Supreme Court partially allows appeal on false accusation but dismisses claim of perjury and defamation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a criminal conviction for defamation and false accusation. The appellant successfully argued that the prosecution's evidence regarding her involvement in a legal conspiracy was fabricated and false. Consequently, the court quashed the conviction for defamation and the sentence for perjury, remanding the case for retrial on the specific charge of false accusation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 512(1)(c) and 515(2)(a) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that when the accused appears but the prosecution does not, the trial proceeds as if all parties were present, and the court must independently verify the truthfulness of evidence, quashing convictions based on proven falsehoods.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1176 / 2024 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1176/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Μιχαήλ Αποστολάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Φωτεινή Μηλιώνη και Αντιγόνη Τζελέπη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Καλογερά, για αναίρεση της απόφασης 5/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας.
Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π. Τ.-Μ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιαρεσείουσα ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμ. πρωτ. 3392/8-5-2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε:
Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της περί ενοχής και να αθωωθεί η αναιρεσείουσα για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση,
Β) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της για τη μη χορήγηση της αναστολής και για μετατροπή της ποινής φυλάκισης, για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για νέα συζήτηση και
Γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναορεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ.
α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου εμφανιστεί ο αναιρεσείων και δεν εμφανιστεί ο υποστηρίζων την κατηγορία, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα, η συζήτηση της υπόθεσης διεξάγεται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στο προεισαγωγικό της απόφασης αυτής δικάσιμο (2-7-2024) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα, εμφανίστηκε και παραστάθηκε νόμιμα η αναιρεσείουσα. Αντίθετα, δεν παραστάθηκε και, συνεπώς, θεωρείται ως δικονομικώς απούσα, η Π. Τ.-Μ. του Κ., η οποία είχε παραστεί ως υποστηρίζουσα την κατηγορία κατά τη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης με ημεροχρονολογία 13-6-2024, που συντάχθηκε αρμοδίως από τον αρχιφύλακα ...
Ν. Β., σύμφωνα με το οποίο επιδόθηκε, δια θυροκολλήσεως, νόμιμα και εμπρόθεσμα, η κλήση με αριθμό 537/12-6-2024 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου η ως άνω υποστηρίζουσα την κατηγορία να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο.
Επομένως, αφού η υποστηρίζουσα την κατηγορία δεν εμφανίστηκε, αν και έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να συνεχιστεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Η κρινόμενη με αρ.3392/8-5-2024 αίτηση αναίρεσης της Χ. Μ. του Δ. κατά της υπ' αριθμ. 5/2024 απόφασης του, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δικάσαντος, Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας που ασκήθηκε με δήλωση στον Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αυθημερόν, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ.1 ,462, 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 4 , 504 παρ. 1 , 505 παρ. 1α ΚΠΔ, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 16-4-2024 η δε προθεσμία των 20 ημερών, για την άσκησή της, που έληγε την 6-5-2024 ήταν αργία (Δευτέρα της Διακαινησίμου) όπως και η επομένη (7-5-2024) λόγω της μεταφοράς της αργίας της Πρωτομαγιάς.
Επί πλέον, η κρινομένη αίτηση είναι παραδεκτή, γιατί περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό, ορισμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως, εκείνον της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ).
Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτήν λόγων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν.
Ήδη για την πράξη αυτή, με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, ενώ καταργείται η αναφορά στο σκοπό του δράστη. Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία είναι επιεικέστερη, τόσο ως προς τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, όσο και ως προς την προβλεπόμενη γι` αυτό ποινή, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται:
α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά δηλαδή είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠΔ, είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λπ., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος. η γνώση, δηλαδή, του ψεύδους της καταμήνυσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού (αιτιολογικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατ' άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στο εξεταζόμενο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει επιπλέον στο εν λόγω αδίκημα, η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά.
Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση της αναφερόμενης αξιόποινης πράξης η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η σχετική με τα ψευδώς καταμηνυθέντα περιστατικά γνώση του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν, δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών και οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως . Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, το δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής :
"......Η κατηγορούμενη ήταν σύζυγος του εκλιπόντος Δικηγόρου ...-μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ... Δημητρίου Γ.. Η ίδια είναι οικονομολόγος και, όσο ο σύζυγός της ήταν εν ζωή, οι δυο τους συστεγάζονταν σε γραφείο κείμενο επί της οδού ... στην πόλη της ..., στο οποίο αυτή ασκούσε τη δραστηριότητά της, ενώ στο ίδιο γραφείο συστεγάζονταν επίσης και άλλοι δικηγόροι της ...-συνεργάτες του συζύγου της.
Όταν ο προαναφερθείς σύζυγος της κατηγορουμένης απεβίωσε, αυτή δημιούργησε ένα μόρφωμα, το οποίο η ίδια ονόμασε "νομική οντότητα" με την επωνυμία "Κοινωνία Κληρονόμων Γ.- Συνηγορία" και του προσέδωσε το διακριτικό τίτλο "Συνηγορία", δηλώνοντας δημόσια ότι η ως άνω "Κοινωνία" συνεχίζει τη δραστηριότητα του εκλιπόντος συζύγου της-δικηγόρου.
Εμφανιζόταν, δε, ενεργώντας από το ίδιο, ως άνω, γραφείο, να χειρίζεται υποθέσεις τρίτων, να αναθέτει σε δικηγόρους της προτίμησής της υποθέσεις τρίτων φερόμενων ως "εντολέων" της και να καταθέτει δικόγραφα ως "Κοινωνία Κληρονόμων Γ.-Συνηγορία", ενώ για ορισμένο χρονικό διάστημα εμφανίσθηκε και στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα ..., στην κατηγορία "Δικηγόροι", παραπλανώντας έτσι το κοινό ότι και η ίδια είναι δικηγόρος, αν και στην πραγματικότητα αυτή δεν είναι κάτοχος πτυχίου της Νομικής Επιστήμης, δεν είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου ...
ούτε στα αντίστοιχα κάποιου άλλου δικηγορικού συλλόγου της χώρας και δεν έχει ακολουθήσει τις προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις εισόδου στον κλάδο και άσκησης λειτουργήματος της δικηγορίας. Πέραν των ανωτέρω, παρακρατούσε στο ανωτέρω γραφείο φακέλους εντολέων του δικηγόρου συζύγου της, τους οποίους αρνούνταν να παραδώσει στους εν λόγω εντολείς, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, αφού οι συμβάσεις εντολής προς τον σύζυγό της Δ.
Γ. είχαν λυθεί με το θάνατό του και το μοναδικό δικαίωμα της κατηγορουμένης και των λοιπών κληρονόμων αυτού ήταν η είσπραξη μόνο των δαπανών, στις οποίες εκείνος είχε υποβληθεί προς εκτέλεση των εντολών που του είχαν ανατεθεί μέχρι του θανάτου του, καθώς και αμοιβής ανάλογης προς τις μέχρι τότε γενόμενες, για το σκοπό αυτό, ενέργειές του).
Ενόψει των ανωτέρω εκ μέρους της διενεργουμένων, ο δικηγορικός σύλλογος ..., νομίμως εκπροσωπούμενος, κατέθεσε σε βάρος της ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από 8-9-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 150/2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επικαλούμενος τις εν λόγω ενέργειες της κατηγορουμένης και αιτούμενος να σφραγιστεί το γραφείο που αυτή χρησιμοποιούσε για τη στέγαση της "νομικής οντότητας", όπως η ίδια την αποκαλούσε, να διαταχθεί η παύση των πράξεων που ενεργούσε, καθόσον συνιστούσαν αντιποίηση της δικηγορίας, να απαγορευθεί στην ίδια η διαφήμιση και η με οποιονδήποτε τρόπο προβολή του "μορφώματος" "Κοινωνία Κληρονόμων Γ.-Συνηγορία" και γενικώς η χρήση του όρου "Συνηγορία", επ'απειλή, σε βάρος της κατηγορουμένης, χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση της εκδοθησομένης αποφάσεως.
Επί της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 180/2016 απόφαση της Ειρηνοδίκη ... Άννας Σουρανάκη, με την οποία κρίθηκε ότι η κατηγορουμένη διέπραττε πράγματι όλα τα ανωτέρω, τα οποία συνιστούσαν αντιποίηση του δικηγορικού λειτουργήματος και ταυτόχρονα παραπλάνηση του κοινού, καθόσον προκαλούσε την εντύπωση ότι είναι δικηγόρος και, ενόψει, αυτού:
Α) διέταξε τη σφράγιση του ανωτέρω γραφείου, στο οποίο στεγαζόταν η καθ' ης και ήδη κατηγορουμένη (ενόψει και του ότι ταυτόχρονα έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι αυτή ταυτόχρονα διενεργεί και άλλες σύννομες δράσεις σχετικές με το επάγγελμά της, της οικονομολόγου, αφού δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε εκκρεμείς συναλλαγές της με τρίτους, σύμφωνες με το επάγγελμά της) Β) απαγόρευσε στην ίδια:
α) την άσκηση έργων για τα οποία αποκλειστικά αρμόδιοι είναι οι δικηγόροι καθώς και την παροχή κάθε μορφής νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων, β) τη διαφήμιση κάθε μορφής νομικών υπηρεσιών καθ' οιονδήποτε τρόπο και δη την προβολή (κατά τον χαρακτηρισμό της εν λόγω απόφασης) "του μορφώματος" της "Κοινωνίας Κληρονόμων Γ.-Συνηγορία", γ) τη χρήση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του όρου "Συνηγορία" ή οποιουδήποτε άλλου παρόμοιου ή με ανάλογο περιεχόμενο όρου στις επαγγελματικές της συναλλαγές και Γ) απείλησε εναντίον της κατηγορουμένης χρηματική ποινή, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε ημέρα μετά την κοινοποίηση της απόφασης, που θα παραβίαζε τους όρους αυτής.
Κατά την εκδίκαση της ανωτέρω υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης η νυν εγκαλούσα δικηγόρος Π. Τ.-Μ., αναφέροντας συναφώς, εκτός από τα ανωτέρω αναφερόμενα σχετικά με την παράνομη δραστηριότητα της κατηγορουμένης, και ότι την επισκέφθηκε στο γραφείο της πρώην εντολέας του εκλιπόντος δικηγόρου-συζύγου της κατηγορουμένης, ονόματι Β.
Δ., προκειμένου να αναθέσει πλέον σ' αυτή (ήτοι στη δικηγόρο Π. Τ.-Μ.) τις υποθέσεις του, αιτούμενος, μάλιστα, να ζητήσει η ίδια τους φακέλους των υποθέσεών του από την ήδη κατηγορουμένη, καθότι η τελευταία αρνούνταν να τους παραδώσει σε εκείνον και ότι, κατόπιν τούτου, η ίδια (ήτοι η εν λόγω μάρτυρας και ήδη εγκαλούσα) ζήτησε τους φακέλους αυτούς από την κατηγορουμένη, η οποία και πάλι αρνούνταν να τους της παραδώσει, ισχυριζόμενη ότι θα συνεχίσει τις υποθέσεις του, άλλως, ότι, για να λάβει εκείνος τους φακέλους, θα πρέπει να πληρώσει, ενώ εκείνος ισχυριζόταν ότι δεν είχε καμιά εκκρεμότητα οικονομική με τον τότε εντολοδόχο του - εκλιπόντα σύζυγο της κατηγορουμένης.
Από το σύνολο, δε, των αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι και τα ανωτέρω αναφερόμενα από την εγκαλούσα ήταν αληθή. Εξάλλου και η ίδια η κατηγορουμένη ομολόγησε, διά των στη δίκη εκείνη κατατιθέμενων έγγραφων προτάσεών της, ότι συνεχίζει τη δραστηριότητα του εκλιπόντος δικηγόρου συζύγου της, ισχυριζόμενη ότι έχει νόμιμο δικαίωμα, αφού έχει τη "διαχείριση του χαρτοφυλακίου", όπως η ίδια ονόμαζε, των υποθέσεων του δικαιοπαρόχου συζύγου της.
Όμοια, εξάλλου, κατέθεσαν αμφότερες, ήτοι, αντίστοιχα, η εγκαλούσα και η κατηγορουμένη, ενώπιον και του παρόντος Δικαστηρίου. Συναφώς, εξάλλου, η κατηγορουμένη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1157/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, καταδικάστηκε για αντιποίηση άσκησης δικηγορίας και για υπεξαγωγή εγγράφων.
Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αναφερθέντα, αποδείχθηκε ότι όλα όσα η εγκαλούσα κατέθεσε στην εν λόγω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ήταν αληθή.
Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα εξής: Την 1η-8-2016 η κατηγορούμενη προέβη σε εγχείριση της από 1-8-2016 έγγραφης καταθέσεως ενώπιον της Πταισματοδίκη ..., επέχουσας θέση εγκλήσεως, εις βάρος, μεταξύ έτερων προσώπων, και της εγκαλούσας Τ.- Μ. Π., με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη της τελευταίας, αναφορικά με την τέλεση εκ μέρους της των αδικημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία ανέφερε ότι: "(η εγκαλούσα) τη 10η Δεκεμβρίου 2015 υπογράφει και κοινοποιεί για λογαριασμό του εντολέα της Δ.
Β. και της ΑΤΕΒΕ, που εκείνος εκπροσωπεί, λίβελο, εναντίον της εγκαλούσας Μ. Χ. και της, νομίμως, συστασθείσας και εκπροσωπούμενης Κοινωνίας Κληρονόμων Γ. - ΣΥΝΗΓΟΡΙΑ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ, μας κατηγορεί γι' αντιποίηση δικηγορίας, εμφανίζοντας την νόμιμη επιχείρησή μας, ως αποκύημα της φαντασίας, όπως περιγράφεται στην εξώδικη επιστολή της, την οποία προσάγω και επικαλούμαι.
Οι δύο τελευταίοι, Τ. Π. και Δ. Β., έφτασαν μέχρι του σημείου, την 11η Σεπτεμβρίου 2015, να καταθέσουν ψευδή καταμήνυση ενώπιον Σας, με τα, ως άνω, τερατώδη, ως πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων κατέθεσα, την 21η Μαρτίου 2016, έγγραφες εξηγήσεις, τις οποίες προσάγω και επικαλούμαι ενώπιον Σας...". Επίσης, την 16η-1-2017 η κατηγορουμένη προέβη σε εγχείριση της από 13-1-2017 ανοικτής επιστολής ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, επέχουσας θέση εγκλήσεως, η οποία διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών ...
και έλαβε αριθμό Β.Μ. 174/2017, εις βάρος, μεταξύ ετέρων προσώπων, και της εγκαλούσας Τ. - Μ. Π., με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη της τελευταίας, αναφορικά με την τέλεση, εκ μέρους της, του αδικήματος της απάτης επί δικαστηρίω, για την οποία ανέφερε ότι: "...γιατί υπήρξαν οι σατανικοί δράστες της δικαστικής πλάνης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως 180/2016 (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) Ειρηνοδικείου ...... ".
Τέλος, την 14η-2- 2018, η κατηγορουμένη προέβη σε εγχείριση της από 13-2-2018 αναγγελίας αξιοποίνων πράξεων - προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων στις υπ' αριθμούς Β.Μ. 1438/2015 και 174/2017 δικογραφίες, επέχουσας θέση εγκλήσεως, εις βάρος, μεταξύ ετέρων προσώπων, και της εγκαλούσης Τ. - Μ. Π., με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη της τελευταίας, αναφορικά με την τέλεση εκ μέρους της των αδικημάτων της ψευδορκίας μάρτυρας και της απάτης επί δικαστηρίω, για την οποία ανέφερε ότι: " ...
η οποία ενήργησε ψευδομαρτυρία και απάτη στο Δικαστήριο... για να οδηγηθούμε στην έκδοση της Απόφασης 180/2016, κατά τη διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, της Ειρηνοδίκου ... Σουρανάκη Άννας και, επομένως, της Απόφασης 146/2017 Εκούσιας Δικαιοδοσίας, του Ειρηνοδίκη ... Κιοσέ Γεωργίου, με την απόλυτη συνενοχή των Καραπάνου Ευανθίας, Χατζηιωαννίδου Δέσποινας και Δικού Αγνής αλλά και των μελών της νέας Διοίκησης της αντιδίκου, νομικής οντότητας, με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος ..." και ιδίως του Δημητρόπουλου Χρήστου του Δημητρίου, προέδρου και, ήδη, εγκαλουμένου από τον Ιούνιο 2015 και πόσων άλλων, οι οποίοι στήριξαν την απαράδεκτη εκστρατεία παραπλάνησης της κοινής γνώμης και εξακολουθούν, μέχρι σήμερα, τα στοιχεία, μερικών εκ των οποίων, αργά αλλά σταθερά, άρχισαν ν' αποκαλύπτονται και των οποίων την ποινική δίωξη και παραδειγματική τιμωρία, επίσης αιτούμαστε ... ".
Τα προμνησθέντα, παρά ταύτα, ήταν αναληθή, καθώς σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, αληθές είναι ότι η νυν εγκαλούσα ανέφερε τα προαναφερθέντα σχετικά με τη δράση της κατηγορουμένης και ειδικότερα σχετικά με την "Κοινωνία Κληρονόμων Γ.-Συνηγορία" και την υπόθεση του Δ. Β., τα οποία ήταν αληθή και, επομένως, ουδόλως προέβη σε τέλεση των αποδιδομένων σε αυτή αξιοποίνων πράξεων και δη:
α) της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, β) της απάτης επί δικαστηρίω και γ) της ψευδορκίας μάρτυρας και της απάτης επί δικαστηρίω, αντίστοιχα. Η, δε, νυν κατηγορουμένη ενήργησε ως ανωτέρω, ήτοι καταμήνυσε εν γνώσει της ψευδώς την προμνησθείσα νυν εγκαλούσα αναφορικά με την τέλεση εκ μέρους της των ανωτέρω αδικημάτων, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή της για αυτά.
Επομένως, με βάση τα προαναφερθέντα, αποδείχθηκε και ότι η κατηγορουμένη την 1η-8-2016, την 16-1-2017 και την 14-2-2018, υπέβαλε τις από 1-8-2016, από 13-1-2017 και από 13- 2-2018 εγκλήσεις της, γνώση του περιεχομένου των οποίων έλαβε άγνωστος αριθμός εισαγγελικών λειτουργών, προανακριτικών και δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίοι με οποιαδήποτε ιδιότητα χειρίσθηκαν και διεκπεραίωσαν αυτές και στις οποίες εν γνώσει της ισχυρίσθηκε ψευδώς για τη νυν εγκαλούσα ότι προέβη σε τέλεση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, πλήττοντας διά των εγκλήσεων αυτών την τιμή και την υπόληψή της, καθόσον το αληθές ήταν ότι η νυν εγκαλούσα ουδόλως προέβη σε τέλεση των αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες της αποδόθηκαν από τη νυν κατηγορουμένη.
Επομένως, η κατηγορουμένη θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση, τελούντο σε αληθινή κατ' ιδέαν συρροή, κατ'άρθρα 94 παρ.2 του ισχύοντος ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης ,για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία., Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος αυτής, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων αυτή διέλαβε στις μηνύσεις που υπέβαλε, θεμελιούμενη (η γνώση των), ως συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης, την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων και το σύνολο των παραδοχών της απόφασης και ειδικότερα του τμήματος αυτής στο οποίο αναφέρεται επί λέξει ότι : ".....Εξάλλου και η ίδια η κατηγορουμένη ομολόγησε, διά των στη δίκη εκείνη κατατιθέμενων έγγραφων προτάσεών της, ότι συνεχίζει τη δραστηριότητα του εκλιπόντος δικηγόρου συζύγου της, ισχυριζόμενη ότι έχει νόμιμο δικαίωμα, αφού έχει τη "διαχείριση του χαρτοφυλακίου", όπως η ίδια ονόμαζε, των υποθέσεων του δικαιοπαρόχου συζύγου της.
Όμοια, εξάλλου, κατέθεσαν αμφότερες, ήτοι, αντίστοιχα, η εγκαλούσα και η κατηγορουμένη, ενώπιον και του παρόντος Δικαστηρίου....", έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος 2) . Επίσης, για την κατάφαση της ενοχής της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα αναγνωσθέντα έγγραφα (στις σελίδες 34-36 την πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης) με αριθμό 26, 27 ,28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40 ,που προσκόμισε η ίδια και η υποστηρίζουσα την κατηγορία.
Δε υπήρχε, δε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πλέον συγκεκριμένα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο ουδόλως προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων αλλά, αντιθέτως, τα έλαβε όλα υπόψη του Επομένως, όλοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510§1 στοιχ.
Δ` ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω με το άρθρο 54 του ν. 5090/2024,η έναρξη ισχύος του οποίου ορίστηκε η 1-5-2024, αντικαταστάθηκε το άρθρο 363 του Ποινικού Κώδικα ως εξής: " Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή.
Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα δυαδικά μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης.". Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. δ` και 514 εδ. δ` περ.
β` του ΚΠΔ., συνάγεται ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και στην προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ` άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 25/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη και για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση σε βάρος της Π. Τ.-Μ., πράξη που τελέσθηκε στην Κοζάνη την 1-8-2016, την 16-1-2017 με την κατάθεση εγγράφων καταθέσεως επεχόντων θέση εγκλήσεως και στις 14-2-2017 κατά την αναγγελία αξιόποινων πράξεων στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνη, γνώση του περιεχομένου των οποίων έλαβε άγνωστος αριθμός εισαγγελικών λειτουργών , προανακριτικών και δικαστικών υπαλλήλων οι οποίοι με οποιαδήποτε ιδιότητα χειρίσθηκαν και διεκπεραίωσαν αυτές και στις οποίες εν γνώσει της ισχυρίσθηκε ψευδώς γεγονότα για την εγκαλούσα προσβάλλοντας την τιμή και υπόληψή της .
Όπως, όμως, προαναφέρθηκε δεν στοιχειοθετείται πλέον, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης δυνάμει της προαναφερθείσας διάταξης του ν. 5090/2024, η αντικειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης, όταν αυτή τελείται ενώπιον των ως άνω δημόσιων λειτουργών, οι οποίοι δεν θεωρούνται τρίτοι. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής, αυτεπαγγέλτως, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, και 511 περ.
δ` του ΚΠΔ, των επιεικέστερων ως άνω διατάξεων, που ίσχυσαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. κατά το μέρος αυτής που αφορά στην πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ εξακολούθηση. Επομένως, αφού δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης , δεν πρέπει να παραπεμφθεί, ως προς την πράξη αυτή, η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αλλά πρέπει η αναιρεσείουσα να κηρυχθεί αθώα για την πράξη αυτή, και να απαλειφθεί η διάταξη που αφορά την ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ( 18 ) μηνών που της επιβλήθηκε για το έγκλημα αυτό και η από αυτήν προελθούσα συνολική ποινή, αφού για τον καθορισμό της τελευταίας συνυπολογίσθηκαν και οκτώ (8) μήνες από την τελευταία αυτή ποινή.
Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α' του ισχύσαντος έως 30.6.2019 Ποινικού Κώδικα: "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".
Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α' του ισχύσαντος από 1.7.2019 ΠΚ (ν. 4619/2019), ορίζει ότι "εάν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία, στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".
Τέλος, με την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α' του νυν ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4855/12-11-2021, ορίζεται ότι "αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη".
Τέλος με το άρθρο 19 του ν. 5090/2024 ,που ισχύει από 1-5-2024, το άρθρο 99 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής : "1. Το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80 A ή 104 A, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής.
Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία (1) ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός (1) έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη, αν κρίνει αιτιολογημένα πως η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων....".
Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του ν.4619/2019 πριν τις τροποποιήσεις της είναι ευμενέστερη τόσο της πρώτης όσο και των μετέπειτα τροποποιηθέντων, δεδομένου ότι με αυτή η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 ΠΚ (ν. 4619/2019) ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ.
α' του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά τον ν. 4619/2019, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος". Το τελευταίο άρθρο 465 νέου ΠΚ, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 § 1 ΠΚ (ν. 4619/2019), πρέπει να παραμερισθεί - καθόσον αφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα - ως αντικείμενο σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου και ειδικότερα:
α) στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 και 7 Συντάγματος (αρχές της ισότητας και της νομιμότητας, (ΟλΑΠ 1/2015), β) στη διάταξη του άρθρου 15 § 1 εδ. γ' του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπου ο όρος "ελαφρύτερη ποινή" δεν καταλαμβάνει μόνο το πλαίσιο της ποινής, αλλά ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να εμπίπτει σ' αυτόν και ο τρόπος εκτίσεως αυτής και γ) στο άρθρο 7 § 1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου, στο πλαίσιο ερμηνείας του οποίου γίνεται δεκτή η υποχρέωση της αναδρομικής εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης {βλ.
Scoppola ν. Ιταλίας (No. 2) [Τμ. Ευρείας Σύνθεσης], ΕΔΔΑ 2017}. Σημειωτέον ότι, το άρθρο 49 § 1 περ. γ' του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιερώνει ρητώς την ως άνω αρχή στις περιπτώσεις, όπου εφαρμόζεται ενωσιακό δίκαιο (π.χ. όταν η ποινική διάταξη θεσπίσθηκε ή τροποποιήθηκε, προκειμένου να μεταφερθεί οδηγία, (άρθρο 51 § 1 του Χάρτη).
Πάντως, και πριν από την ως άνω ρητή θέσπισή της, η αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου είχε κριθεί ότι αποτελεί μέρος του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες ο εθνικός δικαστής πρέπει να σέβεται κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου (αποφάσεις ΔΕΕ της 3ης Μαΐου 2005, Β.
κ.λπ., στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C- 403/02).
Επομένως, μετά την ισχύ των ν. 4619/2019 και 4855/2021 εφαρμοστέα τυγχάνουν σε κάθε περίπτωση τα άρθρα 99 § 1 εδ. α' και 101 παρ. 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 αυτού, που έχει αυξημένη τυπική ισχύ, καθώς πηγάζει από τα προαναφερθέντα άρθρα, 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ η προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 Π.Κ. μπορεί να εφαρμοσθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του νέου Π.Κ. μόνο όταν οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες από τις παλαιότερες. Σύμφωνα, εξ άλλου, και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, πλέον, χορηγείται κατ' αρχήν σε όλους όσους καταδικάζονται σε ποινή φυλάκισης ως τρία (3) έτη, ανεξαρτήτως υπάρξεως προηγουμένων καταδικών, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα, στην αιτιολογία, στοιχεία ότι η εκτέλεση ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων (ΑΠ 883/2022,ΑΠ 195/2021, ΑΠ 559/2020).
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής, να αποφασίσει σχετικά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του. Άλλως, αν δεν αποφασίσει για την αναστολή ή μη της ποινής ή αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς να αποφασίσει προηγουμένως επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, από τη οποία ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` ΚΠοινΔ (ΑΠ1065/2022, ΑΠ 656/2021, ΑΠ 588/2021 ΑΠ 833/2019, ΑΠ 5/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 5/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης,, μετά από την απαγγελία της ποινής, ακολούθησε η εισαγγελική πρόταση περί μετατροπής της ποινής προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, ενώ η συνήγορος της κατηγορουμένης ζήτησε την μετατροπή αυτής σε χρηματική έναντι του ελαχίστου προβλεπόμενου στο νόμο ποσού .Το Δικαστήριο, έκρινε "....πως δεν τίθεται ζήτημα αναστολής της ως άνω επιβληθείσης ποινής, αφού η κατηγορουμένη, όπως προκύπτει από το ποινικό της μητρώο, έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για αξιόποινες πράξεις σε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές ανώτερες από ένα έτος, με περισσότερες αποφάσεις..." .
Κατόπιν αυτών προχώρησε στην μετατροπή της ποινής φυλάκισης των δύο (2) ετών, που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη για την ψευδή καταμήνυση, σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, κατ' άρθρο 82 ΠΚ. Έτσι, όμως, που έκρινε το δίκασαν Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 99§1 ΠΚ, καθόσον δεν εφάρμοσε την ευμενέστερη κατά το άρθρο 2§1 ΠΚ για την κατηγορουμένη διάταξη του άρθρου 99§1 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), αλλά την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, όπως ρητά αναφέρει και στο σκεπτικό της απόφασης του) και μετατρέποντας αυτή κατ' άρθρο 82 παρ. 1 β' του προϊσχύσαντος Π.Κ.
προς πέντε (05,00) ευρώ ημερησίως. Επομένως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω ,δε, έτσι όπως έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν αιτιολόγησε την μη χορήγηση της αναστολής της ποινής, την οποία όφειλε να αιτιολογήσει, καθώς πυρήνας της μη χορήγησης αναστολής είναι η αποδεικνυόμενη από συγκεκριμένα περιστατικά αναγκαιότητα έκτισης της ποινής προς αποτροπή εκδήλωσης νέας αξιόποινης συμπεριφοράς και υπέπεσε έτσι και στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς κατά το μέρος αυτό, είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ ΚΠΔ λόγους αναίρεσης που εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης σαφή και ορισμένο χωρίς να απαιτείται να είναι βάσιμος, όπως συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση που η αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης.
Μετά από αυτά πρέπει: να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση
Α) ως προς την καταδίκη της κατηγορουμένης για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση, να κηρυχθεί αυτή αθώα της πράξης αυτής και να απαλειφθεί η επιβληθείσα για το έγκλημα αυτό ποινή,
Β) ως προς τη διάταξή της για τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης, προκειμένου να διερευνηθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου το ζήτημα της αναστολής της ποινής να κριθεί υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 99 ΠΚ (Ν.4619/2019, ως ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις) και
Γ) να απορριφθεί, κατά τα λοιπά,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 5/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας :
Α. Ως προς την διάταξη της περί ενοχής της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας Χ. Μ. του Δ. για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ 'εξακολούθηση:
- Κηρύσσει αθώα αυτήν του ότι στην Κοζάνη στις κατωθι αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, με περισσότερες πράξεις , οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του αυτού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εν γνώσει της ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου με οποιονδήποτε τρόπο για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα , που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή του και την υπόληψή του, τα, δε, γεγονότα ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή.
Ειδικότερα :Στον ανωτέρω τόπο και την 1η-8-2016, την 16-1-2017 και την 14-2-2018, υπέβαλε, τις από 1-8-2016, από 13-1-2017 και από 13-2-2018 εγκλήσεις της Συγκεκριμένα: 1/α/ Στον ανωτέρω τόπο και την 1η-8- 2016, προέβη σε εγχείριση της από 1-8-2016 εγγράφου καταθέσεως ενώπιον της Πταισματοδίκου ... επέχουσας θέση εγκλήσεως εις βάρος μεταξύ ετέρων προσώπων, και της εγκαλούσης Τ.-Μ.
Π. με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη της τελευταίας , αναφορικά με την τέλεσης εξ αυτής των αδικημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως στην οποία ανέφερε ότι: "(Η εγκαλούσα) τη 10η Δεκεμβρίου 2015 υπογράφει και κοινοποιεί για λογαριασμό του εντολέα της Δ. Β. και της ΑΤΕΒΕ, που εκείνος εκπροσωπεί, λίβελο, εναντίον της εγκαλούσας Μ.
Χ. κα της νομίμως συστασθείσας και εκπροσωπούμενης Κοινωνίας Κληρονόμων Γ. - ΣΥΝΗΓΟΡΙΑ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ, μας κατηγορεί για αντιποίηση δικηγορίας εμφανίζοντας την νόμιμη επιχείρησή μας ως αποκύημα της φαντασίας όπως περιγράφεται στην εξώδικη επιστολή της την οποία προσάγω και επικαλούμαι. Οι δύο τελευταίοι, Τ.
Π. και Δ. Β., έφτασαν μέχρι του σημείου, την 11η Σεπτεμβρίου 2015, να καταθέσουν ψευδή καταμήνυση ενώπιον Σας με τα, ως άνω, τερατώδη, ως πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων κατέθεσα, την 21η Μαρτίου 2016, έγγραφες εξηγήσεις τις οποίες προσάγω και επικαλούμαι ενώπιον Σας..." Τα προμνησθέντα, παραταύτα, ήταν αναληθή, καθώς αληθές είναι ότι η νυν εγκαλούσα ουδόλως προέβη σε τέλεση των αποδιδομένων εις αυτήν αξιοποίνων πράξεων.. 1/β/ Στον ανωτέρω τόπο και τη 16η-1-2017 προέβη σε εγχείριση της από 13-1-2017 ανοικτής επιστολής ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Δυτικής Μακεδονίας επέχουσας θέση εγκλήσεως η οποία διεβιβάσθη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών ...
και έλαβε αριθμό Β.Μ. 174/2017, εις βάρος μεταξύ ετέρων προσώπων, και της εγκαλούσης Τ. - Μ. Π. με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη της τελευταίας αναφορικά με την τέλεση εξ αυτής του αδικήματος της απάτης επί δικαστηρίω, για την οποία ανέφερε ότι: "...γιατί υπήρξαν οι σατανικοί δράστες της δικαστικής πλάνης που οδήγησε στην έκδοση της' αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων Ειρηνοδικείου ....... "..,1/γ/ Στον ανωτέρω τόπο και τη 14η-2-2018, προέβη σε εγχείριση της από 13-2-2018 αναγγελίας αξιοποίνων πράξεων - προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων στις υπ' αριθμούς Β.Μ. 1438/2015 και 174/2017 δικογραφίες επέχουσας θέση εγκλήσεως εις βάρος μεταξύ ετέρων προσώπων, και ( ) της εγκαλούσης Τ. - Μ.
Π. με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξη της τελευταίας, αναφορικά με την τέλεση εξ αυτής των αδικημάτων της ψευδορκίας μάρτυρος και της απάτης επί δικαστηρίω, για την οποία ανέφερε ότι : "... η οποία ενήργησε ψευδομαρτυρία και απάτη στο Δικαστήριο ... για να οδηγηθούμε στην έκδοση της Απόφασης 180/2016 κατά τη διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, της Ειρηνοδίκου ...
Σουρανάκη Άννας και, επομένως, της Απόφασης 146/2017 Εκούσιας Δικαιοδοσίας του Ειρηνοδίκη ... Κιοσέ Γεωργίου, με την απόλυτη συνενοχή των Καραπάνου Ευανθίας, Χατζηιωαννίδου Δέσποινας και Δικού Αγνής αλλά και των μελών της νέας Διοίκησης της αντιδίκου, νομικής οντότητας με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος ..." και ιδίως του Δημητρόπουλου Χρήστου του Δημητρίου, προέδρου και, ήδη, εγκαλουμένου από τον Ιούνιο 2015 και πόσων άλλων, οι οποίοι στήριξαν την απαράδεκτη εκστρατεία παραπλάνησης της κοινής γνώμης και εξακολουθούν, μέχρι σήμερα, τα στοιχεία, μερικών εκ των οποίων, αργά αλλά σταθερά, άρχισαν ν' αποκαλύπτονται και των οποίων την ποινική δίωξη και παραδειγματική τιμωρία, επίσης αιτούμαστε ... ".
Τα προμνησθέντα, παραταύτα, ήταν αναληθή, καθώς αληθές είναι ότι η νυν εγκαλούσα ουδόλως προέβη σε τέλεση των αποδιδομένων εις αυτήν αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της απάτης επί δικαστηρίω.
Σημειωτέον, δε, δυνάμει της υπ' αριθμόν 180/2016 Αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ... με αιτούντα το Νομικό Πρόσωπό Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος ..." και καθ' ης η αίτηση τη νυν εγκαλουμένη, διετάχθη η σφράγιση του γραφείου στο οποίο στεγαζόταν η καθ'ης καθώς και απηγορεύθη στην καθ' ης η άσκηση έργων για τα οποία αποκλειστικά αρμόδιοι είναι οι δικηγόροι, η παροχή κάθε μορφής νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων, η διαφήμιση κάθε μορφής νομικών υπηρεσιών καθ' οιονδήποτε τρόπο και δη η προβολή του μορφώματος που εμφανίζεται, ήτοι της επωνυμίας "Κοινωνία Κληρονόμων Γ. - Συνηγορία", η χρήση καθ' οιονδήποτε τρόπο του όρου "Συνηγορία" ή οποιουδήποτε άλλου παρόμοιου ή με ανάλογο περιεχόμενο όρου στις επαγγελματικές της συναλλαγές κατά την εκδίκαση της οποίας υποθέσεως κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας η νυν εγκαλούσα. Τη γνώση του περιεχομένου των ως άνω εγκλήσεων έλαβε άγνωστος αριθμός εισαγγελικών λειτουργών, προανακριτικών και δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίοι με οποιαδήποτε ιδιότητα διεκπεραίωσαν αυτές και στις οποίες εν γνώσει της ισχυρίσθηκε ψευδώς για τη νυν εγκαλούσα ότι προέβη σε τέλεση των ως άνω πράξεων.
- Απαλείφει την επιβληθείσα για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ εξακολούθηση ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών καθώς και τη διάταξη για τον καθορισμό συνολικής ποινής στην οποία συνυπολογίσθηκαν οι οκτώ (8) μήνες φυλάκιση για την ανωτέρω πράξη.
Β. Ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης των δυο (2) ετών και οκτώ (8) μηνών που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα Χ. Μ. του Δ.:
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, ως προς αυτή εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την εν μέρει αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο για νέα, ως προς αυτή εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την εν μέρει αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά τη με αρ. 3392/8-5-2024 αίτηση αναίρεσης
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ