Legislator Case Law & Legislation
1177/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against disciplinary expulsion of hunting club members, upholding lower court ruling.

Case Number 1177/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Hunting Federation's appeal against the expulsion of members from local hunting clubs. The lower court ruled that the federation's disciplinary power violated the constitutional right to form associations and the principle of organizational autonomy. The court held that hunting organizations are not state-created bodies but independent associations, making their internal disciplinary actions unconstitutional.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12 and 24 of the Constitution; Article 266 of the Forestry Code: The disciplinary power of higher hunting organizations over members of local clubs violates the constitutional right to form associations and the principle of organizational autonomy, rendering such expulsions invalid.

Keywords

AI generated
hunting organizations organizational autonomy disciplinary expulsion constitutional right association formation internal governance forestry code

Cited Legislation

AI generated
Article 12 of the Constitution
Article 24 of the Constitution
Article 266 of the Forestry Code
Article 281/1914 on Associations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1177 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1177/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., ατομικά και με την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "1ος ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΙΓΑΛΕΩ", που εδρεύει στο Αιγάλεω και εκπροσωπείται νόμιμα αλλά και ως μέλη του ανωτέρω ΝΠΙΔ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πετράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2004 αίτηση-προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5222/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6390/2005 μη οριστική και 5689/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/1/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22/1/2007 αίτησης για αναίρεση της 5689/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του αρθρου 266§§1,2,3,5,6,7 και 8 του Ν.Δ/τος 86/1969 "Δασικός Κώδικας", όπως τροποποίηθηκε με το άρθρο 11 του Ν.177/1975, ορίζονται τα εξής: 1. Διά την σύστασιν κυνηγετικού συλλόγου απαιτείται η τήρησις των περί σωματικών κειμένων διατάξεων, η δε επωνυμία του δέον να είναι "Κυνηγετικός Σύλλογος" προστιθεμένης της ονομασίας της έδρας δασαρχείου ή νομαρχίας ή επαρχείου. 2.

Σκοπός τούτων είναι, αφ' ενός μεν η οργάνωσις των κυνηγών και η φίλαθλος κυνηγετική κατάρτισις και προαγωγή αυτών δια την αναγκαίαν πειθαρχίαν προς εφαρμογήν του παρόντος κώδικος, αφ' ετέρου δε η συμβολή τούτων εις την προσπάθεια της Πολιτείας δια την διατήρησιν, ανάπτυξιν και προστασίαν του θηραματικού πλούτου της Χώρας.

Αι κυνηγετικαί οργανώσεις οφείλουν να βοηθούν τας δασικάς αρχάς εις παν ζήτημα ενδιαφέρον την θήραν και το θήραμα και να παρέχουν εις αυτάς πάσαν αναγκαίαν πληροφορίαν και συνδρομήν. 3. Αι κυνηγετικαί οργανώσεις υπάγονται εις το Υπουργείον Γεωργίας, το οποίον ορίζεται ως ανωτέρα εποπτική αρχή. 5. Εις εκάστην κυνηγετικήν περιφέρειαν ιδρύεται ανα μία κυνηγετικά ομοσπονδία, εις ην υπάγονται υποχρεωτικώς άπαντες οι κυνηγετικοί σύλλογοι της περιφέρειας με έδραν την της κυνηγετικής περιφερείας. 6.

Ιδρύεται με έδραν τας Αθήνας Κυνηγετική Συνομοσπονδία, εις την υποχρεωτικώς υπάγονται άπασαι οι Κυνηγετικοί Ομοσπονδίαι. Οι Πρόεδροι των Ομοσπονδιών αυτοδικαίως μετέχουν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, το οποίον είναι δωδεκαμελές και συμπληρούται δε ως προς τα λοιπά μέλη αυτού κατά τα εν τω καταστατικώ αυτής οριζόμενα. 7.

Δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευμένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της λειρουργίας των κυνηγετικών συλλόγων, των ομοσπονδιών και συνομοσπονδίας, των διοικητικών συμβουλίων της συνθέσεως αυτών, των προσόντων και ιδιοτήτων των μελών αυτών, της θητείας τούτων, των καταστατικών των, της περιουσιάς αυτών, της προσωρινής διοικήσεως αυτών και πάσης συναφούς λεπτομερείας σκοπούσης εις την καλυτέραν εξυπηρέησιν της θήρας.

Ωσαύτως, δια της αυτής αποφάσεως ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια αναγνωρίσεως των κυνηγετικών συλλόγων ως και τα της συγχωνεύσεως αυτών. 8. κατά τα λοιπά ως προς τας κυνηγετικάς οργανώσεις, ισχύουν οι διατάξεις περί σωματείων του Αστικού Κώδικος, ως και οι διατηρηθείσαι, μετά την ισχύν του, διατάξεις του ν. 281 της 21/25.6.1914 (περί Σωματείων) δυνάμει του άρθρου 22 του εισαγωγικού α.ν. 2783 της 30/30.1.1941 (Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικος), εφ' όσον δεν αντίκεινται εις τας σχετικάς διατάξεις του παρόντος".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 281/1914 περί σωματείων " δύο ή πλείονα σωματεία, επαγγελματικά ή άλλων σκοπών, δύνανται να ενώνονται σε σύνδεσμο ή ένωση , για την επιδίωξη των κοινών αυτών συμφερόντων, διατηρούντα την οικονομική και διοικητική αυτονομία τους....Οι αναγνωρισμένες ενώσεις, έχουν τα αυτά δικαιώματα και τις αυτές υποχρεώσεις , με τα απλά σωματεία , κατά τις διατάξεις του νόμου τούτου....".

Η ρύθμιση αυτή αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι ομοσπονδιακές οργανώσεις των διαφόρων συνεταιρισμών, συλλόγων καθώς και των κυνηγετικών οργανώσεων, όπως οι τελευταίες οργανώθηκαν με το άρθρο 266 του ΝΔ 86/1969. Από την ανωτέρω διατύπωση του άρθρου 43 του Ν. 281/1914, από το περιεχόμενο του άρθρου 12 του Συντάγματος, αλλά και την υπόλοιπη, σχετική περί σωματείων ρύθμιση του ΑΚ, που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των κυνηγετικών οργανώσεων, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση της προαναφερθείσας διάταξης του αρθρου 266§8 του Ν.Δ/τος 86/1969, σαφώς προκύπτει ότι η ως άνω ένωση των δύο ή περισσοτέρων σωματείων, προϋποθέτει την οικονομική και διοικητική αυτονομία τους , η οποία, έτσι, διαγορεύεται σε θεμελιώδη αρχή και σημαίνει ότι κάθε μέλος της ενώσεως διέπεται από το δικό του καταστατικό , έχει δική του διοίκηση , δικό του ταμείο , δική του ξεχωριστή δράση κλπ , ενώνεται δε σε νέα ένωση (ομοσπονδία, συνομοσπονδία), για την επιδίωξη κοινών σκοπών με κοινά μέσα .

Οπωσδήποτε μεταξύ των μελών του υποκειμένου σωματείου-μέλους και του υπερκειμένου σωματείου , δημιουργούνται ορισμένες έννομες σχέσεις , αλλά σε καμία περίπτωση τα μέλη του υποκειμένου σωματείου δεν καθίστανται μέλη του υπερκειμένου σωματείου, ούτε δημιουργείται με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους ευθύνη του τελευταίου σωματείου.

Εξακολουθούν να είναι μέλη μόνο του δικού τους σωματείου και να υπόκεινται στη διοικητική δικαιοδοσία του, μπορούν να παραιτηθούν κατ' άρθρο 87 ΑΚ, ν' αποβληθούν κατ' άρθρο 88 ΑΚ ή και να τιμωρηθούν μόνο από το σωματείο τους , κατά τις περιπτώσεις , τη διαδικασία και με τις ποινές που προβλέπει λεπτομερώς το καταστατικό τους και όχι εκείνο του υπερκειμένου ( δευτεροβαθμίου ή τριτοβαθμίου ) σωματείου.

Τυχόν δε αντίθετη διάταξη του καταστατικού των ενωμένων σε ένωση, σύνδεσμο, ομοσπονδία ή συνομοσπονδία σωματείων η οποία ρποβλέπει τη δυνατότητα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου, εκ μέρους της ένωσης, επί τα ν ωυσικών προσώπων-μελών των σωματείων είναι άκυρη και ανισχυρη ( άρθρα 74, 178, 180 ΑΚ) ως αντιβαίνουσα στο όλο σύστημα του ΑΚ" αφού έτσι παραβιάζεται η αρχή της σωματειακής αυτονομίας.

Τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει τυχόν συναίνεση του υποκειμένου σωματείου, για την άσκηση επ' αυτού και περαιτέρω επί των μελών του πειθαρχικής εξουσίας από υπερκείμενο σωματείο. Και τούτο γιατί, με τέτοια συναίνεση, το υποκείμενα διάμεσα ή κατώτερα σωματεία χάνουν ένα σημαντικό στοιχείο της προσωπικής και ατομικής ελευθερίας τους, η οποία έτσι δεσμεύεται υπέρμετρα, κατά τρόπο που αντίκειται στα χρηστά ήθη, και για το λόγο αυτό συνεπάγεται ακυρότητα της δικαιοπρακτικής δηλώσεως, περί συναινέσεως κατ' άρθρο 179 ΑΚ.

Δυνατότητα δε επιβολής πειθαρχικών ποινών εκ μέρους του υπερκειμένου σωματείου, θα μπορούσε να καθιερωθεί μόνο με νόμο. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, ισχύει ως βασικός κανόνας, ότι στην πειθαρχική εξουσία του σωματείου, κατ' αρχήν υπόκεινται μόνο τα μέλη του και η άσκηση αυτής από τα σωματεία αποτελεί έκφραση της αυτονομίας και αυτοδιοίκησης των, ως συγκροτημένων κοινωνικών ομάδων.

Σε τρία πρόσωπα, εκτός των μελών του, δεν νοείται, ούτε μπορεί να επεκταθεί κατ' αρχήν η πειθαρχική εξουσία του σωματείου. Τέτοια εξουσία δεν μπορεί να προσδοθεί με διάταξη του καταστατικού, σχετική δε ρήτρα αυτού δεν έχει ισχύ και η επιβαλλόμενη τελικά ποινή σε τρίτο πρόσωπο, από οποιοδήποτε όργανο, στερείται κύρους και ως απόφαση είναι απολύτως άκυρη και δεν παράγει αποτελέσματα, κατά το άρθρο 180 Α.Κ.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση μιας υπερκειμένης οργάνωσης, σε σχέση με τα φυσικά πρόσωπα-μέλη του σωματείου, το οποίο αποτελεί μέλος της υπερκείμενης οργάνωσης (π.χ. ομοσπονδίας), διότι τα μέλη αυτών είναι μόνο τα σωματεία ως νομικά πρόσωπα και όχι τα φυσικά πρόσωπα-μέλη των τελευταίων. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20.2.2004 αίτηση-προσφυγή τους, οι αιτούντες-προσφεύγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "1ος Κυνηγετικός Σύλλογος Αιγάλεω", επικαλέστηκαν ότι η "Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" δευτεροβάθμια (υπερκείμενη ) ένωση , της οποίας τυγχάνει μέλος ο Σύλλογος τους , με την αριθ. 421/2003 απόφασή της, τους επέβαλε την πειθαρχική ποινή της ετήσιας διαγραφής τους από μέλη του ως άνω πρωτοβάθμιου σωματείου τους, λόγω παραβάσεως εκ μέρους τους καταστατικών διατάξεων και των νόμων, κατά τα εις αυτήν ( αίτηση - προσφυγή ) ειδικότερα εκτιθέμενα.

Ότι κατά της άνω απόφασης διαγραφής τους, με την από 22-12-2003 προσφυγή τους - σύμφωνα με το άρθρο 11 τον καταστατικού της ως Ομοσπονδίας - προσέφυγαν ενώπιον της καθ' ης η προσφυγή νυν αναιρεσείουσας "Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος", - τριτοβάθμιας (υπερκείμενης ) ενώσεως - της οποίας μέλος αποτελεί η διαγράψασα αυτούς Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, και ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι αυτή είναι αναρμόδια να παρεμβαίνει στα εσωτερικά άλλου σωματείου μη μέλους της , καθώς και ότι η περί διαγραφής τους απόφαση της Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΤΈΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ είναι παράνομη και άκυρη, ως υπεισερχόμενη στα εσωτερικά άλλου σωματείου, και ότι τη διαγραφή τους μπορεί ν' αποφασίσει μόνο η Γενική Συνέλευση του σωματείου τους, στο οποίο αυτοί είναι μέλη του.

Ότι η νυν αναιρεσείουσα Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος, με την αριθμ. 182/4.2.2004 απόφαση της, απέρριψε την ως άνω προσφυγή τους και επικύρωσε την αριθ. 421/3.11.2003 απόφαση της Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Δ'ΚΟΣΕ). Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί η απόλυτη ακυρότητα της αριθ. 182/4.2.2004 απόφασης της εκκαλούσας ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ , η οποία επικύρωσε την αριθ. 421/2003 απόφαση της εκκαλούοας Δ ' ΚΟΣΕ , δυνάμει της οποίας διαγράφηκαν για ένα έτος από μέλη του ως άνω σωματείου τους ( Ιου Κυνηγετικού Συλλόγου Αιγάλεω ), γιατί δεν δικαιούται το Διοικητικό Συμβούλιο άλλου σωματείου έστω και υπερκειμένου να διαγράφει από μέλη, μέλη άλλου - έστω και υπερκειμένου - σωματείου.

Βάσει της αίτησης - προσφυγής αυτής και της πρόσθετης, υπέρ της καθ' ης η αίτηση - προσφυγή, παρέμβασης, της Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5222/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία έκανε δεκτή την αίτηση - προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε την αριθ. 182/4.2.2004 απόφαση της ΚΣΕ, που επεκύρωσε την αριθ. 182/4.2.2004 απόφαση της Δ'ΚΟΣΕ περί διαγραφής αυτών, για ένα έτος, από μέλη του ως άνω σωματείου τους.

Στη συνέχεια, μετά από ασκηθείσες εφέσεις, εκ μέρους της ως άνω Ομοσπονδίας και Συνομοσπονδίας, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (5689/2006 του Εφετείου Αθηνών), η οποία κατέληξε στην ίδια με την πρωτόδικη απόφαση κρίση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης - προσφυγής των νυν αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τις ασκηθείσες εφέσεις, ως κατ' ουσία αβάσιμες.

Ειδικώτερα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Οι αιτούντες - προσφεύγοντες, είναι μέλη του κυνηγετικού σωματείου, με την επωνυμία " 1ος Κυνηγετικός Σύλλογος Αιγαλέω" καθώς και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού . Η κυνηγετική ομοσπονδία με την επωνυμία " Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ " , μέλος της οποίας τυγχάνει ο 1ος Κυνηγετικός Σύλλογος Αιγάλεω , με την υπ' αρ. 421/2003 απόφαση της επέβαλε στους αιτούντες - προσφεύγοντες, υπό την ιδιότητα αυτών ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ως άνω συλλόγου τους, την πειθαρχική ποινή της ετησίας διαγραφής τους από μέλη αυτού (1ου Κυνηγετικού Συλλόγου Αιγάλεω) για μη συμμόρφωση τους ως μελών του Δ.Σ.

του σωματείου στο νόμο και στα καταστατικά αμφοτέρων των σωματείων (πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου), και για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μελών του Δ.Σ. του σωματείου τους, Στην επιβολή της ως άνω πειθαρχικής ποινής προέβη η Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ως υπερκείμενη - δευτεροβάθμια - ένωση , δυνάμει του άρθρου 11 του καταστατικού της, το οποίο ορίζει, ότι "Το διοικητικόν Συμβούλιο της Ομοσπονδίας , ασκεί πειθαρχική εξουσία επί των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Κυνηγετικών Συλλόγων της περιφερείας της, εφόσον ταύτα δεν τηρούν τας καταστατικάς αρχάς του Συλλόγου τους, τους Κανονισμούς , τας αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων και τας τοιαύτας της Ομοσπονδίας και της Συνομοσπονδίας, τους Κανόνες της Κυνηγετικής δεοντολογίας ή εκτελούν τα καθήκοντα τους πλημμελώς.

Η παράβασις των ανωτέρω υποχρεώσεων, ως και η πλημμελής εκτέλεσις των καθηκόντων των, αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα, κρινόμενον και τιμωρούμενον υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας, δια πειθαρχικής ποινής επιβαλλομένης δι αιτιολογημένης αποφάσεως, κατόπιν προηγούμενης κλήσεως προς απολογίαν, ανεξαρτήτως πάσης ποινικής ευθύνης ή άλλης συνεπείας κατά τους κείμενους νόμους".

Ο 1ος Κυνηγετικός Σύλλογος Αιγάλεω , κατά το άρθρο 9 του καταστατικού του, διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, και ανώτατο όργανο αυτού είναι η Γενική Συνέλευση του ( άρθρο 6 καταστατικού). Το τελευταίο αυτό καταστατικό όργανο ( Γ.Σ.), επιλαμβάνεται και αποφασίζει επί παντός θέματος και ζητήματος που ενδιαφέρει και αφορά το Σύλλογο και ανάγεται στους καταστατικούς σκοπούς του , και σύμφωνα με το άρθρο 94 Α.Κ., έχει τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων της διοίκησης του, τα οποία έχει το δικαίωμα να τα παύει οποτεδήποτε, για σπουδαίους λόγους, και ιδίως για βαριά παράβαση των καθηκόντων τους ή για ανικανότητα να ασκήσουν την τακτική διαχείριση .

Το εν λόγω δικαίωμα του (άσκηση δηλαδή πειθαρχικής εξουσίας στα μέλη του) δεν μπορεί να περιοριστεί με διάταξη του καταστατικού του. Ο ανωτέρω Σύλλογος, ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι μέλος της Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού της, δεν διαφέρει, από τα κοινά σωματεία, αντιθέτως, κατά το άρθρο 266 του Ν.Δ. 86/1969, προϋπόθεση της σύστασης των κυνηγετικών εν γένει οργανώσεων, είναι η τήρηση των περί σωματείων διατάξεων του ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και επί των ως άνω οργανώσεων, οι οποίες, κατά το άρθρο 1 του καταστατικού των, τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας.

Κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του άρθρου 3 του καταστατικού της εν λόγω Ομοσπονδίας, μέλη της καθίστανται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τα νομικά πρόσωπα, των αναγνωρισμένων από το Υπουργείο Γεωργίας και νομίμως λειτουργούντων Κυνηγετικών Συλλόγων της περιφέρειας της δικαιοδοσίας της, και όχι τα φυσικά πρόσωπα της υποκειμένης -πρωτοβάθμιας οργάνωσης, ως εν προκειμένω οι αιτούντες -προσφεύγοντες, τόσο υπό την ιδιότητα τους ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ταυ σωματείου τους (1ος Κυνηγετικού Συλλόγου Αιγάλεω) ,όσο και ως απλών μελών αυτού , εντεύθεν δε την πειθαρχική εξουσία επ' αυτών (αιτούντων - προσφευγόντων ) για παράβαση των καθηκόντων τους, ανικανότητα τους να ασκήσουν διοίκηση κλπ, την ασκεί αποκλειστικώς το σωματείο τους, του οποίου μέλη τυγχάνουν, δηλαδή μόνον ο 1ος Κυνηγετικός Σύλλογος Αιγάλεω.

Κατά συνέπειαν, η επιβολή από την Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ στους αιτούντες- προσφεύγοντες, της ποινής της ετήσιας διαγραφής τους από μέλη του σωματείου τους, συνιστά παράβαση του βασικού κανόνα και της σωματειακής αρχής, ότι στην πειθαρχική εξουσία των σωματείων υπόκεινται μόνο τα μέλη του, και ασφαλώς τέτοια δεν είναι οι αιτούντες-προσφεύγοντες, οι οποίοι τυγχάνουν μέλη μόνο του 1ου Κυνηγετικού Συλλόγου Αιγάλεω, και όχι μέλη της Ομοσπονδίας που τους επέβαλε την ποινή .

Κατ' ακολουθίαν των όσων εξετέθησαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η επιβληθείσα από την Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ, στα μη μέλη αυτής αιτούντες - προσφεύγοντες στερείται ισχύος η δε ως άνω απόφαση της είναι απολύτως άκυρη, κατά το άρθρο 180 ΑΚ , ενόψει του ότι η δυνατότητα επιβολής πειθαρχικής ποινής από την ως άνω δευτεροβάθμια ( υπερκείμενη ) ένωση , σε φυσικά πρόσωπα - μέλη του 1ου Κυνηγετικού Συλλόγου Αιγάλεω - μέλους της (υποκείμενης ένωσης ) , δεν έχει θεσπισθεί με νόμο, ούτε δε έχει εκχωρηθεί σε αυτήν με ρητή πρόβλεψη του καταστατικού του υποκειμένου ως άνω σωματείου, σχετική πειθαρχική δικαιοδοσία επί των μελών του .

Εντεύθεν δε για τους αυτούς λόγους δεν υφίστατο και εξoυσία της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος - της οποίας, ως τριτοβάθμιας οργάνωσης , μέλος τυγχάνει η Δ'ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, προς επικύρωση με την αριθ. 182/2004 απόφαση της, της ούτως ή άλλως απολύτως άκυρου αριθ. 421/2003 απόφασης της Δ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει νομική πρόβλεψη, αλλ' ούτε και κοινή καταστατική ρύθμιση και στις τρεις βαθμίδες των ως άνω κυνηγετικών οργανώσεων, περί πειθαρχικής εξουσίας των υπερκειμένων ομοσπονδιών, επί των φυσικών προσώπων των υποκειμένων ενώσεων, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ήταν νομικά επιτρεπτή η άσκηση τέτοιας πειθαρχικής εξουσίας.

Οι εκκαλούσες ισχυρίζονται, ότι είναι επιτρεπτή η πειθαρχική εξουσία των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών επί των μελών του Δ.Σ των Κυνηγετικών Συλλόγων, λόγω του πυραμοειδούς χαρακτήρα της κυνηγετικής οργάνωσης στη χώρα μας, που προβλέπεται από το άρθρο 266 παρ. 3-6 του ν.δ. 86/1969. Όμως, ο ισχυρισμός τους αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τυχόν μονομερής πρόβλεψη στο καταστατικό υπερκείμενης Κυνηγετικής Οργάνωσης, περί άσκησης πειθαρχικής εξουσίας στα φυσικά πρόσωπα υποκειμένης πρωτοβάθμιας οργάνωσης και εν προκειμένω της εκκαλούσας Δ'ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, επί των εφεσιβλήτων θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 12 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα των Ελλήνων, να συνιστούν ενώσεις, και στην θεμελιώδη αρχή σωματειακής αυτονομίας.

Τα κυνηγετικά σωματεία δεν διαφέρουν από τα κοινά σωματεία, για τα οποία, σύμφωνα με την επικαλούμενη και από τους εφεσιβλήτους διάταξη του άρθρου 266 του ΝΔ 86/1969, ως προϋπόθεση συστάσεως τους τίθεται, η τήρηση του ΑΚ και των διατάξεων περί σωματείων. Το γεγονός δε ότι το καταστατικό των εν λόγω κυνηγετικών σωματείων εγκρίνεται από τον Υπουργό Γεωργίας, ότι αυτά επιχορηγούνται από το Κράτος και συνεργάζονται με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, για την επαύξηση του φιλοθηραματικού πλούτου της χώρας, δεν συνεπάγεται ότι έχουν συσταθεί από το νόμο και ότι η εν γένει λειτουργία τους καθορίζεται από τη διοίκηση, καθόσον τότε δεν επρόκειτο περί-αυτόνομων-σωματείων, κατά την έννοια του άρθρου 12 του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων του ΑΚ και του άρθρου 13 του 281/1914 περί σωματείων, αλλά περί υποτελών και μη αυτόνομων ενώσεων, έστω κι αν η μη αυτονομία αυτών, έχει σχέση όχι την διοίκηση αλλά άλλη υπερκείμενη αυτής ένωση.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, έκρινε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι έπρεπε να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσία, η αίτηση-προσφυγή των νυν αναιρεσιβλήτων και να ακυρωθούν οι ως άνω αποφάσεις της Ομοσπονδίας και της Συνομοσπονδίας, οι οποίες επέβαλαν την ετήσια διαγραφή τους, ως μελών του σωματείου τους.

Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω περί σωματείου διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του άρθρου του Νόμου 281/1914, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη ρητή διατύπωση του αρθρου 266 παρ. 8 του Ν.Δ/τος 86/1969, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 και 24 του Συντάγματος, σύμφωνα και με όσα ήδη αναφέρθηκαν, στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη και δεν παραβίασε αυτές ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-1-2007 αίτης του σωματείου με την επωνυμία "Κυνηγετικής Συνομοσπονδία Ελλαδος", για αναίρεση της 5689/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 12 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ