Legislator Case Law & Legislation
1177/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of evidence in property dispute case.

Case Number 1177/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Glyfada's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents and witness testimonies proving the property owner's intent to convert the land into a public square. The court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence, including contracts and declarations, without needing a separate assessment of each item.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 C.Pol.D.; The appeal is inadmissible when the appellate court has considered all evidence presented by the parties and reached a conclusion based on that evaluation, even if it does not explicitly mention every single piece of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation property ownership public square conversion appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1177 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1177/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Γλυφάδας, που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λακαφώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Μ., και 2. Α. Τ., το γένος Χ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπρέγιαννο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5069/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4549/2009 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 1-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα:

Δυνάμει του ... διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαδημητρίου, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, περιήλθε στη κυριότητα, λόγω διανομής, του Χ. Μ., εκτός άλλων, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 2.449 τ.μ. με τα στοιχεία "τμήμα .." του κλήρου ..., κείμενο στη θέση "Παλαιοχώρι-Καρβέλας".

Από το αγροτεμάχιο αυτό ο Χ. Μ., πώλησε τρία τμήματα συνολικής εκτάσεως 1756 τ.μ. και δη: α) με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαδημητρίου πώλησε προς την Σ. Κ. τμήμα υπό στοιχεία "3" έκτασης 602,50 τ.μ., που συνόρευε ανατολικώς με ιδιοκτησία Γ. Σ. επί πλευράς 36 μ., δυτικώς με πλατεία επί προσώπου 16,10 μ., αρκτικώς με το υπό στοιχεία "2" αγροτεμάχιο του ίδιου πωλητή και μεσημβρινώς με ιδιωτικό δρόμο, β) με το ...

συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου πώλησε προς τον Δ. Κ. τμήμα, υπό στοιχεία "..", έκτασης 616 τ.μ., που συνόρευε ανατολικώς με το υπό στοιχεία "3" αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Σ. Κ., επί πλευράς 32 μ., δυτικώς εν μέρει με το υπό στοιχεία "1" αγροτεμάχιο επί πλευράς 33,10 μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Κ. επί πλευράς 12 μ., αρκτικώς με ιδιοκτησία αγνώστου επί πλευράς 12,75 μ.

και μεσημβρινώς με πλατεία επί προσώπου 7,10 μ., και γ) με το 26019/24-7-1960 συμβόλαιο του ίδιου επίσης Συμβολαιογράφου, πώλησε προς τον παραπάνω (Δ. Κ.) τμήμα, υπό στοιχεία "1" έκτασης 537,40 μ., που συνόρευε ανατολικώς με το υπό στοιχεία ".." αγροτεμάχιο επί πλευράς 33,10 μ., δυτικομεσημβρινώς με ιδιωτικό δρόμο επί προσώπου 19,20 μ., μεσημβρινώς με πλατεία επί προσώπου 13,50 μ.

και βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία Β. Κ.. Τα ως άνω συμβόλαια έχουν μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Π. Φαλήρου τα δε αγροτεμάχια εμφαίνονται (υπό τα παραπάνω στοιχεία) στο από 1-12-1959 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Ε. Β., που προσαρτάται στο ... συμβόλαιο. Μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Χ.

Μ. έκταση εμβαδού 641,86 τ,μ. (επίδικο ακίνητο), που σήμερα βρίσκεται στο .... του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Γλυφάδας και στη συμβολή των οδών ..., εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα της GEODESYS Ο.Ε. - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Λ. ΤΑΜΒΑΚΗΣ - Π. ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ και συνορεύει αρκτικώς με ιδιοκτησία αγνώστου, μεσημβρινώς με οδό ..., ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικώς με οδό ....

Στις ... αποβίωσε ο ως άνω Χ. Μ. και άφησε ως νομίμους κληρονόμους του τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τέκνα του (σχετ. το 6657/12-3-1986 "πιστοποιητικό κληρονόμων" του Δήμου Γλυφάδας). Την κληρονομιά επί του ακινήτου αυτού αποδέχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την ... πράξη αποδοχής, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών Λαμπρινή Σταμάτη, η οποία έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφής του Δήμου Γλυφάδας.

Ως προς την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του ο Χ. Μ. άφησε με την ... δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σπίνου, ως κληρονόμους του την θυγατέρα του, δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Α. Τ. - Μ., και τον εγγονό του Χ. Ι. Μ.. Η περιοχή "..." του Δήμου Γλυφάδας, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως με το από 31-10-1969 Β.Δ. (ΦΕΚ Δ 321/22-11-1969).

Στο προσαρτημένο σ' αυτό διάγραμμα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων το επίδικο εμφαίνεται ως οικοδομήσιμος χώρος και όχι ως πλατεία. Ακολούθως, μετά από αίτηση του Ν. Δ. Κ. και του Μ. Δ. Κ., εκδόθηκε η 53/3-5-1980 "πράξη τακτοποιήσεως ιδιοκτησιών κειμένων στην περιοχή Δήμου Γλυφάδας και επί των οδών ... ..." της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής, κατά την οποία και το τοπογραφικό διάγραμμα που την συνοδεύει, το επίδικο ακίνητο φέρεται ως ιδιοκτησία του Δήμου Γλυφάδας.

Η πράξη αυτή, με την παρατήρηση ότι δεν υποβλήθηκε εμπροθέσμως καμία ένσταση, κυρώθηκε με την Π. 294682/Κ1048/79/25-6-1980 απόφαση του Νομάρχη Αττικής. Κατά την αμέσως παραπάνω διαδικασία (πράξη τακτοποίησης) δεν είχε κληθεί, ούτε είχε λάβει μέρος ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, αλλά στη θέση του είχε κληθεί να μετάσχει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος.

Επιπλέον, δεν προέκυψε ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων τελούσε σε γνώση αυτών. Οι αναιρεσίβλητοι, με την από 27-11-1997 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά του ίδιου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επικαλούμενοι παράγωγο τρόπο κτήσεως, ήτοι ως καθολικοί διάδοχοι του πατρός τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 451/1999 τελεσίδικη, απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά και ότι μετέγραψαν την αντίστοιχη πράξη ή ότι εκδόθηκε κληρονομητήριο και το μετέγραψαν.

Το επίδικο ακίνητο, όπως εμφανίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, είναι εγκαταλελειμμένο, φέρει άγρια βλάστηση και είναι χωρίς περίφραξη και ένδειξη ιδιοκτησίας (των εναγόντων ή του εναγομένου ή άλλου τρίτου). Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και στη συνέχεια των προαναφερθέντων, δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας των αναιρεσιβλήτων είχε την βούληση να αποξενωθεί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, με σκοπό να καταστεί αυτό κοινόχρηστος χώρος "Πλατεία", αφού κατ' αρχή σε κανένα από τα ως άνω πωλητήρια συμβόλαια δεν περιλαμβάνεται σαφής και ρητή δήλωσή του ότι παραιτείται της κυριότητάς του επ' αυτού ή ότι παραχωρεί αυτό ως κοινόχρηστο χώρο.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχός τους, προκειμένου να πωλήσει στους αγοραστές Σ. Κ. και Δ. Κ., τα ως άνω αγροτεμάχια ισχυρίστηκε, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ήδη πλατεία ή, ότι πρόκειται να καταστεί κοινόχρηστος χώρος - πλατεία, αφού αυτοί είχαν προσβάσεις σε ιδιωτικούς, τότε, δρόμους. Ακόμη αυτοί (αγοραστές) δεν ήγειραν κατά του πωλητή τους σχετικές αξιώσεις ούτε άσκησαν επί του επιδίκου πράξεις κατοχής, διόδου κλπ.

Αντιθέτως, τόσο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, όσο και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν μέχρι σήμερα, αδιαλείπτως, τις προσιδιάζουσες στη φύση του επίδικου ακινήτου πράξεις, με τις οποίες εκδήλωναν την θέλησή τους εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο, μετά τις μεταβιβάσεις τα έτη 1959 και 1960 των ως άνω τμημάτων του όλου αγροτεμαχίου των 2.449 τ.μ., διαμορφώθηκε σε οικόπεδο, αρχικώς εκτός σχεδίου, και στη συνέχεια εντός σχεδίου, μη καλλιεργήσιμο και επ' αυτού ο προαναφερθείς δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια οι ίδιοι, ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στη νέα φύση του πράξεις, που συνίσταντο κατά κύριο λόγο σε επισκέψεις και επίβλεψη, για τυχόν περίπτωση κατάληψής του από τρίτους, αφού αυτοί δεν αδράνησαν, ο δε αναιρεσείων Δήμος και οποιοσδήποτε άλλος τρίτος δεν άσκησε επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής ή και κατοχής.

Έτσι ο δικαιοπάροχός τους κατέστη κύριος του επιδίκου, αφού μέχρι τον θάνατό του (23-10-1985) νεμόταν το επίδικο, υπό την ισχύ του ΑΚ, επί μια εικοσαετία τουλάχιστον. Οι δε αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι αυτού, κατ' αρχήν με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά), άλλως και με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1985 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (4-4-2007), νέμονταν το επίδικο, υπό την ισχύ του ΑΚ, με διάνοια κυρίου επί μία εικοσαετία.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων πατέρας τους Χ. Μ. είχε τη βούληση να αποξενωθεί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, με σκοπό να καταστεί αυτό κοινόχρηστος χώρος, αφού σε κανένα από τα αναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια δεν περιλαμβάνεται σαφής και ρητή δήλωσή του, ότι παραιτείται της κυριότητάς του επ' αυτού ή ότι παραχωρεί αυτό ως κοινόχρηστο χώρο, ότι το επίδικο μετά τις μεταβιβάσεις τα έτη 1959 και 1960 των αναφερόμενων τμημάτων του όλου αγροτεμαχίου, διαμορφώθηκε σε οικόπεδο, ότι ο άνω δικαιοπάροχος κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1958 μέχρι το θάνατό του το 1985, ότι επίσης οι αναιρεσείοντες έγιναν κύριοι αυτού τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομία), όσο και με έκτακτη χρησικτησία, ότι οι τελευταίοι δεν αδράνησαν και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος δεν άσκησε επί του επιδίκου εμφανείς πράξεις νομής ή και κατοχής.

Κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχτεί σχετική ένσταση παραγραφής και είχε απορρίψει την αγωγή, απέρριψε στη συνέχεια τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί παραγραφής, περί ιδίας κυριότητας και περί καταχρηστικής άσκησης και ακολούθως δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι "δεν αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων πατέρας τους Χ. Μ. είχε τη βούληση να αποξενωθεί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, με σκοπό να καταστεί αυτό κοινόχρηστος χώρος, αφού σε κανένα από τα αναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια δεν περιλαμβάνεται σαφής και ρητή δήλωσή του, ότι παραιτείται της κυριότητάς του επ' αυτού ή ότι παραχωρεί αυτό ως κοινόχρηστο χώρο", έσφαλε και δεν ερμήνευσε ορθά όσα αναγράφονται στα άνω συμβόλαια, ότι δηλαδή η αληθής βούληση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, "ανεξάρτητα, αν δεν διατυπώνεται σαφώς και πανηγυρικά ως παραίτηση από την κυριότητα ή ως παραχώρηση για κοινόχρηστο χώρο, ήταν η δήλωσή του να μεταβιβάσει όλα τα δικαιώματά του καθώς και τα δικαιώματα της πλατείας στους αγοραστές και να μην έχει οιαδήποτε μελλοντική ανάμειξη σ' αυτό το ακίνητο".

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο, ως προς την περιεχόμενη στα προμνημονευόμενα συμβόλαια δήλωση βούλησης του δικαιοπαρόχου - πωλητή των αναιρεσιβλήτων περί μεταβίβασης της κυριότητας των περιγραφόμενων τμημάτων, και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης για σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το οποίο οδήγησε στην από το Εφετείο ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιουμένου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του.

Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της ένστασης αυτής, πρέπει να αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά που την θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο απέρριψε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν ζητεί για το λόγο αυτό την απόρριψη της αγωγής και, εξάλλου, διότι ο αναιρεσείων, πέραν της αδράνειας για μακρό χρόνο, ουδόλως επικαλέστηκε και απέδειξε τη συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, "η οποία συνδρομή να τελεί σε αιτιώδη σχέση μ' αυτή του υποχρέου".

Από τις επικαλούμενες, πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ζητήσει την απόρριψη της αγωγής λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής και, ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσείων, πλην της μακροχρόνιας αδράνειας των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου τους, δεν εκθέτει για τη στοιχειοθέτηση της άνω ένστασης, ειδικότερα περαιτέρω περιστατικά δημιουργίας σ' αυτόν δικαιολογημένης πεποίθησης, ότι δεν πρόκειται οι αναιρεσίβλητοι να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμά τους και ότι δημιουργήθηκε μια κατάσταση γι' αυτόν, που η ανατροπή της θα έχει εξαιρετικά δυσανάλογα βλαπτικά αποτελέσματα γι' αυτόν σε σχέση με το όφελος των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του περί παραγραφής της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων και περί του ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε προβεί σε ρητή δήλωση, ότι παραιτείται της κυριότητάς του επί του επιδίκου και ότι παραχωρεί αυτό ως κοινόχρηστο χώρο-πλατεία.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε προβεί σε ρητή δήλωση, ότι παραιτείται της κυριότητάς του επί του επιδίκου και ότι παραχωρεί αυτό ως κοινόχρηστο χώρο-πλατεία, ήτοι:

α) του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαδημητρίου, β) του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου και γ) του 26019/24-7-1960 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι "δεν αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων πατέρας τους Χ.

Μ. είχε τη βούληση να αποξενωθεί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, με σκοπό να καταστεί αυτό κοινόχρηστος χώρος, αφού σε κανένα από τα αναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια δεν περιλαμβάνεται σαφής και ρητή δήλωσή του, ότι παραιτείται της κυριότητάς επ' αυτού ή ότι παραχωρεί αυτό ως κοινόχρηστο χώρο", δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων.

Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν είχε τη βούληση να αποξενωθεί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, με σκοπό να καταστεί αυτό κοινόχρηστος χώρος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε εκφράσει ρητά τη βούλησή του να αποξενωθεί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, με σκοπό να καταστεί αυτό κοινόχρηστος χώρος-πλατεία, ήτοι:

α) τα ..., ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαδημητρίου, β) την ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Φιλαρέτης Παπαχρήστου, το ... πωλητήριο ποσοστών εξ αδιαιρέτου και στην ... δωρεά εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου, γ) την ... δημόσια διαθήκη του Χ. Μ., δ) την κατάθεση της Π.

Μ. και ε) την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Φ.. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν νομίμως με επίκληση οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω έγγραφα, καθώς και τις μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, ενώ πάντως έκανε μνεία των πωλητηρίων συμβολαίων και της δημόσιας διαθήκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2009 αίτηση του Δήμου Γλυφάδας για αναίρεση της 4549/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ