Legislator Case Law & Legislation
1176/2015 AI generated

1176/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1176/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1176/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 § 1 της αυτής ως άνω υπουργικής απόφασης, "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν. Η ακύρωσις επέρχεται μετά παρόδων 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1176 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1176/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO AAEZ" (πρώην "VICTORIA ΑΑΕΖ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκάρπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του B. Χ. Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9-9-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "SCHWARZMEER UND OSTSEE VERSICHERUNGS - AKTIENGESELL - SCHAFT SOVAG", που επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5134/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7017/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 11-11-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-6-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7017/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. "Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 §§ 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997 (όπως ίσχυαν κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (5-8-2000), και πριν από την ισχύ του άρθρου 8 του ν. 3557/2007 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 11 του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) και ορίστηκε ότι επί πολλαπλής ασφάλισης έγκυρη είναι μόνο η τελευταία προκειμένου περί οχημάτων) αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 481 επ.

ΑΚ), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 1, 6, 11 και 26 του Ν. 2496/1997, σαφώς συνάγεται ότι η σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα καταρτίζεται μεταξύ του ασφαλιστή και του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου, ο οποίος εμφανίζεται ως αντισυμβαλλόμενος και ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλιστρο.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 2496/1997 ο λήπτης ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσεως της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από τη σύμβαση, ή από τις περιστάσεις.

Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή καταγγελία προς τον λήπτη της ασφάλισης που επιφέρει τη λύση της σύμβασης μετά πάροδο μηνός. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 § 5 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (5-8-2000) "η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει δια την ασφαλιστικήν περίοδον, ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριον και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν 30 ημέρας προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερον των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 § 1 της αυτής ως άνω υπουργικής απόφασης, "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν. Η ακύρωσις επέρχεται μετά παρόδων 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου".

Η καταγγελία γίνεται οποτεδήποτε και από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο και η λύση αυτή ισχύει καταρχήν μόνο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 § 2 εδ. α' του Ν. 489/1976, "η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου ζημιωθέντος, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο 16 ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής.

Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου, με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτό (άρθρο 7 παρ. 3 ν. 2170/93)". Η προαναφερθείσα διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση όπου ο αναιρεσίβλητος ενάγων ενήγαγε την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με πλαγιαστική αγωγή και όχι ευθέως ως τρίτος ζημιωθείς.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ "η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης για να παράγει τα αποτελέσματά της απαιτείται να περιέλθει στο νόμιμο παραλήπτη.

Ο νομοθέτης, για να εξασφαλίσει την περιέλευσή της στον παραλήπτη, απαιτεί να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του παραλήπτη στον οποίο και παραδίδεται (ΑΠ 122/2004). Περιέλευση στο λήπτη της δήλωσης υπάρχει, ανεξάρτητα αν πρόκειται μεταξύ παρόντων ή απόντων μερών, αφότου η δήλωση βούλησης περιέλθει στον κύκλο επιρροής του λήπτη και αυτός έχει τη δυνατότητα, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβει γνώση του περιεχομένου της (ΑΠ 431/2004).

Περαιτέρω το τελευταίο εδάφιο της §2 του άρθ. 11 Ν. 489/1976 στην αρχική του διατύπωση είχε ως ακολούθως: "Η γνωστοποίησις γίνεται εγγράφως προς τον ασφαλισμένον ή τον αντισυμβαλλόμενον, κοινοποιούμενη και προς την αρμοδίαν αστυνομικήν αρχήν του τόπου ένθα η δηλωθείσα κατοικία τούτων. Εν περιπτώσει διαδοχικών ασφαλίσεων η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται μόνον επί του τελευταίου ασφαλιστού".

Από τη διάταξη αυτή προέκυπτε ότι επί πολλαπλής διαδοχικής ασφάλισης καθιερωνόταν ευθύνη μόνο του τελευταίου ασφαλιστή και ακυρότητα των προηγηθεισών παραλλήλων ασφαλιστικών συμβάσεων με άλλους ασφαλιστές. Ακολούθησε ο Ν. 1569/1985 με το άρθ. 40 του οποίου αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της §2 του άρθ. 11 του Ν. 489/1976 και έτσι το εδάφιο αυτό έλαβε την ακόλουθη διατύπωση: "Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύονται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο.

Ως κατοικία ή διαμονή θεωρείται, εκτός από την πραγματική, και η τελευταία διεύθυνση που ο ασφαλισμένος ή αντισυμβαλλόμενος δήλωσαν στον ασφαλιστή ...". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την αντικατάσταση που επήλθε με το Ν. 1569/1985 δεν επαναλήφθηκε η τελευταία άνω διατύπωση του Ν. 489/1976, δηλ.

εν περιπτώσει διαδοχικών ασφαλίσεων κ.λπ., ώστε έκτοτε καταργήθηκε η ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 489/76 για την ακυρότητα συμβάσεων πλην της τελευταίας.

Στη συνέχεια με το ΠΔ 237/1986 (ΦΕΚ αριθ. 110 της 1 8.7.1 986 τ. Α') κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν. 489/1976 όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το Ν. 1569/1985 και τα προεδρικά διατάγματα 1019/1981 και 118/1985. Στην κωδικοποίηση βάσει του ΠΔ 237/1986 το άρθ. 11 § 2 εδ. δεύτερο του Ν. 489/1976 αποδίδεται ακριβώς με την τελική διατύπωση που είχε λάβει η διάταξη με το Ν. 1569/1985.

Επομένως δεν φαίνεται βάσιμη η άποψη ότι κατά την τελευταία κωδικοποίηση του Ν. 489/1976 παραλείφθηκε εκ λάθους η διάταξη της τελευταίας περιόδου του άρθ. 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976. Τούτο γιατί, όπως εκτέθηκε, η διάταξη αυτή ουσιαστικά δεν είχε περιληφθεί στο Ν. 1569/1985, ο οποίος κατά τούτο αποτέλεσε τη βάση της κωδικοποιήσεως με το ΠΔ 237/1986.

Τέλος με την §2 του άρθ. 9 του Παραρτήματος I της Συμβάσεως του Στρασβούργου της 20.4.1959 που κυρώθηκε με το Ν. 4147/17.2.1961 (ΦΕΚ 42/17.3.1961 τ. Α') ορίζεται ότι "η ακύρωσις ή η λήξις της ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η αναστολή του ή η αναστολή της εγγυήσεώς του δύναται να εγερθή υπό του ασφαλιστού έναντι του ζημιούμενου μέρους μόνον ως προς ατυχήματα επισυμβαίνοντα μετά πάροδο (16) ημερών αφ' ότου ο ασφαλιστής επέδωσεν ειδοποίησιν της προρρηθείσης ακυρώσεως, λήξεως ή αναστολής.

Εις την περίπτωσιν διαδοχικών ασφαλίσεων η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται μόνον επί του τελευταίου ασφαλιστού". Από την παραπάνω διάταξη, προκύπτει ότι σε περίπτωση διαδοχικών ασφαλίσεων το βάρος του ασφαλιστή να προβεί στην απαιτούμενη γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως ασφαλίσεως αναφέρεται μόνον στον τελευταίο ασφαλιστή, ο οποίος είναι και ο μόνος που ευθύνεται έναντι του παθόντος τρίτου, ενώ έναντι του τελευταίου απαλλάσσονται οι προγενέστεροι ασφαλιστές.

Εφόσον υιοθετηθεί τελικά τέτοια ερμηνεία της διατάξεως τίθεται ζήτημα ισχύος της γιατί αντίστοιχη προς αυτήν διάταξη δεν υπήρχε στο ήδη κατά το ένδικο κρίσιμο χρονικό σημείο (5-8-2000) ισχύον κείμενο του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 ενώ ίσχυε ήδη τότε και η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 και 3 του ν. 2496/1997 για την εγκυρότητα πολλαπλής ασφάλισης.

Πολύ δε μεταγενέστερα από το ένδικο χρονικό σημείο (5-8-2000) τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 11 του ν. 489/1976 με το άρθρο 8 του ν. 3557/2007 και ορίστηκε στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 11 ότι αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις οχημάτων ισχύει μόνον η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής, ενώ οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως χωρίς οποιαδήποτε γνωστοποίηση.

Η διάταξη του άρθ. 9 § 2 εδ. β' της Συμβάσεως του Στρασβούργου ως κείμενο αυξημένης τυπικής ισχύος ενόψει του άρθ. 28 του Συντάγματος του 1975 θα έπρεπε να συμπληρώνει τη διάταξη του άρθ. 11 § 2 Ν. 489/1976 όπως ίσχυε μετά την προαναφερθείσα τροποποίησή της, προκειμένου διαδοχικών ασφαλίσεων μια και τα τελευταία αυτά άρθρα δεν περιέχουν διάταξη αντίστοιχη προς το άρθ. 9 § 2 εδ.

β' της Συμβάσεως του Στρασβούργου. Τελικά όμως η τελευταία αυτή ρύθμιση καίτοι αποτελούσα τμήμα της Συμβάσεως δεν πρέπει να ισχύσει. Τούτο γιατί εισάγει περιορισμό της προστασίας του παθόντος τρίτου αφού, επί πολλαπλής ασφαλίσεως απαλλάσσει τους προηγούμενους ασφαλιστές και επιβαρύνει τον τελευταίο.

Ο αποκλεισμός της ισχύος της διατάξεως του άρθ. 9 § 2 της Συμβάσεως Στρασβούργου στηρίζεται στη διατύπωση της §2 του άρθ. 1 του κυρίου Σώματος της Συμβάσεως Στρασβούργου που ορίζει "ότι έκαστον των συμβαλλομένων μερών θα διατηρήση οπωσδήποτε τη δυνατότητα της υιοθετήσεως διατάξεων παρεχουσών μεγαλυτέραν προστασίαν εις τα αδικούμενα πρόσωπα".

Τούτο γιατί η εις ολόκληρον ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών βάσει αντιστοίχων συμβάσεων ασφαλίσεως δυνάμει του άρθ. 926 ΑΚ παρέχει πράγματι μεγαλύτερη προστασία λόγω ακριβώς του αριθμού των ασφαλιστών. Ουδεμία δε σημασία έχει ότι τέτοια ρύθμιση δεν προϋπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη και υιοθετήθηκε το πρώτο μετά την επικύρωση από την Ελλάδα της Συμβάσεως Στρασβούργου.

Σημασία έχει η ύπαρξη ευνοϊκής ρυθμίσεως κατά το ένδικο κρίσιμο χρονικό σημείο και όχι κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ η προαναφερθείσα σύμβαση.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα που αφορούν τη βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. πρωτ. Κ3-2010/28-2-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλ/κης του Υπουργείου Ανάπτυξης - Γενική Γραμματεία Εμπορίου και το συνημμένο σ' αυτό αντίγραφο από το αρχείο της ΥΣΑΕ, το ζημιογόνο υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου ... και οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος A. M. ή Μ.D., ήταν ασφαλισμένο, για την κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία του: α) στην πέμπτη (πλαγιαστικά) εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ." (και ήδη αναιρεσείουσα υπό την νέα επωνυμία ERGO ΑΑΕΖ), με ασφαλιστική σύμβαση, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της τελευταίας και του πρώτου εναγομένου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 19-1-2000 έως 19-7-2000 και β) στην έκτη (πλαγιαστικά) εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "SOVAG Α.Ε.", με ασφαλιστική σύμβαση, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της τελευταίας και του πρώτου εναγομένου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 3-4-2000 έως 19-7-2000.

Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η καταρτισθείσα με την πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ("VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ.") ως άνω ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο (εναντίωση, καταγγελία ή αντισυμφωνία), αλλά μόνο ότι η άνω ασφαλιστική εταιρεία εξέδωσε, στις 23-2-2000, την υπ' αριθμ. ...

πρόσθετη πράξη για την ακύρωση του προαναφερόμενου ασφαλιστικού συμβολαίου (βλ. προσκομιζόμενη την πρόσθετη αυτή πράξη), χωρίς, όμως, να έχει λάβει χώρα και έγγραφη καταγγελία της σύμβασης από μέρους της, που να έχει κοινοποιηθεί και να έχει περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενό της, υπό την έννοια της δυνατότητας γνώσης από τον τελευταίο (λήπτη) του περιεχομένου της δήλωσης αυτής, έτσι ώστε, μετά πάροδο 20 ημερών από την κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας, να επέλθει η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε η εξετασθείσα με επιμέλεια της άνω εναγόμενης - εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας μάρτυρας και υπάλληλος αυτής Κ. Π. αναφέρει τίποτα περί έγγραφης καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης και κοινοποίησης της καταγγελίας στον άνω ασφαλισμένο (βλ. την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../18-9-2008 ένορκη αυτής βεβαίωση).

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της άνω εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ότι ο αντισυμβαλλόμενός της πρώτος εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον δεν προσκομίζεται το μη παραληφθέν ως άνω ασφαλιστήριο, αλλά μόνο η πρόσθετη πράξη ακύρωσης αυτού. Επομένως, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται ότι τριάντα ημέρες πριν από το τέλος της ως άνω ασφαλιστικής περιόδου υπήρξε εναντίωση οποιουδήποτε μέρους στην ανανέωση της ανωτέρω ασφαλιστικής σύμβασης μετά τη λήξη της, η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε αντίστοιχα για ίσο χρονικό διάστημα εξάμηνης διάρκειας (άρθρο 6 § 1 της AYE ΚΑ-585/1978) και ειδικότερα ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 19-7-2000 έως 19-1-2001 και, συνακόλουθα, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος (5-8-2000), ήταν σε ισχύ η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση και καλυπτόταν ασφαλιστικά, από την πλαγιαστικά εναγόμενη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, η έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, δέχθηκε τα ίδια ως προς την ισχύ της ως ασφαλιστικής σύμβασης, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου σχετικός και μοναδικός λόγος της κρινόμενης από 8-1-2008 έφεσης της εκκαλούσας - πέμπτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ," πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Έτσι, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ήταν σε ισχύ τόσο η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση όσο και η καταρτισθείσα με την έκτη πλαγιαστικά) εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "SOVAG ΑΕ" ασφαλιστική σύμβαση, όπως κρίθηκε από την εκκαλουμένη, η οποία δεν προσβάλλεται κατά το κεφάλαιο αυτό, δηλαδή υφίστατο πολλαπλή ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης του πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, ιδιοκτήτη και οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, για τις ζημίες από την κυκλοφορία του οχήματος αυτού, ευθυνόμενες εις ολόκληρον οι ως άνω ασφαλιστικές εταιρείες προς αποκατάσταση των προερχομένων από το ένδικο ατύχημα ζημιών του παθόντος ενάγοντος (άρθρο 15 §§ 2 και 3 του Ν. 2496/1997".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρίνασας, πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 και 9 παρ. 1 της τότε (5-8-2000) ισχύουσας Υ.Α.Κ4/ 585/1978 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 167, 361 και 374 ΑΚ, 6, 15 και 26 του ν. 2496/1997 και 2 παρ. 1 του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) και 9 παρ. 2 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως του Στρασβούργου στις 20-4-1959 που κυρώθηκε με τον ν. 4147/1961 (ΦΕΚ 42/17-3-1961 Τεύχος Α'), εφόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την κατάρτιση μεταξύ της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και του μη διαδίκου κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου Φ.

Χ. Γ. συμβάσεως ασφαλίσεως του ίδιου αυτοκινήτου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της οποίας το κύρος δεν επηρεάστηκε από την παράλληλη ισχύ και άλλης συμβάσεως για το ίδιο αυτοκίνητο, ούτε μεσολάβησε καταγγελία της καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της έγκυρης κατάρτισης συμβάσεως ασφαλίσεως στην οποία στηρίζεται η ένδικη πλαγιαστική αγωγή, ώστε δικαιολογείται η απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας και η παραδοχή της παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση υποκείμενης πλαγιαστικής αγωγής δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 εδ α' του ν. 489/1976, ούτε εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη η ίδια διάταξη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δύο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου όπως προαναφέρθηκαν τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παρουσία των άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δύο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβάνουν τις ακόλουθες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή υπήρχε κατά το ένδικο χρονικό σημείο (5-8-2000) εγκύρως καταρτισμένη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της αναιρεσείουσας και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου Φ.

Χ. Γ. και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι: α) ουδέποτε καταρτίστηκε η προαναφερθείσα ασφαλιστική σύμβαση και δεν υπήρχε λόγος αυτόματης ανανέωσής της κατ' άρθρο 6 της Υ.A.Κ4/585/1978, β) ο αντισυμβαλλόμενος Γ.

ουδέποτε απεδέχθη την σύναψη της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως, που ποτέ δεν άρχισε γιατί δεν καταβλήθηκαν τα ασφάλιστρα, γ) δεν αντιμετωπίζει η προσβαλλόμενη το ζήτημα για ποίο λόγο ο Γ. συνήψε δεύτερη ασφάλιση ενώ υπήρχε η προγενέστερη και δ) δεν αντιμετωπίζει η προσβαλλόμενη την υπεροχή της από 20-4-1959 συμβάσεως του Στρασβούργου για την ακυρότητα της μεταγενέστερης πολλαπλής σύνθεσης.

Οι ανωτέρω λόγοι κατά το τμήμα, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκειας αιτιολογιών, αναφορικά με στοιχείο δ' αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αντιμετωπίζει την υπεροχή της από 20-4-1959 Συμβάσεως του Στρασβούργου για την ακυρότητα των πολλαπλών ασφαλιστικών συμβάσεων είναι αβάσιμοι, καθόσον το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και λογική ακολουθία.

Συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. β' της από 20-4-1959 Συμβάσεως που αφορά την ακυρότητα των πολλαπλών ασφαλιστικών συμβάσεων και κυρώθηκε με τον Ν. 4147/17-2-1961 (ΦΕΚ 42/17-3-1961 τ. Α') παρά την αυξημένη τυπική ισχύ του, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 28 του Συντάγματος του 1975, δεν ισχύει διότι η εν λόγω διάταξη εισάγει περιορισμό της προστασίας του παθόντος τρίτου, αφού επί πολλαπλής ασφαλίσεως απαλάσσει τους προηγούμενους ασφαλιστές και επιβαρύνει τον τελευταίο, καθόσον η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του κυρίου Σώματος της Συμβάσεως Στρασβούργου, που ορίζει "ότι έκαστον των συμβαλλομένων μερών θα διατηρήση οπωσδήποτε τη δυνατότητα της υιοθετήσεως διατάξεων παρεχουσών μεγαλυτέραν προστασία εις τα αδικούμενα πρόσωπα" με αποτέλεσμα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα να εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, ως παρέχουσα μεγαλύτερη προστασία λόγω του αριθμού των ασφαλιστών.

Επομένως δεν υπήρχε ειδικός λόγος μνείας και ισχύος της ως άνω διεθνούς Συμβάσεως στην κρινόμενη περίπτωση και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το τμήμα του δευτέρου λόγου αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου (αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) παραβίαση του άρθρου 9 παρ. 2 του Παραρτήματος Ι της Συμβάσεως του Στρασβούργου της 20-4-1959 είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσία.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται, μέσω αυτών η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου και κατά συνέπεια αυτές είναι απαράδεκτες.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, μετά την προσθήκη της παρ. 4 στο άρθρο 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2-4-2012, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας και καταθέσασας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7017/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ