1176/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1176/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές). Επομένως πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Full text
Απόφαση 1176 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1176/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Δ., 2) Δ. συζύγου Α. Π., το γένος Δ. Α., 3) Δ. Π. του Α. και 4) Α. Π. του Α., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Αρβανιτάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Δ. Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Σ. Δ. συζύγου Δ. Σ., κατοίκου ..., απάντων ως νομίμων κληρονόμων του αρχικώς διαδίκου/εφεσιβλήτου Δ. Δ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Γιωγιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2008 αγωγή των ήδη 1ης και 3ης αναιρεσιβλήτων, του αρχικού διαδίκου Δ. Δ. και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 3-2-2009 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 10-2-2010 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19396/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1578/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 623/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ'αριθ. 1578/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. 457/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές). Επομένως πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και συνακόλουθα υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου (ΑΠ 623/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να ανασκάπτεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλον τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κύριος οποιουδήποτε ακινήτου δεν μπορεί να προβαίνει στο ακίνητο του σε εργασίες, οι οποίες, έστω και αν εκτελούνται ύστερα από άδεια της αρχής, λόγω του βάθους τους, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) κατάρρευσης το γειτονικό ακίνητο.
Στερείται δε έννομης συνέπειας το γεγονός ότι, ενδεχομένως, η γειτονική οικοδομή, που κινδυνεύει, δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Τούτο μπορεί να αποτελέσει βάση ενστάσεως, κατ' άρθρο 300 Α.Κ., για τη θεμελίωση οικείου πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση πρόνοιας για επαρκή στερέωση του γειτονικού ακινήτου, επιβάλλει σ' εκείνον, που ενεργεί την ανόρυξη, να λάβει όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατάσταση του γειτονικού ακινήτου, ακόμη και αν η υφιστάμενη σ' αυτό οικοδομή είναι ελαττωματική, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον ως άνω κανόνα του άρθρου 1007 του ΑΚ.
Ακόμη, κατά το άρθρο 1108 παρ. 1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω εκσκαφής στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται αξίωση αποζημίωσης, η οποία γεννιέται, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, στην περίπτωση υπαίτιας παράβασης της απαγόρευσης που καθιερώνεται με το άρθρο 1007 ΑΚ. Η σχετική αγωγή του άρθρου 914 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο κατά του ιδιοκτήτη αλλά και κατά του εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού και έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, που οφείλεται στο ότι το ακίνητό του αποστερήθηκε το απαιτούμενο έρεισμα του εδάφους (ΑΠ 46/2020).
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 922 και 681, 688-698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος, ως μη ευρισκόμενος σε σχέση εξαρτήσεως, δεν θεωρείται προστηθείς του εργοδότη και επομένως ο τελευταίος δεν ευθύνεται, κατά κανόνα, για τα πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου, εκτός αν ο εργοδότης έχει διαφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, οπότε ο εργολάβος ως υπακούων στις οδηγίες του θεωρείται προστηθείς του εργοδότη.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση της εκτελέσεως οικοδομικού έργου, ο κύριος του έργου υποχρεούται ο ίδιος να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας για τα όμορα ακίνητα, ευθυνόμενος για την παράλειψή τους, όταν α) δεν έχει αναθέσει σε εργολάβο με σύμβαση έργου την εκτέλεση του όλου έργου ή β) έχει μεν αναθέσει σε εργολάβο την εκτέλεση του έργου, ο ίδιος όμως έχει επιφυλάξει με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτελέσεως με δεσμευτικές προς τον εργολάβο εντολές και οδηγίες, οπότε θεωρείται ως προστήσας τον εργολάβο στην εκτέλεση του έργου και γι' αυτό ευθύνεται για το πταίσμα εκείνου κατά την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι στην περίπτωση που ο κύριος οικοπέδου, στο οποίο προτίθεται να ανεγείρει οικοδομή, αναθέτει σε μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της σχετικής άδειας, καθώς επίσης και την επίβλεψη του έργου που πρόκειται να εκτελεσθεί, δεν καθιστά αυτόν χωρίς άλλο και εργολάβο για την εκτέλεση του έργου υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 681 επ.
ΑΚ. Γι' αυτό και ευθύνεται ο κύριος του οικοπέδου για τη ζημία που θα προξενηθεί σε τρίτον (κύριο όμορου ακινήτου) κατά την εκτέλεση του έργου, αν παραλείψει να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, ανεξάρτητα από την παράλληλη ευθύνη του επιβλέποντος το έργο για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του, αν και αυτός παραλείψει να λάβει τα ίδια ως άνω μέτρα ασφαλείας.
Αντίθετα, αν ο κύριος του έργου αναθέσει στο μηχανικό, συγχρόνως με τις ιδιότητες του μελετητή και επιβλέποντος, επί πλέον και την εκτέλεση αυτού, με σύμβαση που θα καταρτισθεί μεταξύ τους, χωρίς ωστόσο να επιφυλάξει για τον εαυτό του (με την εργολαβική σύμβαση) τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, τότε πλέον υπόχρεος για τη λήψη των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας για την εκτέλεση του έργου καθίσταται αποκλειστικά ο εργολάβος-μηχανικός, τόσο υπό την ιδιότητά του αυτή, όσο και εκείνη του επιβλέποντος το έργο, και γι' αυτό ευθύνεται αποκλειστικά για τη ζημία που θα προκληθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του.
Σε μία τέτοια περίπτωση, ο εργοδότης (κύριος του έργου) απαλλάσσεται τόσο από την υποχρέωση λήψης των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, όσο και από την ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο, κύριο όμορου ακινήτου, εξαιτίας της μη λήψης από τον εργολάβο των μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 623/2016, ΑΠ 2096/2014). Ενόψει των ανωτέρω, για τη θεμελίωση της αγωγής αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, συνισταμένης στην πρόκληση ζημίας σε οικοδομή του ενάγοντος συνεπεία εκσκαφής στο γειτονικό ακίνητο, χωρίς να ληφθούν τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατάσταση της εν λόγω οικοδομής, πέραν των άλλων στοιχείων, απαιτείται να αναφέρεται σ' αυτή είτε ότι οι εναγόμενοι κύριοι του έργου εκτέλεσαν αυτό οι ίδιοι προσωπικά, αναθέτοντας ενδεχομένως σε μηχανικό απλώς την εκπόνηση της μελέτης, την έκδοση άδειας και την επίβλεψη, είτε ότι ανέθεσαν μεν την εκτέλεση του έργου με σχετική σύμβαση σε τρίτον εργολάβο ή μηχανικό, που εκπόνησε τη μελέτη, εξέδωσε την άδεια και είχε την επίβλεψή του, έχοντας όμως επιφυλάξει με τη σύμβαση έργου για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών.
Στην πρώτη περίπτωση, όταν δηλαδή στην αγωγή γίνεται επίκληση ότι το έργο στο γειτονικό ακίνητο εκτελέστηκε προσωπικά από τους εναγομένους κυρίους αυτού, ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι είχαν αναθέσει την εκτέλεση του έργου με σύμβαση εργολαβίας σε τρίτον εργολάβο, χωρίς ωστόσο να επιφυλάξουν με αυτή, για τον εαυτό τους, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αρχικώς ενάγων Δ. Δ., στη θέση του οποίου, λόγω θανάτου αυτού, έχουν υπεισέλθει οι ήδη αναιρεσίβλητες ως νόμιμοι κληρονόμοι του, εξέθεσε με αυτήν α) ότι είναι ιδιοκτήτης μίας τριώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην ..., και ότι το καλοκαίρι του 2003 οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), συνιδιοκτήτες του ομόρου της δικής του οικοδομής οικοπέδου, προέβησαν στην εκσκαφή του, προκειμένου να ανεγείρουν επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή με υπόγειο, χωρίς να λάβουν, από αμέλειά τους, τα απαιτούμενα μέτρα αντιστήριξης, στην πλευρά εκείνη του οικοπέδου τους που εφάπτεται της δικής του οικοδομής, για την αποφυγή κατολίσθησης του εδάφους της εν λόγω οικοδομής του, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει το έδαφος και να εμφανίσει η οικοδομή του κλίση προς το οικόπεδο των εναγομένων, ρωγμές σε όλη της την έκταση καθώς και στατικά προβλήματα και β) ότι για την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν στην οικοδομή του, εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, απαιτήθηκε να δαπανήσει το ποσό των 42.911,30 ευρώ, ενώ μειώθηκε η αξία της οικοδομής κατά το ποσό των 118.355,30 ευρώ και επιπλέον έμεινε ξενοίκιαστο το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου της οικοδομής για 13 μήνες, με αποτέλεσμα να απωλέσει τα μισθώματα ύψους 3.900 ευρώ, ενώ υπέστη και ηθική βλάβη από την αδικοπραξία των εναγομένων, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται η χρηματική ικανοποίησή του.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, άλλως κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας τους, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης το συνολικό ποσό των 215.166,50 ευρώ νομιμοτόκως.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα με επάρκεια στο δικόγραφό της περιστατικά, στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που συνιστούν την παράνομη και αμελή συμπεριφορά των εναγομένων (αναιρεσειόντων), με την επίκληση ότι το έργο στο γειτονικό ακίνητο εκτελέστηκε από αυτούς ως κυρίους του έργου (χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί ανάθεσης και εκτέλεσης αυτού από εργολάβο), αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση του (αρχικού) ενάγοντος, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει, ομοίως, ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων λόγω αδικοπραξίας και, ως εκ τούτου, μη απαιτώντας να αναφέρεται επί πλέον στην αγωγή ότι οι αναιρεσείοντες ανέθεσαν, με σύμβαση εργολαβίας, την εκτέλεση του έργου σε τρίτον εργολάβο, έχοντας επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ, την οποία κατά ανωτέρω εφάρμοσε, καθώς και των άρθρων 922 σε συνδ.
με αυτές των άρθρων 681 και 688-690 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αφού αυτές δεν ήσαν εφαρμοστέες. Κατόπιν αυτού, ο μοναδικός, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι, κατά το οικείο μέρος, αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ),και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ` αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 109/2006, 194/2004).
Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (αρ 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτήν εξυπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (580 παρ, 4, 581 παρ.2 ΚΠολΔ) και στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (άρθρο 522).
Επομένως, το δικαστήριο της παραπομπής, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται, αφού ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, και να εκδώσει διαφορετική επί της ουσίας απόφαση (ΑΠ 752/2014).
Εξάλλου, και στην περίπτωση αυτή της παραπομπής, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραιτήτων για τη θεμελίωση της στοιχείων ή ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο υπό την προϋπόθεση ότι δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 342/2016, ΑΠ 6291/2010, ΑΠ 805/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της προαναφερόμενης αγωγής του αρχικού ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 19396/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, μετά δε την άσκηση κατ' αυτής αντίθετων εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1578/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κάνοντας εν μέρει δεκτές τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δικάζοντας την ουσία της υπόθεσης έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας, μετά τον ήδη επελθόντα θάνατο του αρχικώς ενάγοντος, στις κληρονόμους του και ήδη αναιρεσίβλητες -κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας- το ποσό των 42.453,80 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) άσκησαν την από 30-10-2014 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 623/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ειδικότερα, η ως άνω αναιρετική απόφαση διέλαβε τα εξής: "Ωστόσο, υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το παράνομο της ζημιογόνας συμπεριφοράς των εναγομένων (κατεδάφιση της παλιάς οικοδομής και εκσκαφή για την ανέγερση νέας) και τον πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος (ζημίας).
Επιπρόσθετα ουδόλως διέλαβε αιτιολογίες περί της υπαιτιότητας των εναγομένων και συγκεκριμένα περί του αν ενήργησαν από δόλο ή αμέλεια και στην τελευταία περίπτωση σε τι ακριβώς συνίσταται η αμέλειά τους. Αναφορικά με τη ζημιογόνο συμπεριφορά των εναγομένων η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται στην αόριστη αναφορά ότι "...η αιτία της καθίζησης του πεδίλου της οικοδομής των εναγόντων και των υπολοίπων βλαβών του κτιρίου είναι η εκσκαφή του όμορου οικοπέδου...".
Με την αναφορά αυτή συνδέεται μεν αιτιωδώς η ζημία (καθίζηση) με την πράξη των εναγομένων (εκσκαφή), πλην όμως δεν διευκρινίζεται περαιτέρω αν η ζημιογόνος συμπεριφορά των εναγομένων συνίσταται σε κάποια υπαίτια και παράνομη θετική πράξη η οποία απαγορεύεται από το νόμο (λ.χ. εκσκαφή σε βάθος μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο) ή σε κάποια παράλειψη των κανόνων ασφαλείας (λ.χ.
μη λήψη αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης του εδάφους) και στην τελευταία περίπτωση αν υπήρχε υποχρέωση των εναγομένων προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αναφορικά δε με το ζήτημα της υπαιτιότητας των εναγομένων ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της που αποτελεί το αιτιολογικό της.
Έτσι δεν προκύπτουν καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για το παράνομο της πράξης και την υπαιτιότητα των εναγομένων, ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όλα δε τα ανωτέρω αναφέρονται σε στοιχεία της αγωγικής βάσεως, θεμελιωτικά του επιθετικού ισχυρισμού των εναγόντων περί προσωπικής ευθύνης των εναγομένων και υπό την έννοια αυτή συνιστούν ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επί αδικοπραξίας, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, δηλαδή των αιτιολογιών της αποφάσεως, θα πρέπει να καλύπτει, πλην άλλων, και την υπαιτιότητα του φερόμενου ως δράστη αλλά και τον αιτιώδη σύνδεσμο της πράξεως ή παραλείψεώς του με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση ελλείπουν παντελώς οποιαδήποτε στοιχεία, κρίσιμα για τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της ένδικης αγωγής, τα οποία να συνδέονται με την ευθύνη των εναγομένων στην επέλευση της ζημίας των εναγόντων, δικαιολογούντα την αδικοπρακτική ευθύνη αυτών είτε αυτοτελώς είτε ως προστησάντων εξ αιτίας των υπαίτιων ενεργειών ή παραλείψεων του (προστηθέντος) εργολάβου μηχανικού, στον οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους ανέθεσαν τη μελέτη και την επίβλεψη κατεδαφίσεως της οικοδομής τους.
Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο κύριος του έργου υποχρεούται ο ίδιος να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για τα όμορα ακίνητα, ευθυνόμενος για την παράλειψή τους, όταν α) δεν έχει αναθέσει σε εργολάβο με σύμβαση έργου την εκτέλεση του όλου έργου ή β) έχει μεν αναθέσει σε εργολάβο την εκτέλεση του έργου, ο ίδιος όμως έχει επιφυλάξει με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτελέσεως με δεσμευτικές προς τον εργολάβο εντολές και οδηγίες, οπότε θεωρείται ως προστήσας τον εργολάβο στην εκτέλεση του έργου και γι' αυτό ευθύνεται για το πταίσμα εκείνου κατά την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με το άρθρο 922 του ΑΚ.
Εν προκειμένω, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται αν οι εναγόμενοι, κύριοι του έργου της εκσκαφής, εκτέλεσαν αυτό μόνοι τους (αναθέτοντας σε μηχανικό απλώς την εκπόνηση της μελέτης, την έκδοση άδειας και την επίβλεψη) ή αν ανέθεσαν την εκτέλεσή του με σύμβαση έργου είτε στον μηχανικό είτε σε τρίτον εργολάβο χωρίς ωστόσο να επιφυλάξουν για τον εαυτό τους (με την εργολαβική σύμβαση) τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών.
Αντίθετα, για να είχε νόμιμη βάση, με την έννοια των επαρκών αιτιολογιών, η προσβαλλόμενη απόφαση όφειλε (ενόψει και των προεκτεθέντων ισχυρισμών των εναγομένων) να εξειδικεύσει επακριβώς αν το έργο επιχειρήθηκε από τους ίδιους προσωπικά και στην περίπτωση αυτή σε τι ακριβώς συνίσταται η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψή τους και αν αυτή υπήρξε υπαίτια ή αν η κατασκευή του ανατέθηκε με σύμβαση έργου στο μηχανικό που εκπόνησε τη μελέτη, εξέδωσε την άδεια και είχε την επίβλεψή του, αναφέροντας μάλιστα το περιεχόμενο της συμβάσεως και ιδίως αν οι ενάγοντες είχαν ή όχι επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών.
Επομένως, με τις ανωτέρω αιτιολογίες, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρ. 681, 688- 691 ΑΚ. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος".
Στη συνέχεια, το ίδιο ως άνω Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού έκρινε, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης των αναιρεσειόντων, την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ενόψει του ως άνω διαδικαστικού ιστορικού, δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την ως άνω αναιρετική υπ' αριθμ. 623/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αφού με αυτή δεν επιλύθηκε δεσμευτικά το ζήτημα της αοριστίας και του μη νομίμου της αγωγής ούτε και αναιρέθηκε η απόφαση λόγω παράβασης κανόνα δικαίου, κατά το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτόν ο Άρειος Πάγος, αλλά αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης και, ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μη δεσμευόμενο κατά το μέρος αυτό από την αναιρετική απόφαση, νομίμως εξέτασε, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το ορισμένο και νόμω βάσιμο της αγωγής, κρίνοντας αυτήν ορισμένη και νόμιμη.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, (μοναδικός) λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, η οποία, κατά την άποψή τους, αποφάνθηκε αμετακλήτως, ως προς το ορισμένο και νόμω βάσιμο της αγωγής, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2018 αίτηση των 1) Α. Π., 2) Δ. συζ. Α. Π., 3) Δ. Π. και 4) Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 457/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ