Supreme Court annuls labor contract ruling, holding successive fixed-term contracts do not auto-convert to indefinite without statutory conditions met.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled a First Instance Court decision that had converted successive fixed-term employment contracts into an indefinite-term contract. The Court found the lower court failed to apply specific statutory requirements regarding contract duration and renewal limits under the relevant regulations. Consequently, the case was remanded for retrial with a new judge to properly evaluate whether the legal thresholds for automatic conversion were satisfied.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 8A of Decree 81/2003; Article 11 of Decree 164/2004: Successive fixed-term employment contracts do not automatically convert to indefinite-term contracts unless specific statutory conditions regarding total duration and renewal frequency are cumulatively met, and the fixed terms are justified by objective reasons such as trial periods or specific regulatory mandates.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1177 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1177/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τζώτζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μπουκουβάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου.
Εκδόθηκε η 83/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 24-4-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό τωνάρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι : α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται : α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ.
γ' του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη (πρ.βλ.
ΑΠ 1376/1999, 1331/1997). Περαιτέρω, στο π.δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου>>), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ :
α) Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004......, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γι' αυτού", με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.
γ' του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.
Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.).
β) Στο άρθρο του 5, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, ότι "1. η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως : Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 3.
Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αόριστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες..... 5.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Γ) Στο άρθρο του 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004 ότι "1. στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990....
ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004.... ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσείουσα -βλ. σχ. ΑΠ 80/2000), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ.....". Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω π.δ. 180/2004 ορίστηκε ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004).
Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής : "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση..... 5.
Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.
α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης....". Η ισχύς του ως άνω π.δ. 164/2004 άρχισε, κατά το άρθρο του 12, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-7-2004). Εξάλλου, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ.
στ' του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β' 568/8-9-1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ ΑΠ 14/1998), τελικά, στη συνέχεια, αναμορφώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.- άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990).
Στον αναμορφωμένο αυτόν ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζονται : α) Στο άρθρο του 1 ότι αυτός "περιλαμβάνει τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του Μόνιμου και Δόκιμου προσωπικού που συνδέεται με τον ΟΤΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας...". β) Στο άρθρο του 2 ότι "1. το υπαγόμενο στον παρόντα Κανονισμό προσωπικό διακρίνεται σε Μόνιμο και Δόκιμο.
Μόνιμο είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες. Δόκιμο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας ενός έτους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος Κανονισμού. 2. Ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.
Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό". γ) Στο άρθρο του 50 παρ. 6 ότι "η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την υπογραφή της σχετικής ΕΣΣΕ, εκτός αν άλλως ορίζεται", ενώ στον όρο 23 της ως άνω από 10-6-1999 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων αυτής αρχίζει από την υπογραφή της (10-6-1999), εκτός αν άλλως ορίζεται σ' αυτές.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ-ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. 'Ετσι, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, το άρθρο 8 παρ. 1 εδ.
γ' του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (χρονολογία λήξεως της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 81/2003) (αρχικά) και των π.δ. 164 και 180/2004, αντίστοιχα, στη συνέχεια. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." -ΟΤΕ) στις ... δυνάμει της υπ' αριθ. .... αποφάσεως του ΤΕΚ Ζακύνθου με την ιδιότητα της υπαλλήλου του Διοικητικού Εκμετάλλευσης Κλάδου και εργασιακό αντικείμενο την εξυπηρέτηση πελατών, η δε ανωτέρω σύμβαση έληγε στις 15-3-2004, ανανεωθείσα για άλλους δέκα τέσσερις μήνες με λήξη τη 15-5-2005.
Από την πρόσληψή της η αναιρεσίβλητη εργάστηκε με πλήρες ωράριο επί καθημερινής βάσεως στο Τμήμα εξυπηρέτησης πελατών καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Οργανισμού, είχε δε κωδικό αριθμό στο Ταμείο του ΟΤΕ και εργάστηκε στην αναιρεσείουσα μέχρι τις 15-5-2005, οπότε και απολύθηκε χωρίς νόμιμες διατυπώσεις, με την προαναφερόμενη δε ειδικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας, ενώ η υφιστάμενη οργανική θέση έχει μείνει κενή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη από 17-5-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφενός αναγνώρισε ότι η τελευταία συνδέεται με την αναιρεσείουσα με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου από τις .... και υποχρέωσε την τελευταία να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες σ' αυτήν υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης ως υπαλλήλου με ταυτόχρονη καταβολή των νόμιμων αποδοχών της, επιβάλλοντας συνάμα στην αναιρεσείουσα χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα υπέρ της αναιρεσίβλητης σε περίπτωση αρνήσεως συμμορφώσεώς της με την εν λόγω απόφαση.
Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004 στο π.δ. 81/2003, έχουν ανάλογη εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθώς και τις παραπάνω παρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Και αυτό γιατί η αναιρεσίβλητη, της οποίας η τελευταία από τις δύο (και μοναδικές) διαδοχικές συμβάσεις με την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003, ήταν ενεργός κατά την έναρξη της ισχύος του π.δ. 180/2004 (23-8-2004) και επομένως και του άρθρου 8Α, που, κατά τα πιο πάνω, προστέθηκε στο π.δ. 81/2003 (σε συνδυασμό του με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004), δεν πληροί τις από τις από το τελευταίο άρθρο καθοριζόμενες προϋποθέσεις, ώστε να καθίσταται εφεξής η σύμβασή της εργασίας αόριστου χρόνου.
Διότι ούτε η συνολική διάρκεια των (δύο) διαδοχικών συμβάσεών της είναι τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη της ισχύος του π.δ. 180/2004 (23-8-2004), αλλ' ούτε και έχουν χωρήσει τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του π.δ. 164/2004, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.
Η κάλυψη από την αναιρεσίβλητη πάγιων και διαρκών αναγκών, όπως δέχτηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν αρκεί για να καταστεί η σύμβασή της εργασίας αόριστου χρόνου, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν συντρέχουν αθροιστικά οι οριζόμενες από τις αναλόγως εφαρμοζόμενες ως άνω διατάξεις του π.δ. 164/2004. Εξάλλου, η κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων εργασίας της αναιρεσίβλητης ως τέτοιων ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από τον αντικειμενικό λόγο που συνίσταται στο ότι η σύναψή τους για ορισμένο χρόνο επιβαλλόταν από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, δεδομένου μάλιστα ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υφίσταται παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη είχε προσληφθεί υπό δοκιμή, για να ενταχθεί στη συνέχεια στο μόνιμο προσωπικό της αναιρεσείουσας (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 του ως άνω ΓΚΠ-ΟΤΕ).
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004 στο π.δ. 81/2003, έχουν ανάλογη εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθώς και τις παραπάνω παρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 83/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου.-
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.- Και
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ