Supreme Court partially allows appeal on labor dispute where prior judgment lacks res judicata due to changed collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding unpaid bonuses. The appellant argued that a prior judgment establishing entitlement to bonuses should have res judicata effect, but the lower court correctly noted that different collective agreements applied to the disputed period. The Court ruled that res judicata did not apply to the period after the change in collective agreements but held that it did apply to the period before the change, ordering the lower court to retry that specific portion of the claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the legal regime governing the legal relationship changes between the prior and current proceedings, except for the period where the same legal regime was in force at both times.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1177 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1177/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Παναγιώτη Σαπουντζάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΠΑΣΙΦΙΚ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε. - ... PACIFIC ΕΛΛΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΡΤΟΥ" πρώην "... ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΡΤΟΥ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Αχιλλέα Τσιχτή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8806/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/5/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 20/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση με το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στη προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις διαφορετικές από εκείνες που ίσχυαν κατά τη δίκη που προηγήθηκε.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε ή Δ.Α οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 3 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος ρυθμιζόμενες από ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις των εργαζομένων αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α.. Εξάλλου από τις από 11.6.1997, 17.6.1998, 21.6.1999, 23.3.2000, 3.4.2001 και 14.6.2002 Ε.Σ.Σ.Ε., που συνήφθησαν μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων και της αναιρεσίβλητης επιχειρήσεως, προκύπτει ότι η καθεμιά από αυτές ισχύει αναδρομικά από την πρώτη του έτους εντός του οποίου συνήφθη. Επομένως η από 11.6.1997 Ε.Σ.Σ.Ε. ισχύει για όλο το έτος 1997, ενώ για τα έτη 1998 και επόμενα ισχύουν οι λοιπές παραπάνω νεώτερες Ε.Σ.Σ.Ε..
Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, που απασχολείται ως υπάλληλος στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ένδικη αγωγή του ζήτησε διαφορές αποδοχών του από 1.6.1997 έως 30.12.2002 χρονικού διαστήματος, καθόσον δεν του καταβλήθηκαν τα αναφερόμενα επιδόματα που προβλέπονται από τις ισχύσασες κατά το διάστημα αυτό Ε.Σ.Σ.Ε..
Προηγουμένως ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της αναιρεσίβλητης την από 30.7.1997 αγωγή του με την οποία αξίωσε την καταβολή επιδομάτων που προβλέπονταν από τις ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε. κατά το τότε επίδικο διάστημα από Μαϊου 1992 έως και του Μαϊου 1997. Επί της προηγουμένης αγωγής εκδόθηκε η 10091/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι ο αναρεσείων εδικαιούτο τα αιτηθέντα επιδόματα, καθόσον ο συμφωνηθείς με την ατομική σύμβαση εργασίας μηνιαίος μισθός αποτελούσε βασικό μισθό επί του οποίου θα έπρεπε να υπολογίζονται και να καταβάλλονται επιπλέον και τα επιδόματα που προβλέπονταν από τις τότε ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε..
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή με την κρίση ότι δεν υφίσταται το προβληθέν από τον αναιρεσείοντα δεδικασμένο από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση επί της προηγουμένης αγωγής, διότι μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, τουτέστιν οι Ε.Σ.Σ.Ε. βάσει των οποίων ζητούνται τα μη καταβληθέντα επιδόματα.
Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στην αρχή ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει το προταθέν δεδικασμένο όσον αφορά το από 1.1.1998 έως 31.12.2002 χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυσαν διαφορετικές Ε.Σ.Σ.Ε. από εκείνες που ίσχυαν κατά το κριθέν με την προδιαληφθείσα εφετειακή απόφαση χρονικό διάστημα. Αντίθετα το Εφετείο με την κρίση του αυτή έσφαλε όσον αφορά το μέρος της αγωγής για το από 1.6.1997 έως 31.12.1997 διάστημα, αφού κατά το διάστημα αυτό ίσχυε η ίδια από 11.6.97 Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία ίσχυε και κατά το διάστημα από 1.1.197 μέχρι 31.5.1997 για το οποίο ζητήθηκαν τα ήδη ένδικα επιδόματα τα οποία επιδικάστηκαν με την παραπάνω εφετειακή απόφαση, η οποία κατά τούτο παράγει δεδικασμένο.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, κατά ένα μέρος του, ο μοναδικός από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ως βάσιμος στην ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά ένα μέρος της, τουτέστιν κατά το μέρος που απορρίφθηκαν οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος του από 1.6.1997 έως 31.12.1997 χρονικού διαστήματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την 8806/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ