Legislator Case Law & Legislation
1176/2022 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding unpaid bonuses but remands case for new trial on other claims.

Case Number 1176/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding an employment dispute. The appellant argued for inclusion of annual bonuses and higher severance pay based on company practice, while the insurer contested the nature of these payments. The court found the lower court's handling of witness testimonies and the specific calculation of bonuses erroneous, necessitating a new trial on those points while dismissing other arguments as irrelevant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for new trial when the lower court failed to properly evaluate evidence or apply statutory limits, while dismissing arguments lacking legal basis.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remand for new trial employment bonus calculation severance pay limits witness testimony evaluation company practice evidence legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 591 paragraph 1 item st of the Code of Civil Procedure
Law 3198/1955
Law 4093/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1176 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1176/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Φώτιου Κώτση, Κωνσταντίνου Πηνιώτη, Νικόλαο-Σέργιο Σακαλή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 521/2017 μη οριστική και 2030/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5507/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 7.12.2020 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ'αριθ. 5507/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αναιρεσείουσα με την από 16.11.2016 αγωγή της, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ζητούσε να συνυπολογισθούν στις τακτικές αποδοχές της και κατά συνέπεια και στην αποζημίωση απολύσεώς της το ετήσιο "bonus" [επιμίσθιο] και οι επί πλέον μηνιαίες παροχές, που είχαν συμφωνηθεί δυνάμει όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας της, μετά των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 56.400,90 ευρώ , η δε αποζημίωση απολύσεώς της στο ποσό του 1.353.621,40 ευρώ.

Ακόμη ζητούσε δυνάμει επιχειρησιακής συνήθειας άλλως της αρχής της ίσης μεταχείρισης να της καταβληθεί αποζημίωση απολύσεως προσαυξημένη κατά 50% ήτοι το ως άνω ποσό του 1.353.621,40 ευρώ προσαυξημένο κατά 50% [2.030.432,10 ευρώ], λόγω της πάγιας τακτικής της εργοδότριας να καταβάλλει στους εργαζομένους της αποζημίωση απολύσεως προσαυξημένη χωρίς τους περιορισμούς των Ν. 3198/1955 και 4093/2012, άλλως το ποσό του 1.353.621,40 ευρώ, αμφότερα τα ποσά μειωμένα κατά το καταβληθέν ποσό της αποζημίωσης απολύσεως εξ 197.409,59 ευρώ.

Επί πλέον ζητούσε τα μη καταβληθέντα λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεών της "bonus" των ετών 2010, 2011 και 2016 αλλά και λόγω παράβασης του άρθρου 288 ΑΚ, ποσού 537.500 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 2030/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς το επικουρικό αίτημα και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό του 1.156.211,81 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν τις από 10.1.2019 και 23.4.2019 εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την υπ'αριθ. 2030/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την από 16.11.2016 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε τα αιτήματα συνυπολογισμού στις τακτικές αποδοχές της ενάγουσας των μηνιαίων παροχών που ελάμβανε για λειτουργικές ανάγκες και bonus ως ουσιαστικά αβάσιμα, το αίτημα υπολογισμού της αποζημίωσης απολύσεως βάσει της επιχειρηματικής συνήθειας άλλως της αρχής της ίσης μεταχείρισης και εν τέλει απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση ποσό του 1.156.211,81 ευρώ για αποζημίωση απολύσεως. [Επιδίκασε μόνο στην ενάγουσα το ποσό των 42 ευρώ για τροφή και τις εξ αυτού προκύπτουσες διαφορές στα επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού ως και στις αποδοχές τριμήνου από τη μη τήρηση της προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμία προειδοποίησης, καθορίζοντας τις μικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας στο ποσό των 21.882 ευρώ, αντί των 21.840, που είχε δεχθεί η εκκαλουμένη], Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδώς ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου. (Ολ.ΑΠ 36/1988, 4/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) [ΑΠ 973/2019, 1572/2017], Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 2556/1997, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση, η οποία καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 Ν. 2112/1920, ενώ από την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι ο υπολογισμός αυτής γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, όμως, προκειμένου περί υπαλλήλου, οι μηνιαίες αποδοχές αυτού δεν λαμβάνονται υπ' όψιν καθ' ό ποσόν υπερβαίνουν το οκταπλάσιον του ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμόν 30.

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, η οποία, αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως - και όχι των αποδοχών - των υψηλόμισθων υπαλλήλων, των οποίων η ανάπτυξη της προσωπικότητος και η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας δεν παρεμποδίζεται από την λήψη αναλογικώς μειωμένης αποζημιώσεως, και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1β και 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αποτελεί διάταξη αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, έχουσα θεσπισθεί χάριν του γενικωτέρου κοινωνικού συμφέροντος και επομένως δεν είναι επιτρεπτή ρύθμιση ως προς την αποζημίωση απολύσεως καθ' υπέρβαση του οριζομένου ορίου βάσει είτε συλλογικής συμβάσεως εργασίας είτε επιχειρησιακής συνήθειας είτε ατομικής συμβάσεως (ΑΠ 673/2014, 1750/2008, 227/2006, 803/2003), ενόσω μάλιστα, η συνομολόγηση αποζημιώσεως απολύσεως καθ' υπέρβαση του ορίου του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, το οποίο ο νομοθέτης θεωρεί εύλογο, και η εντεύθεν υποχρέωση καταβολής λίαν υψηλής αποζημιώσεως δυσχεραίνει ουσιωδώς τον εργοδότη να προβεί στην απόλυση του εργαζομένου έστω και εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, αφού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις υποβολής μηνύσεως - ασκήσεως ποινικής διώξεως κατά του μισθωτού (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 2112/1920), διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως λόγω ανωτέρας βίας (άρθρο 6 παρ. 2 εδ.

γ' Ν. 2112/1920) και πτωχεύσεως της επιχειρήσεως (άρθρο 34 παρ. 2 Ν. 3588/2007), κατά τις οποίες δεν καταβάλλεται αποζημίωση απολύσεως, αντιθέτως, καθ' όλες τις άλλες περιπτώσεις, δεν αρκεί να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, αλλά, εάν έχει συμφωνηθεί η καταβολή μεγαλυτέρου ποσού, απαιτείται, προκειμένου να είναι έγκυρη η καταγγελία, να καταβληθεί το συμφωνηθέν μεγαλύτερο ποσόν, έστω και εάν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως (ΑΠ 341/2011), με συνέπεια να δεσμεύεται υπερμέτρως, και κατ' αντίθεση προς την καλή πίστη επί συνδρομής σπουδαίου λόγου, ο εργοδότης, εάν η συμφωνηθείσα αποζημίωση υπερβαίνει το προαναφερόμενο όριο της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955.

Υπό αντίστοιχη δικαιοπολιτική θεώρηση, επί συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, κατά την οποία, δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει οποτεδήποτε την σύμβαση ένεκα σπουδαίου λόγου χωρίς να καταβάλει αποζημίωση, είναι δημοσίας τάξεως και το δικαίωμα καταγγελίας ένεκα σπουδαίου λόγου δεν δύναται να αποκλεισθεί εκ των προτέρων με ατομική ή συλλογική σύμβαση, ούτε να περιορισθεί αμέσως ή εμμέσως με την πρόβλεψη προϋποθέσεων ή διατυπώσεων δυσχεραινουσών την άσκηση αυτού, αφού αντιβαίνει στην καλή πίστη και την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία η εμμονή στην τήρηση των συμφωνηθέντων εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται [ΟλΑΠ 16/2015].

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, δεχόμενη τον περιορισμό του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 2556/1997, κατά τον οποίο οι μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30 στον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεως, έσφαλε, αφενός γιατί ο περιορισμός αυτός αφορά τη νόμιμη αποζημίωση και όχι τη συμβατική, αφετέρου γιατί η επιχειρησιακή συνήθεια μπορεί να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας κατά τα άρθρα 648 παρ. 1 και 361 ΑΚ προς καταβολή μεγαλύτερης αποζημίωσης.

Με τις παραδοχές δε ότι δεν προέκυψε η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας περί καταβολής τέτοιας αποζημίωσης κατά 50% αυξημένης σε μεμονωμένες κατονομαζόμενες περιπτώσεις [Κ. Γ., Κ.Χ., Σ. Λ., Σ. Κ. , Ο. Α., Α. Λ., Β. Μ.], με την αιτιολογία ότι τα επί πλέον καταβληθέντα ποσά βασίζονταν σε άλλες αιτίες [τερματισμό ή αποφυγή δικαστικών διενέξεων ή συμβιβαστική επίλυση άλλων απαιτήσεων] και όχι σε συμβατική υποχρέωση από επιχειρησιακή συνήθεια, η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε κατ'ουσίαν το κυρίως αίτημά της και στη συνέχεια απέρριψε αυτό ως προς τη βάση του εκ της αρχής της ίσης μεταχείρισης, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ.1, 361 ΑΚ, περί επιχειρησιακής συνήθειας και υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι νόμω αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε η διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955, η οποία αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημίωσης απολύσεως των υψηλόμισθων υπαλλήλων αποτελεί διάταξη αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, θεσπισθείσα χάριν του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και δεν είναι επιτρεπτή ρύθμιση καθ' υπέρβαση του οριζομένου ορίου βάσει είτε συλλογικής συμβάσεως εργασίας είτε επιχειρησιακής συνήθειας είτε ατομικής συμβάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή δυσχεραίνει ουσιωδώς τον εργοδότη και τον δεσμεύει υπερμέτρως να προβεί στην απόλυση του εργαζομένου σε περίπτωση που συντρέχει σπουδαίος λόγος, κατ' αντίθεση προς την καλή πίστη, αφού προϋπόθεση της έγκυρης καταγγελίας είναι η καταβολή της νόμιμης [λίαν υψηλής στην περίπτωση αυτή] αποζημίωσης απολύσεως.

Η προσβαλλομένη απόφαση με τις ως άνω παραδοχές της, παρότι δέχεται τον περιορισμό του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ως προς το ποσό της αποζημίωσης, απέρριψε κατ' ουσίαν το σχετικό αίτημα με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε συμβατική υποχρέωση από επιχειρησιακή συνήθεια για καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει αυτό ως μη νόμιμο.

Όμως, έστω και αν είναι εσφαλμένη η αιτιολογία, το διατακτικό είναι όρθό και ο λόγος αναίρεσης θα πρέπει ν' απορριφθεί [άρθρ. 578 ΚΠολΔ]. Απορριπτέος είναι ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις των μισθωτών, που συγκρίθηκαν με τη δική της περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο χρησιμοποίησε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για να θεμελιώσει την έλλειψη επιχειρηματικής συνήθειας στη υπέρβαση του ορίου της αποζημιώσεως του Ν. 3198/1955, γιατί βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της νομιμότητας της αποζημίωσης απολύσεως, που υπερβαίνει το όριο του άρθρου 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 .

Περαιτέρω και ο τρίτος λόγος, που με την επίκληση των ιδίων ως άνω με αριθ. 1 και 19 λόγων του άρθρου 559, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το μονομελές εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της ίσης μεταχείρισης, τουλάχιστον σε σχέση με τους συναδέλφους της Λ. και Μ. , είναι αβάσιμος, γιατί η αρχή της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, προϋποθέτει χορηγηθείσα νόμιμη παροχή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η καταβολή αποζημιώσεως πέραν των ορίων, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 δεν είναι νόμιμη και δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτής χάριν της αρχής της ισότητας, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης .

Δεν στοιχειοθετείτε ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό, (πράγμα), και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1083/2014).

Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Η διάταξη αυτή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης [ΑΠ 155/2018].

Δηλαδή παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίζει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους [ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 946/2019], Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της, που στήριζε το αίτημα της αγωγής για καταβολή μπόνους των ετών 2010 και 2011, τον οποίο επανέφερε με τον δεύτερο λόγο έφεσής της, ήτοι ότι είχε δικαίωμα μπόνους εκ της συμβάσεως και το Δικαστήριο όφειλε λόγω των ειδικών συνθηκών, που είχαν διαμορφωθεί, να τον κάνει δεκτό.

Αντιθέτως, δέχθηκε ότι αφενός μεν ότι κατά τη συμφωνία εδικαιούτο πριμ απόδοσης [bonus], το οποίο θα ελάμβανε ανάλογα με την επίτευξη των μετρήσιμων συμφωνημένων στόχων , αφετέρου δε για το bonus των επίδικων ετών [2010 και 2011] ότι "....για το έτος 2010 δεν επιτεύχθηκε τέτοια συμφωνία, αλλά οι στόχοι πωλήσεων που τέθηκαν από τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης ,...., δεν έγιναν αποδεκτοί από την ενάγουσα,....η οποία τους θεώρησε ανέφικτους και διαμαρτυρόμενη διεκδικούσε συμφωνία σε άλλο ύψος.

Επομένως, λόγω μη πλήρωσης της προϋποθέσεως της συμφωνίας των μερών για τον στόχο πωλήσεων, δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης ....να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα για το εν λόγω έτος 2010, το δε σχετικό επίδικο κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, ....Ομοίως και για το έτος 2011 δεν επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των μερών , δεδομένου ότι οι στόχοι πωλήσεων, που τέθηκαν από τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο δεν έγιναν αποδεκτοί από την ενάγουσα, ....με αποτέλεσμα να μην υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης ....να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα, ....για το εν λόγω έτος, το δε σχετικό επίδικο κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, .......Η μη επίτευξη συμφωνίας για τα ως άνω επίδικα έτη [2010 και 2011] οφείλεται κατά κύριο λόγο , στην διαφορετική αντιμετώπιση του γεγονότος ότι δεν λειτουργούσε πλέον ο κλάδος υγείας των γενικών ασφαλειών".

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο, παρότι δέχεται το δικαίωμα της ενάγουσας στα μπόνους, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι κατ' άρθρο 288 όφειλε το δικαστήριο να προσδιορίσει τους στόχους πωλήσεων από τους οποίους εξαρτώντο τα ποσοστά των μπόνους κατ'άρθρο 288 ΑΚ με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες λειτουργίας της ελληνικής αγοράς την παύση λειτουργίας του κλάδου υγείας από το έτος 2010, την υπέρμετρη εκτίμηση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης, την εκτίμηση του προηγούμενου έτους 2009 στον καθορισμό του ετήσιου στόχου πωλήσεων χωρίς τον κλάδο υγείας, που από το έτος 2010 έπαυσε να λειτουργεί, την αναθεώρηση προς τα κάτω των στόχων του έτους 2011 [στο ποσό των 14.000.000 ευρώ μετά από παρέμβαση του διευθύνοντος συμβούλου της Κεντρικής Ευρώπης κατόπιν διαμαρτυριών όλου του δικτύου πωλήσεων ] αντί του αρχικά προταθέντος από τον διευθύνοντα Σύμβουλο [ύψους 24.000.000 ευρώ] δηλαδή δεν έλαβε υπόψη γεγονότα, που επέβαλλαν με βάση τις ειδικές συνθήκες και τη συναλλακτική καλή πίστη να προσδιορισθούν οι στόχοι πωλήσεων των εν λόγω ετών και βάσει αυτών το δικαίωμα της ενάγουσας στα αντίστοιχα μπόνους.

Επομένως, το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον έκτο λόγο η αιτούσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την ιδία ως άνω, εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια , ότι εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 288 ΑΚ και απέρριψε το αίτημά της καταβολής μπόνους έτους 2016 με τις παραδοχές ότι "...το έτος αυτό, και δη στις 30.9.2016, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ...καταγγέλθηκε από την εναγομένη...χωρίς μέχρι τότε η πρώτη να έχει πετύχει το συμφωνημένο στόχο πωλήσεων.

Από τα ανωτέρω προέκυψε ότι για να δικαιούται η ενάγουσα.....το ετήσιο μπόνους έπρεπε μέσα στο έτος αυτό να πετύχει το συμφωνημένο στόχο πωλήσεων. Με δεδομένο ότι μέχρι τις 30.9.2016, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, δεν είχε πετύχει το συμφωνημένο στόχο πωλήσεων, η ενάγουσα ...δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό ούτε αναλογία επί του συνολικά προσδιορισθέντος ποσού σύμφωνα με τους μέχρι τότε μήνες απασχόλησής της, με την επίκληση ότι μέχρι τέλος του χρόνου με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε πετύχει το συμφωνημένο στόχο πωλήσεων, το δε σχετικό κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο".

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είχαν παρέλθει τα τρία από τα τέσσερα τρίμηνα του έτους 2016, ότι με βάση τον τεθέντα ετήσιο στόχο του έτους αυτού και τον ετήσιο στόχο που εν τέλει επιτεύχθηκε, όφειλε να προσδιορίσει την ανάλογη συμμετοχή της ενάγουσας στους στόχους που επιτεύχθηκαν μέχρι την καταγγελία της συμβάσεώς εργασίας της και συνακόλουθα το ποσοστό επιτυχίας που της αναλογεί στους συνολικά επιτευχθέντες στόχους, γεγονός που η ευθύτητα και εντιμότητα των συναλλαγών επιβάλλει.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Οι πέμπτος και έβδομος λόγος αναίρεσης, οι οποίοι με άλλες αιτιολογίες πλήττουν το κεφάλαιο που αφορά τα μπόνους των ετών 2010, 2011 και 2016 καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των τέταρτου και έκτου λόγου, που έγιναν δεκτοί και καθίστανται πλέον αλυσιτελείς.

Από τις διατάξεις που καθορίζουν την έννοια του μισθού, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, συνάγεται ακόμη ότι μεταξύ των εργοδοτικών παροχών που δεν είναι μισθολογικές, περιλαμβάνονται και εκείνες που εξυπηρετούν λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, που εξασφαλίζουν, δηλαδή ή διευκολύνουν τις συνθήκες της απασχόλησης του μισθωτού προς όφελος του εργοδότη. Οι παροχές αυτές μπορεί να επιβάλλονται από το νόμο ή να έχουν συμφωνηθεί ρητώς ή σιωπηρώς με την ατομική σύμβαση εργασίας ή να είναι οικειοθελείς μονομερείς παροχές του εργοδότη, αλλά δεν αποτελούν μισθό, ακόμη και όταν παρέχουν κάποια ωφέλεια στον εργαζόμενο, εφόσον κύρια και βασική αιτία χορηγήσεώς τους είναι η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης του εργοδότη (ΑΠ 699/2015).

Με τον όγδοο λόγο [αριθμείται ένατος στην αίτηση αναιρέσεως] η αιτούσα υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί τακτικών αποδοχών [άρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ], γιατί στις επιδικασθείσες αποδοχές τριών μηνών, λόγω μη τήρησης της τρίμηνης προειδοποίησης της καταγγελίας, κατά τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών, αδείας των ετών 2011 έως 2016 αλλά και κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεως δεν συμπεριέλαβε στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές της τα ποσά των 120 ευρώ για τη χρήση κινητού τηλεφώνου, 20 ευρώ για κάρτα 3G, των 1207 ευρώ για χρήση αυτοκινήτου, των 500 ευρώ για κάρτα BP, το ετήσιο bonus, τα έξοδα, που κατέβαλε για συμμετοχή της στο ασφάλιστρο ύψους 873,60 ευρώ, ως και το επίδομα κυλικείου ποσού 42 ευρώ, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 , 361 ΑΚ, 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 διεθνούς σύμβασης για την προστασία του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την αποζημίωση απολύσεως είναι αλυσιτελής, αφού έχει γίνει δεκτό ότι υφίσταται περιορισμός στο επιδικασθέν ποσό μη δυνάμενο να υπερβεί το όριο του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και δεν ασκεί επιρροή στο ύψος της αποζημίωσης ο συνυπολογισμός άλλων παροχών. Ως προς τη δαπάνη κυλικείου των 42 ευρώ μηνιαίως η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι συμπεριλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές της αναιρεσείουσας και της οφείλεται για την μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας προειδοποίησης " το συνολικό ποσό των [42 ευρώ επί 3 μήνες] 126 ευρώ για τη διαφορά υπολογισμού των τριών μηνών...

και το συνολικό ποσό των 619,50 ευρώ [42 ευρώ επί 2,5 μήνες επί 5 χρόνια] για τα έτη 2011 - 2015 συν [31,5 αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2016 συν 21 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2016 συν 21 ευρώ για Επίδομα Αδείας 2016 συν 21 ευρώ για Επίδομα Ισολογισμού 2016] ευρώ για τη διαφορά των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας και ισολογισμού των επίδικων ετών 2011 - 2016".

Συνεπώς, η δαπάνη κυλικείου συνυπολογίσθηκε στις τακτικές αποδοχές και επιδικάσθηκε στην αναιρεσείουσα με την προσβαλλομένη απόφαση. Ως προς το μπόνους το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση από επιχειρησιακή συνήθεια αλλά ούτε και δικαίωμα εκ της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Ακόμη, οτι δεν συμπεριλαμβάνονταν στις τακτικές αποδοχές , γιατί η καταβολή του δεν ήταν εκ των προτέρων βέβαιη , αφού έπρεπε να υπάρχει όχι μόνο ετήσια συμφωνία των μερών ως προς τον στόχο πωλήσεων αλλά και επίτευξη των στόχων πέραν του ορίου του 70% για να υπάρχει δικαίωμα απολαβής με διακυμάνσεις σε ποσοστά επί των πωλήσεων από 70% έως 100%.

Με τις αιτιολογίες αυτές το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που καθορίζουν τις τακτικές αποδοχές, εξαιρώντας το μπόνους από αυτές, γιατί επρόκειτο για παροχή ,που εξαρτάτο από την επίτευξη στόχων τιθεμένων ετησίως και αποτελούντων κίνητρο προς αύξηση της απόδοσης της ενάγουσας και βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της επιχείρησης [ΑΠ 699/2015] , ενώ δεν αναιρεί τον αβέβαιο χαρακτήρα του το γεγονός ότι η ενάγουσα ελάμβανε μπόνους επί σειρά ετών, λόγω επίτευξης των στόχων που ετίθεντο, αφού είχε αποδεχθεί τον ασταθή χαρακτήρα του και από το γεγονός ότι ουδέποτε όλα αυτά τα έτη ζήτησε να συνυπολογισθεί στα επιδόματα εορτών και αδείας της.

Ομοίως, ορθά έκρινε το Εφετείο ότι δεν περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές το ποσό των 873,60 ευρώ, αναλογία για συμμετοχή της ενάγουσας σε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα "γιατί η εκκαλούσα εφεσίβλητη είχε διατηρήσει τη δυνατότητα της μονομερούς ανακλήσεώς του" και οι λοιπές παροχές "...το ποσό των 120 ευρώ για τη χρήση κινητού, το ποσό των 20 ευρώ για τη κάρτα 3G, το ποσό των 1207 ευρώ για χρήση αυτοκινήτου, το ποσό των 500 ευρώ για κάρτα BP ..." που αποτελούσαν διευκολύνσεις προς την ενάγουσα αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης και δεν αποτελούσαν έσοδα, όπως συνάγεται από τον χαρακτήρα των παροχών, που δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας, αφού περιλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι σχετικές νομικές διατάξεις.

Γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ο ως άνω λόγος.

Με τον τελευταίο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη τους λόγους εκ των αριθ. 11 γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο δεχόμενο ότι από την επανεκτίμηση "...των υπ'αριθ. 7266/25.9.2017, 7267 και 7268/25.9.2017 ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων της ενάγουσας ήδη εφεσίβλητης - εκκαλούσας, Σ. Τ., Σ. Θ. και Α.

Κ. αντίστοιχα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ρουπακιώτη, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου της, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3814/20.9.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ. [σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενα στη σελίδα 7 των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου] και λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ.

στ του ΚΠολΔ μόνο κατά το μέρος εκείνο που περιέχουν ισχυρισμούς που προτάθηκαν κατά τη συζήτηση" , εν μέρει μόνο έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις και συγκεκριμένα " μόνο κατά το μέρος εκείνο που περιέχουν ισχυρισμούς που προτάθηκαν κατά τη συζήτηση", και όχι στο σύνολο τους, διότι αποτελούσαν νέα αποδεικτικά μέσα , που προσκομίσθηκαν επιτρεπτά ενώπιον του Εφετείου , και ως εκ τούτου δεν μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς την ύπαρξη επιχειρηματικής πρακτικής στον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεως βάσει του ανωτάτου ορίου αποδοχών των μισθωτών της.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού ήδη έχει γίνει δεκτός ο περιορισμός του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 στο ποσό της καταβαλλομένης αποζημίωσης απολύσεως, το αίτημα καταβολής μεγαλύτερης αποζημίωσης εξ επιχειρηματικής συνήθειας κρίθηκε μη νόμιμο και οι σχετικές με το λόγο αυτό καταθέσεις των μαρτύρων είναι αδιάφορες.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτής τα αφορώντα τα επιμίσθια [bonus] των ετών 2010, 2011 και 2016 και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) , που κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 5507/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ