Legislator Case Law & Legislation
1177/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against municipality's refusal to lease public land, remanding case for new trial.

Case Number 1177/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the marble company's appeal against the municipality's refusal to lease public land, finding the lower court erred in law. The company argued that the refusal violated statutory provisions regarding public property leases, while the municipality contended the land could not be leased. The court ruled that the lower court incorrectly applied the law by rejecting the lease request despite the company's legal standing, thus remanding the case for a new trial with the municipality ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 575 of the Civil Code; Article 2, paragraph 1 and Article 23, paragraph 3 of Law 1539/1938; A contract for the lease of public property is void if concluded by a third party not holding title, unless the public entity itself is the lessor; the lower court erred in law by rejecting the lease request without applying the correct statutory provisions.

Keywords

AI generated
public property lease municipal land civil code provisions law 1539 1938 remand for retrial legal standing third party title

Cited Legislation

AI generated
Article 575 of the Civil Code
Article 2, paragraph 4 of Law 1428/1984
Article 2 of Law 2115/1993
Article 949 of the Code of Civil Procedure
Article 2, paragraph 1 of Law 1539/1938
Article 23, paragraph 3 of Law 1539/1938
Article 1, paragraph 1 of Law 31/1968

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1177 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1177/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ ΑΦΟΙ ... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΒΕΕΜ ΑΦΟΙ ... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κόρακα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Εγνατίας Νομού ... που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παππά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 606/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/9/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 16/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 575 ΑΚ, κατά την οποία, με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, συνάγεται ότι, κατά κανόνα, κάθε μίσθωση είναι έγκυρη έστω και αν το μίσθιο είναι αλλότριο, δηλαδή δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκμισθωτή, κατά τον χρόνο της συνάψεώς της, διότι είναι σύμβαση ενοχική και όχι εμπράγματη και επομένως η κυριότητα δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του κύρους της.

Όμως, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, κατά την οποία "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησε επ' αυτών πράξιν νομής...", σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 του ίδιου νόμου, συνάγεται ότι, κατ' εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα, η μίσθωση δημοσίου κτήματος είναι άκυρη (κατ' αρ. 180 Α.Κ.) όταν συναφθεί από τρίτο μη κύριο και όχι το Δημόσιο.

Τα ανωτέρω ισχύουν και επί εκμισθώσεως, από τρίτον μη κύριο, ακινήτων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 31/1968 "Περί Προστασίας της Περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" , κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 1-24 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ως αύται ισχύουν εκάστοτε και αι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, διά την προστασία των κτημάτων αυτών..", Ειδικώς, όμως, προκειμένου περί συμβάσεων μισθώσεων λατομείων αδρανών υλικών, που καταρτίσθηκαν από το Δημόσιο, ως εκμισθωτή, με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 1428/1984, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2115/1993. "Εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "συμβάσεις μισθώσεως λατομείων αδρανών υλικών, που έχουν καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου ως εκμισθωτή και τρίτων, εξακολουθούν να είναι έγκυρες και ισχυρές και μετά την τυχόν αναγνώριση δικαστικώς ή διοικητικώς ως ιδιοκτήτη του εδάφους των λατομείων τρίτου προσώπου.

Οι συμβάσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, στη δε θέση του εκμισθωτή Δημοσίου υπεισέρχεται αυτοδικαίως ο αναγνωρισθείς τρίτος". Από τη διάταξη αυτή, σκοπός της οποίας, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, ήταν η επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται τόσο για το Δημόσιο όσο και για τους μισθωτές λατομικών χώρων, που έχει εκμισθώσει το Δημόσιο, επί αμφισβητουμένων από τρίτους εκτάσεων, συνάγεται ότι, επί εκμισθώσεως από το Ελληνικό Δημόσιο εκτάσεως λατομείου αδρανών υλικών, σε τρίτον, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, μετά την τυχόν αναγνώριση δικαστικώς ή διοικητικώς, ως ιδιοκτήτου το εδάφους τρίτου προσώπου, η σύμβαση της μισθώσεως δεν λύεται, αλλά ο αναγνωρισθείς, ως ιδιοκτήτης του εδάφους, τρίτος υπεισέρχεται αυτοδικαίως σ' αυτή, στη θέση του εκμισθωτού, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από αυτή.

Εν όψει δε του ότι στη ανωτέρω διάταξη δεν γίνεται καμία διάκριση, αναγνωρισθείς ως ιδιοκτήτης τρίτος, ο οποίος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην σύμβαση της μισθώσεως, στη θέση του εκμισθωτού, μπορεί να είναι και Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 574 και 575 ΑΚ, ορίζεται ότι ο εκμισθωτής έχει βασική υποχρέωση από την σύμβαση μισθώσεως να παραχωρήσει στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση και να διατηρεί αυτό κατάλληλο σ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως.

Επομένως, αν η συμφωνημένη χρήση του μισθίου αφορά στην άσκηση δραστηριότητος εκμεταλλεύσεως λατομείου αδρανών υλικών, κατά τις διατάξεις του Ν. 1428/1984, όπως ισχύει και για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση μισθώσεως, απαιτείται η κατασκευή δρόμου προσπελάσεως, μέσω της υπολοίπου ιδιοκτησίας του εκμισθωτή (όταν δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 20 του αυτού, ως άνω, νόμου, με τις οποίες προβλέπεται η απαλλοτρίωση ξένης περιουσίας, μέσω της οποίας είναι αναγκαία η κατασκευή δρόμου προσπελάσεως, που είναι αναγκαίος για την εκμετάλλευση λατομείου αδρανών υλικών), η άρνηση ή η αδράνεια του εκμισθωτού να συμπράξει προς την ανωτέρω κατεύθυνση αποτελεί λόγο που θεμελιώνει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, με συνέπεια ο μισθωτής να μπορεί να ασκήσει κατά τούτου τα παρεχόμενα σ' αυτόν δικαιώματα από τις διατάξεις των άρθρων 576 Ελ.

Α.Κ. δηλαδή της μη καταβολής του μισθώματος ή καταγγελίας της μισθώσεως. Όμως, η αναγνώριση από τον νόμο υπέρ του μισθωτού των ανωτέρω δικαιωμάτων δεν αποκλείει την χρήση άλλων δυνατοτήτων που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού, αν αυτός έχει λόγους να επιθυμεί να εμμείνει στην σύμβαση μισθώσεως. Τέτοια δυνατότητα είναι και αυτή που αναγνωρίζεται από την διάταξη του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία ο μισθωτής, με αγωγή του κατά του εκμισθωτή, δύναται να ζητήσει να καταδικασθεί αυτός σε δήλωση βουλήσεως με συγκεκριμένο περιεχόμενο, με δικαστική απόφαση, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη.

Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου, καθώς και των αποφάσεων του Πρωτοδικείου που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (που ταυτίζεται με αυτήν του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ), είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-9-2005 αγωγή της, απευθυνομένη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, επί της οποίας έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι: Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του Συμβ/φου Ιωαννίνων Χρήστου Φαρμάκη αυτή μίσθωσε από το Ελληνικό Δημόσιο, μία λατομική έκταση, η οποία ευρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Εγνατίας ..., όπως τα όρια αυτής καθορίζονται στο ανωτέρω συμβόλαιο και το θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την υπ' αριθμ. 1500/20-12-2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, με την οποία εγκρίθηκε η σύμβαση μισθώσεως.

Η διάρκεια της μισθώσεως αυτής ορίσθηκε τριετής από της υπογραφής του μισθωτηρίου, δυναμένη να παραταθεί μονομερώς από την μισθώτρια ανα τριετία και μέχρι συμπληρώσεως δεκαπενταετίας από της υπογραφής, μέχρι δε της ασκήσεως της αγωγής είχε παραταθεί μονομερώς μέχρι την 7-1-2008. Το μίσθωμα της, ως άνω μισθώσεως ορίσθηκε πάγιο και αναλογικό, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ενώ της μισθώσεως αυτής είχε προηγηθεί η υπ' αριθμ.

ΔΙΟ/Α/Φ.763/5352/17-4-2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, περί εγκρίσεως τεχνικής μελέτης εκμεταλλεύσεως, η υπ' αριθμ. 1425/5-6-2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφέρειας Ηπείρου, περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων για την εκμετάλλευση, η υπ' αριθμ. 108/17-1-2001 απόφαση του Γενικού Διευθυντού Περιφέρειας Ηπείρου, για έγκριση επέμβασης σε δημόσια δασική έκταση και, επί τη βάσει των ανωτέρω, η υπ' αριθμ.

ΕΜΝΕ Φ ... άδεια εκμεταλλεύσεως Λατομείου Μαρμάρων του Υπουργείου Ανάπτυξης. Κατόπιν της προαναφερομένης αδείας, η αρμόδια υπηρεσία του εκμισθωτού ελληνικού Δημοσίου εγκατέστησε στο μίσθιο την ενάγουσα, με το από 30-9-2002 πρωτόκολλο εγκαταστάσεως. Όμως, προκειμένου να αρχίσει η νόμιμη εκμετάλλευση του λατομείου, δεδομένου ότι η εκμισθωσείσα έκταση είναι περίκλειστη, απαιτήθηκε η παροχή διόδου, μέσω της εκτάσεως που μεσολαβεί, ώστε να αποκτήσει πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο.

Έτσι, υποβλήθηκε αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία του Δασαρχείου ..., συνοδευομένη από πλήρες σχέδιο διατομών, η οποία εγκρίθηκε, όσον αφορά την επέμβαση για την διάνοιξη του δρόμου προσπελάσεως, με την υπ' αριθμ. 2010/8-10-2003 απόφαση του Δασαρχείου ..., όσον δε αφορά την τεχνική έκθεση, με την υπ' αριθμ. 2839/9-10-2003 απόφαση της Διευθύνσεως Δασών της Περιφέρειας Ηπείρου και επί τη βάσει τούτων προέκυψε η κατεύθυνση της διόδου, μήκους 1362,87 μέτρων και πλάτους 6 μέτρων, όπως περιγράφεται στην αγωγή.

Στο μεταξύ, σε δίκη που εκκρεμούσε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, εξεδόθει η υπ' αριθμ.360/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο τελευταίος αναγνωρίσθηκε κύριος της ευρύτερης εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και η μισθωθείσα έκταση. Ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος υπεισήλθε εκ του νόμου στην ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως, κατ' άρθρον 2 παρ. 4 του Ν. 1428/1984, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2115/1993, και σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή, στη θέση του εκμισθωτού Ελληνικού Δημοσίου.

Όμως, ενώ η ενάγουσα - αναιρεσείουσα γνωστοποίησε σ' αυτόν την ύπαρξη της μισθώσεως και ζήτησε από αυτόν να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ως εκμισθωτού, παρέχοντας δίοδο, μέσω της εκτάσεως που ανήκει σ' αυτόν, ώστε το μίσθιο να αποκτήσει πρόσβαση στον πλησιέστερο δημόσιο δρόμο, ο ίδιος αρνήθηκε τούτο. Επί τη βάσει τούτων, η ενάγουσα ζήτησε:

α) κυρίως να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως, με την υπογραφή συμβολαιογραφικής πράξεως συστάσεως προσωπικής δουλείας διόδου, υπέρ αυτής, όπως περιγράφεται στην αγωγή, με διάρκεια όση και η αρχική ή κατά παράταση διάρκεια της μισθώσεως, με την καταβολή εφ' άπαξ ανταλλάγματος, ύψους 1128,45 Ευρώ και β) επικουρικώς, να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως με συμβολαιογραφική πράξη για την μίσθωση της αυτής διόδου, με ετήσιο μίσθωμα, όπως προσδιορίζεται στην αγωγή, καταβαλλόμενο και αναπροσαρμοζόμενο κατά τον αυτό τρόπο, που καταβάλλεται και το πάγιο μίσθωμα της μισθώσεως, και να υποχρεωθεί αυτός, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να παραδώσει την χρήση της, ως άνω, εδαφικής λωρίδος, για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται.

Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, η αγωγή ήταν νόμιμη, έρεισμα ευρίσκουσα στις διατάξεις των άρθρων 575 ΑΚ, 2 παρ. 4 του Ν. 1428/1984, όπως συμπληρώθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 2115/1993 και 949 του Κ.Πολ.Δ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτήν, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 23 παρ. 3 του Ν. 1539/1938 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 31/1968, έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και την απέρριψε, για τον λόγο αυτό, εξαφανίζοντας, κατά παραδοχήν των εφέσεων που ασκήθηκαν από τους διαδίκους, την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων α) 575 ΑΚ, 2 παρ. 4 του Ν. 1428/1984, όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2115/1993, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των, και β) 2 παρ. 1, 23 του Ν. 1539/1938 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 31/1968, τις οποίες εφήρμοσε, ενώ δεν έπρεπε, εφ' όσον δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγω ευθείας παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν.3463/06), σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 120/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ