κτηματολογικά βιβλία, πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Ιακ. Μαΐλλη ο από τους ανωτέρω συγκληρονόμους και συγκυρίους Α. Σ. μεταβίβασε την κυριότητα, με αιτία την πώληση του επιδίκου ακινήτου, κατά το ανήκον σ' αυτόν μερίδιο (14/24) στην αρχικά τρίτη αναιρεσίβλητη Μ.

συζ. Γ. Π. ενώ, το μερίδιο της άλλης συγκληρονόμου Χ. (7/24) στο οποίο στο μεταξύ είχε προστεθεί και το μερίδιο της μητέρας της και συζύγου του αρχικού τιτλούχου που απεβίωσε το 1945, περιήλθε μετά τον θάνατο εκείνης κατά το έτος 1973, στην αρχική διάδικο και θυγατέρα της Σ. Π., αρχική αναιρεσείουσα, η οποία, κατά την διάρκεια της προκειμένης δίκης, κληρονομήθηκε από τους αναιρεσείοντες (Χ.

Π. κ.α.). Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι, από τον θάνατο του πατέρα του, το έτος 1939, ο ανωτέρω πωλητής Α. Σ.ς και μέχρι της πωλήσεώς του (1970), νεμόταν αυτός το επίδικο ακίνητο, κατά το ανήκον σ' αυτόν μερίδιο, αντιπροσωπευόμενος από τη συνιδιοκτήτρια αδελφή του και μητέρα της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ., όσο η τελευταία ζούσε, ποτέ δε αυτή δεν αντιποιήθηκε και δεν νεμήθηκε το μερίδιο του για δικό της λογαριασμό και με διάνοια κυρίας μέχρι του θανάτου της.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Α. Σ. κατοικούσε ο ίδιος μέχρι το έτος 1948 στην κοινή οικία και μετά έκανε χρήση αυτής η αδελφή του, η οποία, όπως και η θυγατέρα της αργότερα, κατέβαλαν σ' αυτόν ανάλογο προς το μερίδιό του μίσθωμα, ενώ τον κυρίως αγρό καλλιεργούσε σε μικρή έκταση η αδελφή του και η θυγατέρα της, αλλά κατά παραχώρηση και χωρίς ποτέ να προβάλουν αξίωση για ολόκληρο το επίδικο, ούτε και ποτέ γνωστοποίησαν τόσο η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, όσο και η μητέρα της όταν αυτή ζούσε, στον ανωτέρω συνιδιοκτήτη, την πρόθεση να νέμονται το επίδικο ολόκληρο για δικό τους λογαριασμό.

Το Εφετείο δε δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ότι το επίδικο είχε εκφύγει από την κληρονομία του αρχικού τιτλούχου Ρ. Σ., διότι ο τελευταίος, όταν ζούσε, το παρεχώρησε ατύπως στην σύζυγό του και εκείνη ατύπως επίσης το παρεχώρησε κατά το έτος 1945 στην θυγατέρα της και μητέρα της δικαιοπαρόχου των Χ.

Γ.. Όλες οι ανωτέρω παραδοχές με βάση τις οποίες το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την από 27.10.79 αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων για να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της ο νόμιμος χρόνος για την κτήση με κτητική παραγραφή (χρησικτησία) του δικαιώματος κυριότητας επί των ιδανικών μεριδίων του επιδίκου, τα οποία περιήλθαν με αιτία την πώληση στην τρίτη αναιρεσίβλητη (14/24) (Μ.

συζ. Γ. Π.), είναι προϊόν ουσιαστικής εκτιμήσεως και αξιολογήσεως του αποδεικτικού υλικού, η οποία εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με το πρόσχημα ότι παραβιάσθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις του προϊσχύοντος δικαίου κατά τις οποίες επί κοινωνίας δικαιώματος δεν μπορεί ο συγκοινωνός να αντιτάξει κατά του άλλου συγκοινωνού έκτακτη χρησικτησία ή παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' εκείνον ότι αποφάσισε να νέμεται μείζον της μερίδας του ή το όλο καθώς και οι διατάξεις του αρθρ.63 του ισχύοντος στην νήσο Ρόδο Κτηματολογικού Κανονισμού, αμφισβητεί στην πραγματικότητα την ορθότητα της ανωτέρω εκτιμήσεως, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού σημειωθεί ειδικώς ως προς την πρώτη παραβίαση, ότι αυτή στηρίζεται στο δεδομένο ότι το επίδικο είχε εκφύγει από την νομή του αρχικού τιτλούχου, όταν ακόμη ζούσε, ενώ τέτοιο γεγονός όπως προαναφέρθηκε, δεν το δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, την μη γνωστοποίηση της αντιποιήσεως της νομής δεν την ανέφερε ως αναγκαία νομική προϋπόθεση της κτητικής παραγραφής, αλλ' ως επιχείρημα, ότι δεν έγινε τέτοια αντιποίηση.

IV. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε επίσης, με επάλληλη αιτιολογία, ότι και τυχόν υπάρχον δικαίωμα κτητικής παραγραφής της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της αρχικά τρίτης αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το προαναφερόμενο αρθρο 41 του Κτηματολογικού Κανονισμού, δεδομένου ότι η τελευταία απέκτησε το επίδικο ακίνητο, με αιτία την πώληση δηλαδή από επαχθή αιτία και με βάση τα δεδομένα της κτηματικής εγγραφής, τα οποία έφεραν ως συγκύριο του επιδίκου τον πωλητή κατά ποσοστό 14/24 εξ αδιαιρέτου και επί πλέον αυτή τελούσε σε καλή πίστη με την έννοια ότι πίστευε χωρίς να έχει επιδείξει βαριά αμέλεια (άρθρο 1042 Α.Κ.) ότι ο πωλητής ήταν κύριος (συγκύριος) και επομένως και αυτή απέκτησε την κυριότητα.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αρχικά τρίτη αναιρεσίβλητη όχι μόνο δεν γνώριζε ότι τα δικαιώματα του πωλητή στο επίδικο είχαν υποκύψει στην παραγραφή, αλλά και ότι αφού υπήρχε στο Κτηματολόγιο η θεμελιώδης αρχική εγγραφή υπέρ του Ρ. Σ. και στην συνέχεια η καταχώριση του κληρονομητηρίου με το οποίο εφέρετο ο πωλητής συγκληρονόμος και συγκύριος του επιδίκου κατά το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο, δικαιούτο να πιστεύει ότι απέκτησε την κυριότητα, χωρίς να είναι αναγκαία περαιτέρω έρευνα του θέματος.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο, ότι συντρέχει δηλαδή το στοιχείο της καλής πίστης στο πρόσωπο της τρίτης αναιρεσίβλητης, δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και, ειδικότερα, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά στη νομική έννοια της καλής πίστης και, έτσι, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 41 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και 1042 ΑΚ.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η ενάγουσα δεν έγινε κυρία του επιδίκου με κτητική παραγραφή (άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

V. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείτο να αναγνωριστεί ότι συνέτρεξε στο πρόσωπο της ανωτέρω δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής ειδικά έναντι των αρχικά πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, φερομένων ως συνιδιοκτητών του επιδίκου κατά ποσοστό 2/24, το οποίο ανήκε στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα και συζύγου των, αντιστοίχως, ανωτέρω Α.

Σ. και είχε περιέλθει σ' αυτόν από κληρονομία της μητέρας του Ν. Σ., η οποία απεβίωσε το έτος 1945 και, όπως προαναφέρθηκε, το έτος 1939 είχε αυτή κληρονομήσει τον αρχικό τιτλούχο σύζυγό της, κατά ποσοστό 3/24, και της οποίας το υπόλοιπο μερίδιο (1/24) είχε περιέλθει στην ανωτέρω θυγατέρα της Χ. Γ., απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων.

Το μερίδιο αυτό (2/24), το οποίο περιήλθε στον δικαιοπάροχο των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά το έτος 1945, ο τελευταίος δεν το μεταβίβασε στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων με το πιο πάνω υπ' αριθμ..../70 πωλητήριο συμβόλαιο και ούτε είχε περιληφθεί στο κληρονομητήριο, το οποίο είχε καταχωρισθεί στο κτηματολόγιο.

Η ένδικη αγωγή κατά των δύο αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν ήταν κατά τον χρόνο της αγωγής εγγεγραμμένοι τιτλούχοι στα κτηματολόγια, ούτε καθολικοί διάδοχοι του τιτλούχου όπως απαιτεί το αρθρ. 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, αλλά καθολικοί διάδοχοι του αμέσου δικαιοπαρόχου της εγγεγραμμένης κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, τιτλούχου, Μ.

Π. (τρίτης των αναιρεσιβλήτων). Με το να αποφανθεί, όμως, έτσι, το Εφετείο, παραβίασε την διάταξη του αρθρ. 63 του ανωτέρω Κτηματολογικού Κανονισμού, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠΔ, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι κατά το ανωτέρω μερίδιο (2/24) η τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν είναι τιτλούχος ώστε να νομιμοποιείται κατ' αυτής (παθητικώς) η ανωτέρω αγωγή, αλλά τιτλούχος ήταν ο αποβιώσας Ρ.

Σ., (και όχι ο Α. Σ.) αφού στο κληρονομητήριο, που καταχωρίσθηκε στο Κτηματολόγιο, δεν έχει περιληφθεί και το μερίδιο αυτό και επομένως στην θέση εκείνου νομίμως ενάγονται οι κληρονόμοι του πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων άσχετα αν αυτοί δεν είναι άμεσοι κληρονόμοι, αλλά κληρονόμοι των κληρονόμων του.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης αναφορικά με την τρίτη αναιρεσίβλητη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 12 παρ.3 του ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-8-1990 αίτηση των Χ. Π. κ.α. για αναίρεση της 116/1988 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου σε σχέση με την αρχικά τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. συζ. Γ. Π..

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αρχικά τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την 116/1988 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου σε σχέση με τους αρχικά δύο πρώτους αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αρχικά δύο πρώτους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ