Supreme Court annuls appeal judgment and retains case for substantive trial on breach of contract claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third-instance Court of Larissa's judgment of 553/2014 which dismissed the plaintiffs' appeal against a prior breach of contract ruling. The plaintiffs argued the lower court erred in rejecting their claim for breach of a specific legal act. The Court ruled that since the case was previously remitted for retrial, annulment requires the Supreme Court to conduct the substantive trial itself rather than remanding it again.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570, 579, 580 of the Code of Civil Procedure; If the Supreme Court annuls a judgment following a remittal, it must conduct the substantive trial itself without further remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1176 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1176/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσεσειουσών: 1) Μ. συζύγου Σ. Δ., θυγατέρας Ε. Μ., 2) Μ. Δ. του Σ., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γκλαβίνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δρίτσουλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 559/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 15/12/2009 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 805/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 559/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 553/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20/2/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 6/10/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 553/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 553/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε την από 15-5-2007 έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της 50/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, το οποίο, δεχόμενο την από 8-7-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον τους, απήγγειλε τη διάρρηξη της αναφερόμενης σε αυτή δικαιοπραξίας. Σημειώνεται ότι η πληττόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την 805/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε αναιρεθεί η 559/2009 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί επί της ένδικης έφεσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένης κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 15/12), β) επίκληση προθέσεως βλάβης (δια της εκτάσεως) του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, εκτός εάν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία, οπότε δεν απαιτείται τέτοια γνώση του τρίτου (ΑΚ 942) και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπόμενη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, δεν επαρκεί προς τούτο (Ολ.ΑΠ 6/2003, ΑΠ 805/2013, ΑΠ 661/2015).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο απ τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 661/2015, ΑΠ 28/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της από 8-7-2004 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, με την οποία επιδιώκεται η διάρρηξη ως καταδολιευτικής της αναφερόμενης δικαιοπραξίας, προκύπτει πως σε αυτήν εκτίθεται ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) έκλεισε οριστικά τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ΑΦΟΙ Δ.
Α.Ε.", στις 16.12.2003, ο οποίος παρουσίαζε χρεωστικό κατάλοιπο, συνολικού ύψους 224.207,96 ευρώ, σε βάρος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και ότι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε αυθημερόν τόσο στην πιστούχο πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, όσο και στην πρώτη αναιρεσείουσα, που είχε εγγυηθεί την εμπρόθεσμη πληρωμή του καταλοίπου από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ότι στις 10.2.2004 η πρώτη αναιρεσείουσα, με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, μεταβίβασε συμβολαιογραφικώς, κατά ψιλή κυριότητα, με γονική παροχή το αναφερόμενο σ' αυτήν (αγωγή) ακίνητο, αξίας 82.648,80 ευρώ, στην θυγατέρα της δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία και γνώριζε το σκοπό αυτό βλάβης και ότι η υπόλοιπη περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς απέρριψε τους λόγους έφεσης των αναιρεσειουσών περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης, όπως έχει ήδη κριθεί με την 805/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού στοιχείο της περί διαρρήξεως αγωγής (παυλιανής) είναι να έχει καταστεί η απαίτηση του δανειστή απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, που σε περίπτωση απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού επέρχεται με το οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση, έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας σαφώς επίσης αναφέρονται τα ποσά τόσο της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, όσο και της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους, καθώς και ότι η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται σε αυτήν και η αξία των υπόλοιπων, πλην του απαλλοτριωθέντος, περιουσιακών στοιχείων της πρώτης αναιρεσείουσας (ΑΠ 1001/2007).
Κατά συνέπεια ο, κατ' εκτίμηση, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αντίθετος τέταρτος λόγος αναίρεσης περί νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ προκύπτει, ότι οι δανειστές έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν την διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί και η λόγω γονικής παροχής (κατ' άρθρο 1509, ΑΚ) γενομένη, διότι το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως του γονέα προς το τέκνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών.
Ειδικότερα, για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιούσια του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Η ανεπάρκεια δε της υπόλοιπης περιουσίας πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή και να υφίσταται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής. Σκοπός βλάβης υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση." Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το' άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
Εξάλλου, ο δανειστής από αλληλόχρεο λογαριασμό μπορεί να ασκήσει την από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη απαλλοτριωτικών, προς βλάβη του, πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως δεν είχε κλεισθεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμο του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του (ΑΠ 805/2013, ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 1 130/2011).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου πού εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 1 5/2006).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, πλην άλλων και τα εξής: "Με την υπ' αριθμόν …/….01.1998 σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε στα Τρίκαλα μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία συγχωνεύθηκε στη συνέχεια και απορροφήθηκε από την ενάγουσα τραπεζική εταιρία, με συνέπεια να υπεισέλθει η ενάγουσα στα δικαιώματα της ανωτέρω (συμβαλλόμενης) τραπεζικής εταιρίας ως καθολική διάδοχος εκείνης, και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Δ.
ΑΒΕΕ", η οποία είχε την έδρα της στα … και δεν συμμετέχει σε τούτη τη δίκη, η συμβαλλόμενη τραπεζική εταιρία χορήγησε στην αντισυμβαλλόμενή της, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Δ. ΑΒΕΕ", πίστωση με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 80.000.000 δραχμών. Η 1η εναγομένη, με ταυτόχρονη σύμβαση εγγύησης που εμπεριέχεται στην ανωτέρω σύμβαση πίστωσης, ανέλαβε την ευθύνη υπέρ της πιστούχου ανώνυμης εταιρίας έναντι της δανείστριας τραπεζικής εταιρίας ότι θα καταβληθεί η οφειλή της πιστούχου έναντι της δανείστριας.
Το ακριβές περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης εγγύησης είναι το εξής: "Ο συμβαλλόμενος ως τρίτος εγγυητής, αφού έλαβε γνώση των όρων της παρούσας συμβάσεως σε ανοικτό λογαριασμό, δηλώνει ότι εγγυάται προς την Τράπεζα και υπέρ του πιστούχου για την τήρηση των όρων της συμβάσεως αυτής και για την πλήρη εξόφληση του καταλοίπου κατά το κλείσιμο του, κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες, έξοδα και ανατοκισμό, ανεξάρτητα από τα δικαιόγραφα σε διαταγή που παραδίνονται κάθε φορά από τον πιστούχο, ή από κάθε άλλη ασφάλεια, ευθύνεται δε εις ολόκληρον ως πρωτοφειλέτης και παραιτείται από τώρα ρητά και ανεπιφύλακτα των ενστάσεων που απορρέουν από τα άρθρα 855 και 862 έως και 869 του Α.Κ., καθώς και κάθε άλλης ενστάσεώς του κατά της Τράπεζας.
Επίσης, παραιτείται από τις τυχόν προσωποπαγείς ή μη ενστάσεις του πρωτοφειλέτη κατά της Τράπεζας, καθώς και από το ευεργέτημα της διζήσεως και υποχρεούται να καταβάλλει αμέσως και ανεπιφύλακτα το κατάλοιπο του άνω Ανοικτού Λογαριασμού κατά το κλείσιμο του, μαζί με τους τόκους, συμβατικούς και υπερημερίας, τις προμήθειες και τα έξοδα γενικά.
Επίσης, δηλώνει ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής από τον οφειλέτη υποχρεώνει και αυτόν ως εγγυητή". Η ανωτέρω πίστωση χορηγήθηκε στην πιστούχο ανώνυμη εταιρία, για να αντληθεί το κάλυμμα για την υπ' αριθμόν …/…/….01.1998 εγγυητική επιστολή της δανείστριας τράπεζας υπέρ της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "EASTBURY TRADING LTD", δανείστριας της πιστούχου εταιρίας, κατόπιν εντολής της πιστούχου, προς εξασφάλιση της εμπορικής συνεργασίας αυτών των δύο εταιριών (πιστούχου εταιρίας και αλλοδαπής εταιρίας).
Η εγγυητική επιστολή απευθυνόταν προς την Τράπεζα Κύπρου της Λευκωσίας (BANK OF CYPRUS LTD) και το ποσό τη ανερχόταν σε 276.000 δολάρια ΗΠΑ, ισόποσο των 79.874.400 δραχμών κατά την ημέρα έκδοσής της. Ταυτόχρονα με την έκδοση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής, η οποία έγινε κατ' εντολή της πιστούχου εταιρίας, η δανείστρια τραπεζική εταιρία χρέωσε με το ποσό της τον υπ' αριθμόν ….
…. . …. . …/… λογαριασμό ειδικών χορηγήσεων και πιστώθηκε, αντίστοιχα, ο υπ' αριθμόν … … .… .… .…./… ειδικός λογαριασμός, σχηματίζοντας δεσμευμένη κατάθεση, ώστε να εξασφαλίζεται η απαίτηση της δανείστριας τραπεζικής εταιρίας, αν τυχόν κατέπιπτε η εγγυητική επιστολή. Κατά τον ίδιο χρόνο, οπότε συνάφθηκε η ανωτέρω σύμβαση πίστωσης, καταρτίστηκε μεταξύ της δανείστριας και της πιστούχου εταιρίας η από 21.01.1998 σύμβαση ενεχυρίασης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επίδικη απαίτηση της δανείστριας τραπεζικής εταιρίας.
Με τη σύμβαση αυτή συστήθηκε εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου, ήτοι η χορηγηθείσα πίστωση, ποσού 79.874.400 δραχμών, ενεχυράστηκε από την πιστούχο εταιρία στη δανείστρια τράπεζα προς εξασφάλισή της σε περίπτωση κατάπτωσης της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής. Η αρχική διάρκεια της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής ήταν ενός έτους, αλλά στη συνέχεια παρατάθηκε επανειλημμένα, αυτόματα, για ένα έτος κάθε φορά, έως τις 16.12.2003.
Τελικά, η εγγυητική επιστολή κατέπεσε και στις 16.12.2003 η δανείστρια τραπεζική εταιρία, (η οποία υπείχε θέση εγγυήτριας υπέρ της πιστούχου εταιρίας έναντι της αλλοδαπής εταιρίας), αναγκάστηκε να καταβάλει στην Τράπεζα Κύπρου υπέρ της αλλοδαπής εταιρίας, δανείστριας της πιστούχου εταιρίας, το ποσό της εγγυητικής επιστολής, το οποίο εκταμιεύθηκε από τον υπ' αριθμόν … ….
…. . … . …/… ειδικό λογαριασμό, για τον οποίο έγινε λόγος ανωτέρω. Έτσι, ο λογαριασμός αυτός χρεώθηκε κατά το ποσό της εγγυητικής επιστολής και η ανωτέρω δεσμευμένη κατάθεση μειώθηκε κατά το ίδιο ποσό. Ταυτόχρονα, η δανείστρια τράπεζα άνοιξε τον υπ' αριθμόν … …. …. …. λογαριασμό πίστωσης, όπου χρεώθηκε το ποσό των 224.207,96 ευρώ ως οφειλή της πιστούχου εταιρίας, το οποίο αποτελείται από το ποσό της επίδικης εγγυητικής επιστολής, το οποίο κατέβαλε η δανείστρια τράπεζα στην αλλοδαπή τράπεζα μετά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, προσαυξημένο με τις νόμιμες προμήθειες και τα έξοδα.
Την ίδια ημέρα, οπότε έγινε η καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής (16.12.2003), η δανείστρια τράπεζα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και έκλεισε το λογαριασμό της σύμβασης πίστωσης, ο οποίος παρουσίαζε χρεωστικό κατάλοιπο 224.207,96 ευρώ, δηλαδή κατάλοιπο, ίσο με το καταβληθέν ποσό της εγγυητικής επιστολής, πλέον προμηθειών και εξόδων.
Η δανείστρια τράπεζα γνωστοποίησε το κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού πίστωσης στους οφειλέτες και, επίσης, στην ήδη 1η εναγομένη, Μ. - Μ. Δ., η οποία έφερε την ιδιότητα της εγγυήτριας και ευθυνόταν ως πρωτοφειλέτρια, στις 05.01.2004. Ως προς τη γνωστοποίηση αυτή συντάχθηκε η υπ' αριθμόν 10.215- β/05.01.2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Ι.
Α.. Με την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι κάθε ποσό που τυχόν θα πληρώσει η δανείστρια τράπεζα μετά από κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, ^υποχρεούται η πιστούχος εταιρία να το καταβάλει προς τη δανείστρια τράπεζα, μαζί με τους τόκους υπερημερίας και τα σχετικά έξοδα, μόλις ζητηθεί τούτο από τη δανείστρια.
Επίσης, η πιστούχος εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει την εγγυητική επιστολή στη δανείστρια τράπεζα μέχρι τις 21.01.1999, μαζί με έγγραφη δήλωση του προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται, ότι απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την εγγυητική επιστολή. Διαφορετικά, υποχρεούται να καταθέσει στη δανείστρια τράπεζα χρηματικό ποσό, ίσο προς το ποσό της εγγυητικής επιστολής, ως ενέχυρο, ώστε να εξασφαλίζεται προνομιακά κάθε απαίτηση της δανείστριας τράπεζας σε βάρος της πιοτούχου που απορρέει από την εγγυητική επιστολή.
Τελικά, όπως εκτέθηκε ήδη, η ανωτέρω εγγυητική επιστολή δεν επιστράφηκε σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης πίστωσης ούτε, περαιτέρω, κατέθεσε η πιστούχος εταιρία έγγραφη δήλωση της δανείστριας εταιρίας, (υπέρ ης εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή), ότι απαλλάσσει την εκδότρια τράπεζα από την υποχρέωσή της που απέρρεε από την εγγυητική επιστολή.
Επίσης, ούτε η πρωτοφειλέτρια εταιρία ούτε η ήδη 1η εναγομένη (εγγυήτρια) χορήγησαν άλλη εξασφάλιση στη δανείστρια τραπεζική εταιρεία ούτε κατάγγειλαν την επίδικη (από 21.01.1998) σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό. Μετά παρέλευση ενός μήνα αφότου η ενάγουσα τραπεζική εταιρία κοινοποίησε στην 1η εναγομένη, ως εγγυήτρια, ευθυνόμενη εις ολόκληρο, το κλείσιμο του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού, η 1η εναγομένη, η οποία είχε έως τότε την αποκλειστική κυριότητα ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 516,42 μ2, το οποίο βρίσκεται μέσα στην πόλη των …, επί της οδού ..., μετά του οικοδομημένου εκεί καταστήματος, εμβαδού 275,94 μ2, μετεβίβασε την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου στη θυγατέρα της, Μ.
Δ., ήδη 2η εναγομένη, δυνάμει του υπ' αριθμόν …/….02.2004 συμβολαίου, το οποίο φέρει τον τίτλο "γονική παροχή ιδανικών μεριδίων ακινήτου με παρακράτηση δικαιώματος επικαρπίας, αξίας 82.648,80 € (Αξία σύμφωνα με την αντικειμενική αξία γης ευρώ 82.648,80), καταρτίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου …, στον τόμο …, με αριθμούς μεταγραφής …-… .
Η αξία της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου ανερχόταν κατά την ημέρα της μεταβίβασής της (10.02.2004) στο ποσό των 82.648,80 ευρώ κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού. Τεκμαίρεται, αφού δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα το αντίθετο, ότι και η αγοραία αξία της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου ανερχόταν στις 10.02.2004 στο ίδιο ποσό, (των 82.648,80 €).
Επίσης, τεκμαίρεται, αφού δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα το αντίθετο, ότι το ανωτέρω ακίνητο διατήρησε την ανωτέρω (αντικειμενική και αγοραία) αξία του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία ολοκληρώθηκε στις 22.07.2004, αλλά και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία διενεργήθηκε στις 13.11.2006.
Η αξία του δικαιώματος επικαρπίας του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο παρακράτησε η 1η εναγομένη για τον εαυτό της εφ' όρου ζωής, ανερχόταν στις 10.02.2004 σε χρηματικό ποσό, ίσο προς την αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας, διότι η 1η εναγομένη είχε συμπληρώσει ήδη κατά την ημέρα εκείνη την ηλικία των 40 ετών.
Το σχετικό χωρίο του ανωτέρω συμβολαίου (γονικής παροχής) υπ' αριθμόν …/…..02.2004 έχει το εξής περιεχόμενο: "Η αξία της ψιλής κυριότητος του παραπάνω ακινήτου, για τον υπολογισμό και την καταβολή του φόρου, των τελών και δικαιωμάτων, καθορίστηκε σε ευρώ 82.648,80, υπολογιζόμενη στα πέντε δέκατα της αξίας της πλήρους κυριότητας, δεδομένου ότι η παρέχουσα (ήδη 1η εναγομένη) έχει συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας της".
Τεκμαίρεται, αφού στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα το αντίθετο, ότι το δικαίωμα επικαρπίας της 1ης εναγομένης επί του επίδικου ακινήτου, διατήρησε την ανωτέρω αξία .(των 82.648,80 ευρώ) και μετέπειτα, μέχρι την άσκηση και, επίσης, ς μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την 1η εναγομένη προς τη 2η εναγομένη, διενεργήθηκε (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) με σκοπό να προκληθεί βλάβη στα οικονομικά συμφέροντα της δανείστριας τραπεζικής εταιρίας, ήτοι με σκοπό να μη μπορέσει η δανείστρια τραπεζική εταιρία να ικανοποιήσει την οικονομική απαίτησή της που απέρρεε από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, μετά την κατάπτωση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής, καθόσον γνώριζε, ως σύζυγος του Σ.
Δ., μετόχου της πιστούχου εταιρίας (με την επωνυμία "Αφοί Δ. ΑΒΕΕ"), ότι η πιστούχος εταιρία βρισκόταν πλέον σε δεινή οικονομική κατάσταση, γεγονός που μετά παρέλευση μερικών μηνών οδήγησε στην κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης, (βλ. την απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμόν 83/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία δημοσιεύτηκε στις 03.11.2004), και ότι η ίδια\η 1η εναγομένη), η οποία ευθυνόταν ως εγγυήτρια, δεν διέθετε άλλα περιουσιακά στοιχεία, εμφανή και αξιόλογης αξίας, ώστε να μπορέσει η δανείστρια τράπεζα να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτησή της, επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος αυτών των (άλλων) περιουσιακών στοιχείων αυτής.
Περαιτέρω, η 2η εναγομένη, ως ενήλικη θυγατέρα της 1ης εναγομένης και του Σ. Δ., γνώριζε, επίσης, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η πιστούχος εταιρία βρισκόταν πλέον σε δεινή οικονομική κατάσταση και ότι η μητέρα της (1η εναγομένη) δεν διέθετε άλλα περιουσιακά στοιχεία, εναντίον των οποίων θα μπορούσε η δανείστρια τράπεζα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, ώστε να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτησή της.
Άλλωστε, η γνώση της 2ης εναγομένης ως προς τα ανωτέρω περιστατικά και ως προς το γεγονός ότι η μητέρα της (1η εναγομένη) προέβη στην επίδικη γονική παροχή προς βλάβη των δανειστών της, τεκμαίρεται εξαιτίας της στενής συγγένειας (πρώτου βαθμού εξ αίματος σε ευθεία γραμμή) που συνδέει τις δύο εναγόμενες (μητέρα και τέκνο αντίστοιχα), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 941 § 2 ΑΚ, αφού η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός έτους από την απαλλοτρίωση.
Περαιτέρω, μάλιστα, στην επίδικη υπόθεση δεν απαιτείται γνώση της 2ης εναγομένης ως προς τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, διότι η απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου διενεργήθηκε εξαιτίας γονικής παροχής, ήτοι από χαριστική αιτία. Κατά την πρωτοβάθμια δίκη οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ότι η 1η εναγομένη ήταν κυρία σημαντικής ακίνητης περιουσίας, από την οποία μπορούσε η δανείστρια τράπεζα να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτησή της, και, συνεπώς, η επίδικη γονική παροχή δεν διενεργήθηκε, προκειμένου να ματαιωθεί η ικανοποίηση της ανωτέρω απαίτησης και να προκληθεί έτσι βλάβη στα οικονομικά συμφέροντα της δανείστριας τράπεζας.
Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε ότι κατά την ημέρα, οπότε διενεργήθηκε η επίδικη γονική παροχή, (ήτοι στις 10.02.2004), η 1η εναγομένη είχε στην κυριότητά της αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία. Βέβαια, στη συνέχεια, ιδίως μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία ολοκληρώθηκε στις 22.07.2004, η 1η εναγομένη αποδέχτηκε ως κληρονομιά που περιήλθε σε αυτή, περιουσιακά στοιχεία θανόντων συγγενών της, (της μητέρας Μ.
Ε. Μ., του πατέρα της, Ε. M. Μ., και του θείου της, Α. M. Μ.), αλλά: ι) Κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής η 1η εναγομένη δεν είχε πλέον στην κυριότητά της τα ακίνητα που είχε αποδεχθεί ως κληρονομιά του θείου της, Α. Μ., και των γονέων της, Ε. και Μ. Μ., με τις πράξεις αποδοχής κληρονομιάς υπ' αριθμόν … και …/….02.2004 ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου και με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς υπ' αριθμόν …/….12.1989 ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Αρβανίτη, διότι στις 25.02.2004 μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα των ανωτέρω ακινήτων εξαιτίας γονικής παροχής στη θυγατέρα της Α.
Δ. του Σ. με το συμβόλαιο γονικής παροχής υπ' αριθμόν …/….02.2004, το οποίο καταρτίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου. ιι) Κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής η 1η εναγομένη δεν είχε ακόμη στην κυριότητά της τα ακίνητα που αποδέχτηκε ως κληρονομιά της μητέρας της, Μ. Μ., με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς υπ' αριθμόν …/….10.2005 ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου, και τα ακίνητα που αποδέχτηκε ως κληρονομιά των γονέων της, Ε.
και Μ. Μ., με τις πράξεις αποδοχής κληρονομιάς υπ' αριθμόν … και …/….07.2005 ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου Τρικάλων (Ερμιόνης Κασσοπούλου). Στη συνέχεια, μάλιστα, προκλήθηκε σφοδρή αντιδικία μεταξύ της 1ης εναγομένης, Μ. Δ., και του αδελφού της, Μ. Μ. του Ε., συγκληρονόμου και συγκυρίου των ανωτέρω κληρονομιαίων ακινήτων, και οι σχετικές πρωτοβάθμιες δίκες απέβησαν υπέρ του Μ.
Μ.. Συγκεκριμένα: ι) Με (την από 20.12.2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 366/28.12.2011) αγωγή διανομής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων η (ήδη) 1η εναγομένη στράφηκε εναντίον του αδελφού της, Μ. Μ., και της συζύγου του, Ι. Τ., συγκυρίων δύο αυτοτελών διαμερισμάτων, τα οποία κείνται στην πόλη των …, επί της οδού ..., (τα οποία είχε αποδεχτεί η ήδη 1η εναγομένη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ως κληρονομιά της μητέρας της, Μ.
Ε. Μ., με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς υπ' αριθμόν …/….10.2005 ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου), και αξίωσε την εκποίηση των ανωτέρω ακινήτων με δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε να λάβει έκαστος συγκύριος τη μερίδα που του αναλογεί από το εκπλειστηρίασμα, η σχετική όμως αγωγή απορρίφθηκε με την οριστική απόφαση τακτικής διαδικασίας υπ' αριθμόν 31/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων ως καταχρηστική. (Το αίτημα της ίδιας αγωγής να επιδικαστεί αποζημίωση υπέρ της ενάγουσας εξαιτίας παράνομης στέρησης της χρήσης των ανωτέρω δύο διαμερισμάτων απορρίφθηκε με την ανωτέρω απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμο), ιι) Με (την από 27.01.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/27.01.2012) αγωγή διανομής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων η (ήδη) 1η εναγομένη στράφηκε εναντίον του αδελφού της, Μ.
Μ., ως συγκυρίου ενός αγρού, εμβαδού 154 στρεμμάτων, άλλου αγρού, εμβαδού 80 στρεμμάτων, και άλλου αγρού, εμβαδού 2 στρεμμάτων, οι οποίοι βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος … του δήμου … του νομού …, (τους οποίους είχε αποδεχτεί η ήδη 1η εναγομένη κατά ποσοστό χ/ι εξ αδιαιρέτου ως κληρονομιά των γονέων της, Ε.
και Μ. Μ., με τις πράξεις αποδοχής κληρονομιάς υπ' αριθμόν … και …/… .07.2005 ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου), και αξίωσε την εκποίηση των ανωτέρω ακινήτων με δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε να λάβει έκαστος συγκύριος τη μερίδα που του αναλογεί από το εκπλειστηρίασμα, η σχετική όμως αγωγή απορρίφθηκε με την οριστική απόφαση τακτικής διαδικασίας υπ' αριθμόν 32/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε το δικαίωμα συγκυριότητας της (τότε) ενάγουσας (ήδη 1ης εναγομένης), Μ.
Δ., στα ανωτέρω ακίνητα. Τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία που αναφέρει η 1η εναγομένη ως περιουσία της, από την οποία δήθεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθεί η επίδικη απαίτηση της δανείστριας τράπεζας, ήτοι το ποσοστό των 4/48 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, εμβαδού 128.625 μ2, ο οποίος κείται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος … του δήμου ..., η επικαρπία ενός ισόγειου καταστήματος (παλαιάς κατασκευής), εμβαδού 237,88 μ2, το οποίο κείται στο κέντρο της πόλης των …, επί των οδών ..., η επικαρπία επί ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου τριών καταστημάτων, εμβαδού 89,32 μ2, 21,52 μ2 και 23,81 μ2, τα οποία κείνται στην πόλη των …, επί της οδού ..., και η επικαρπία επί ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου δύο καταστημάτων, εμβαδού 44,77 μ2 και 18,98 μ2, τα οποία κείνται στην πόλη των …, επί της οδού ..., δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δυνατό να εκποιηθούν με αναγκαστικό πλειστηριασμό ούτε ότι ήταν δυνατό να αποφέρουν αξιόλογο εκπλειστηρίασμα.
Μάλιστα, στις 10.03.2011 η 1η εναγομένη παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας, αντικειμενικής αξίας (τότε) 65.989,46 ευρώ, επί της ήδη επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, (ήτοι του 1/6 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, εμβαδού 516,42 μ2, το οποίο κείται στην πόλη των …., επί της οδού ...), την ψιλή κυριότητα της οποίας μεταβίβασε στη 2η εναγομένη με το υπ' αριθμόν …/….02.2004 συμβόλαιο γονικής παροχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου, (βλ.
το συμβόλαιο παραίτησης από δικαίωμα επικαρπίας υπ' αριθμόν …/…..03.2011 της ίδιας συμβολαιογράφου Τρικάλων). Επίσης, στις 22.01.2013 η 1η εναγομένη παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας, αντικειμενικής αξίας (τότε) 244.664,30 ευρώ, επί του καταστήματος, εμβαδού 237,88 μ2, το οποίο κείται στην πόλη των Τρικάλωγ, επί των οδών ...), την ψιλή κυριότητα του οποίου μεταβίβασε στις δύο θυγατέρες της, Α.
και Μ. Δ., με το υπ' αριθμόν …/…..02.2004 συμβόλαιο γονικής παροχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου, (βλ. το συμβόλαιο παραίτησης από δικαίωμα επικαρπίας υπ' αριθμόν …/…..01.2013 της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου). Οι ανωτέρω ενέργειες της 1ης εναγομένης αποδεικνύουν έμμεσα (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) την επιθυμία της 1ης εναγομένης να παραμείνει χωρίς περιουσιακά στοιχεία, εναντίον των οποίων θα ήταν δυνατό να επισπεύσουν οι δανειστές της αναγκαστική εκτέλεση.
Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η 1η εναγομένη κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής και κατά τη συζήτηση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είχε στην κυριότητά της εμφανή και αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία, εναντίον των οποίων θα μπορούσε η δανείστρια τράπεζα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, ώστε να ικανοποιηθεί η επίδικη απαίτησή της.
Μάλιστα, η ενάγουσα τράπεζα, πριν ασκήσει την ήδη ένδικη αγωγή της, ερεύνησε με επιμέλεια τα περιουσιακά στοιχεία της 1ης εναγομένης, και, αφού διαπίστωσε ότι αυτά, εκτός από το ήδη επίδικο, δεν έχουν αξιόλογη εμπορική αξία και, επίσης, ότι είναι σχεδόν αδύνατη η εκποίησή τους με αναγκαστικό πλειστηριασμό, αποφάσισε να ασκήσει την ένδικη αγωγή της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, μολονότι χρησιμοποίησε συνοπτική αιτιολογία, δεν έσφαλε, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη των αντίστοιχων λόγων έφεσης, ήτοι του 3ου, του 4ου και του 5ου λόγου της ένδικης έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμων ... Το αίτημα των εκκαλουσών να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η αξία της περιουσίας της 1ης εναγομένης κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής επαρκούσε, για να ικανοποιηθεί η επίδικη απαίτηση της εφεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως ανώφελο, διότι η απόδειξη του ανωτέρω ζητήματος μπορεί να γίνει και με άλλα αποδεικτικά μέσα (και όχι αποκλειστικά με πραγματογνωμοσύνη, βλ.
άρθρο 368 §§ 1-2 ΚΠολΔ), και ήδη αποδείχθηκε, όπως εκτέθηκε ανωτέρω ότι η αξία της λοιπής περιουσίας της 1ης εναγομένης κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν επαρκούσε, ώστε να ικανοποιηθεί η επίδικη απαίτηση της εφεσίβλητης. Το αίτημα των εκκαλουσών να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης τούτης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, ώσπου να εκδοθεί απόφαση ως προς την αγωγή διανομής με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/2012, την οποία άσκησε η 1η εναγομένη εναντίον χου Μ.
Μ. του Ε., πρέπει να απορριφθεί ως ανώφελο, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ως προς χη συγκεκριμένη αγωγή της 1ης εναγομένης έχει ήδη εκδοθεί οριστική απόφαση, (ήχοι η υπ' αριθμόν 32/2014 οριστική απόφαση τακτικής διαδικασίας χου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, πλην άλλων, ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 15-5-2007 'Εφεση των αναιρεσειουσών κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, δεχόμενο την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης τράπεζας, είχε απαγγείλει τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/…-2-2004 Συμβολαίου γονικής παροχής ιδανικών μεριδίων ακινήτου της Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα. 'Ετσι όμως που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανεπάρκειας της υπολειπόμενης περιουσίας της οφειλέτριας πρώτης αναιρεσείουσας για την ικανοποίηση της απαίτησης της δανείστριας αναιρεσίβλητης τράπεζας, καθόσον, ενόψει του ότι οποτεδήποτε πραγματοποιηθεί η μεταγραφή αποδοχής κληρονομιάς, η κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί τούτων, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου (ΑΠ 722/2010, 2112/2009), δεν διευκρινίζει, γιατί η πρώτη αναιρεσείουσα κατά το χρόνο της επίμαχης απαλλοτρίωσης (10-2-2004), αλλά και εκείνο της άσκησης και συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (22-7-2004 και 13-11-2006 αντίστοιχα), δεν είχε στην κυριότητά της τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία από την κληρονομιά των θανόντων γονέων και θείου της, που είχε αποδεχθεί με τις αναφερόμενες αντίστοιχες δηλώσεις της στις 8-12-1989, 25-2- 2004, 28-7-2005 και 25-10-2005 και επιπλέον, ενώ δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσείουσα οφειλέτρια είχε προβεί κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και μετά την κοινοποίηση του κλεισίματος του άνω λογαριασμού και σε άλλες μεταβιβάσεις δικαιώματος ψιλής κυριότητας επί ακινήτων στις θυγατέρες της και ότι η ίδια είχε εξ αδιαιρέτου δικαιώματα επικαρπίας και κυριότητας επί των αναφερόμενων ακινήτων, των οποίων την κυριότητα απέκτησε με τις ανωτέρω πράξεις αποδοχής κληρονομιάς των θανόντων συγγενών της, δεν προσδιορίζει την αξία της ψιλής κυριότητας των ακινήτων που μεταβίβασε στις θυγατέρες της, αλλά ούτε εκείνη (αξία) της επικαρπίας τούτων που παρακράτησε η ίδια, καθώς και των αναφερόμενων λοιπών ακινήτων, που περιήλθαν σε αυτή κατά κυριότητα από την κληρονομία των ως άνω συγγενών της, ώστε να κριθεί, εάν η υπολειπόμενη περιουσία της οφειλέτριας αρκούσε ή μη για την ικανοποίηση της επικαλούμενης απαίτησης της αναιρεσίβλητης δανείστριας και ειδικότερα, εάν η πρώτη αναιρεσείουσα κατά την άσκηση και συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ένδικης αγωγής, είχε και άλλα, πλην του επιδίκου, αξιόλογα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, εναντίον των οποίων θα μπορούσε η δανείστρια Τράπεζα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, προκειμένου να ικανοποιηθεί η ως άνω απαίτησή της.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος, όπως είχε ήδη κριθεί και με την προηγούμενη επί της ίδιας δίκης υπ'αριθμ. 805/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία όμως το Εφετείο, ως Δικαστήριο παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε, κατά τις προβαλλόμενες με το δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ο οποίος επίσης είναι βάσιμος.
Η αναιρετική δε εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που κατέθεσαν αυτές για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 553/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας εκδόθηκε μετά την 805/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 559/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1387/2018, ΑΠ 1282/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 553/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση αυτής, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παράβολου που κατέθεσαν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ