Supreme Court dismisses appeal on property transfer and costs allocation grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The court found the appeal arguments inadmissible because the contested judgment did not contain contradictory rulings in its operative part and the costs allocation followed the principle of 'loser pays' without needing specific justification. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 1192, 1198 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Ownership acquired derivatively via notarized deed requires the transferor to be the owner; appeal grounds for direct violation of substantive law require non-application or misapplication of law based on undisputed facts; contradictory rulings must exist in the operative part of the judgment; costs allocation follows the principle of loser pays without need for specific reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1176 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1176/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Φωτεινόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Δανιήλ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/ΤΜ/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1056/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 22/1/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα αποκτάται με παράγωγο τρόπο δηλαδή με σύμβαση, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί. Για τη μεταβίβαση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Συνακόλουθα επί διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../17-3-1989 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου ... ο εκκαλών-ενάγων απέκτησε, ως τελευταίος υπερθεματιστής, την αποκλειστική κυριότητα ενός αγρού, εμβαδού 5.728,50 τ.μ.
ή όσης έκτασης περισσότερης ή λιγότερης είναι, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της πόλεως της Βέροιας, στη θέση "...", που συνορεύει γύρωθεν, κατά τον τίτλο κτήσης, με αγρούς Β., Κ., Μ., με αγρό Γ. Λ., με δημόσιο δρόμο Βέροιας-Κοζάνης και με αγρό Δ. Δ.. Ο αγρός αυτός ανήκε κατά κυριότητα στην οφειλέτιδα μητέρα του εκκαλούντος- ενάγοντος, ο οποίος κατασχέθηκε με επίσπευση της δανείστριας ΑΕ Τράπεζας Πίστεως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2545/21-12-1988 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή ..., πλειστηριάσθηκε ακολούθως, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. .../8-2-1989 πράξης αναγκαστικού πλειστηριασμού του ανωτέρω συμβολαιογράφου και κατακυρώθηκε στο όνομα του τελευταίου υπερθεματιστή εκκαλούντος-ενάγοντος.
Ο αγρός αυτός, αποτελεί τμήμα αγρού εμβαδού 8 δεκαδικών στρεμμάτων, ή όσης έκτασης περισσότερης ή λιγότερης είναι, με αριθμό ΑΚ ..., που είχε περιέλθει στη μητέρα του εκκαλούντος-ενάγοντος ... δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1960 συμβολαίου αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας ..., από το Γ. Λ. του Δ., ο οποίος συνόρευε .........
και είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο του πωλητή Δ. Λ. εξ αγοράς δυνάμει του υπ' αριθμ. 65/9-5-1957 τίτλου κυριότητας της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ), που μεταγράφηκε νόμιμα ... . Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μητέρα του εκκαλούντος-ενάγοντος ... δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-9-1966 συμβολαίου αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου ........
που μεταγράφηκε νόμιμα ......., πώλησε στο Φ. Π., τμήμα εκ του ως άνω αγρού των 8 δεκαδικών στρεμμάτων, εμβαδού 2.271,50 τ.μ., που συνορεύει ... . Ο παραπάνω αγοραστής Φ. Π. στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-3-1976 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας. που μεταγράφηκε νόμιμα πώλησε στον Ι. Τ.. και ήδη εφεσίβλητο-εναγόμενο, το παραπάνω τμήμα του αγρού, εμβαδού 2.271,50 τ.μ., που είχε αγοράσει από την μητέρα του εκκαλούντος-ενάγοντος και το εν λόγω ακίνητο κατά τη κτηματογράφηση έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ...
και σύμφωνα με το κτηματολόγιο έχει εμβαδόν 2.271 τ.μ., όσο δηλαδή και το πωληθέν ως άνω τμήμα. Ακόμη, αποδείχθηκε, ότι ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-7-1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας ......... απέκτησε από τον Α. Π., εκτός άλλων ακινήτων, και την κυριότητα ενός αγρού, με αριθμό κτηματολογίου της ΥΔΑΜΚ ..., εμβαδού 9.250 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", της κτηματικής περιοχής Βέροιας, ο οποίος, όπως αναφέρεται στο παραπάνω σύμβολα ι ο, κατά τη γενομένη, στην οριστική διανομή, νέα καταμέτρηση, ευρέθη να είναι εμβαδού 12.750 τ.μ.
και έλαβε αριθμό κτηματολογίου της οριστικής διανομής ..., συνόρευει δε γύρωθεν κατά τον τίτλο κτήσης με τα υπ' αριθμ. ... (κληροτεμάχιο 1915), 2276 Σ. Β. (κληροτεμάχια ... και ...), ... Δ. Λ. (κληροτεμάχιο ...) του κτηματολογίου της ΥΔΑΜΚ ακίνητα και με δρόμο. Ο Α. Π. είχε αποκτήσει το ανωτέρω ακίνητο εξ αγοράς δυνάμει του υπ' αριθμ. 644/1961 τίτλου κυριότητας (παραχωρητήριο) του Υπουργείου Οικονομικών-Γενικής Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού-Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ), που μεταγράφηκε νόμιμα ... .
Στο ως άνω συμβόλαιο αγοράς (υπ' αριθμ. .../27-7-1972) αναφερόταν, ότι από την ανωτέρω έκταση των 12.750 τ.μ. απαλλοτριώθηκε υπέρ του Δημοσίου προς διάνοιξη της Εγνατίας οδού έκταση εμβαδού 7.045 τ.μ. και έτσι δημιουργήθηκαν δύο τμήματα αγρών, το ένα εμβαδού 5.000 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Β., δυτικά με ιδιοκτησία Β.
Μ. και Ε. Τ., βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Τ. και νότια με το απαλλοτριωθέν υπέρ του Δημοσίου τμήμα της ιδιοκτησίας Α. Π. και το έτερο 705 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν, ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Β. Β., βόρεια με το απαλλοτριωθέν υπέρ του Δημοσίου τμήμα της ιδιοκτησίας Α. Π. και νότια με αγροτικό δρόμο και ρέμα.
Πλην όμως αποδείχθηκε ότι η παραπάνω έκταση των 7.045 -τ.μ. δεν χρησιμοποιήθηκε ολόκληρη για την απαλλοτρίωση. Έτσι προέκυψε το επίδικο ακίνητο του εφεσίβλητου-εναγομένου, εμβαδού κατά το κτηματολόγιο 8.543 τ.μ., το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ ... . Από το τελευταίο αυτό ακίνητο ο εκκαλών-ενάγων διεκδικεί έκταση εμβαδού 4.222 τ.μ., ισχυριζόμενός ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του.
Ειδικότερα ο εκκαλών-ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εφεσίβλητος- εναγόμενος κατ έλαβε τμήμα του ακινήτου του εμβαδού 4.222 τ.μ., ... πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω -τμήμα του ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που στο κτηματολόγιο έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία του εφεσίβλητου- εναγομένου, ανήκει στη κυριότητα του εκκαλούντος-ενάγοντος, καθόσον σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης του αυτός κατέστη κύριος σε αγρό εμβαδού 5.728,50 τ.μ.
και όχι 9.950 τ .μ., όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-ενάγοντος ότι το ακίνητο, που αγόρασε η μητέρα του δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1960 συμβολαίου αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας Αντωνίου Σαρρηκωστή, ήταν 8 τουρκικά στρέμματα και είχε συνολική έκταση 17.250 τ.μ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι στο παραπάνω συμβόλαιο, στην πρώτη σελίδα, στους δύο τελευταίους στίχους αναφέρεται επί λέξει η έκταση αυτού ως "στρεμμάτων δεκαδικών οκτώ περίπου", όπως επίσης και στον αρχικό τίτλο του απώτερου δικαιοπαρόχου της μητέρας του, ήτοι στον υπ' αριθμό 65/9-5-1957 τίτλο κυριότητας της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ), αναφέρεται ως έκταση αυτή των 8 στρεμμάτων, αλλά και στο υπ' αριθμ. .../27-9- 1966 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας Θωμά Καλλιμπάκα, με το οποίο η μητέρα του πώλησε στο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου-εναγομένου Φ.
Π. το τμήμα των 2.271,50 τ.μ. (που ακολούθως περιήλθε στον εναγόμενο), ρητά αναφέρεται ότι το πωλούμενο ακίνητο-αγρός είναι τμήμα αγρού "εκτάσεως στρεμμάτων δεκαδικών του όλου οκτώ (8)".Δηλαδή, σε όλους τους προαναφερθέντες τίτλους ρητά αναφέρεται ότι το αρχικό ακίνητο, τμήμα του οποίου περιήλθε στον εκκαλούντα-ενάγοντα με την ως άνω κατακυρωτική έκθεση, έχει έκταση οκτώ (8) δεκαδικά στρέμματα και σε καμία περίπτωση τα εν λόγω προσδιοριζόμενα ως "δεκαδικά" στρέμματα μπορεί να εκληφθεί ότι αναφέρονται σε παλαιά τούρκικα στρέμματα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών-ενάγων, προκειμένου να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του ότι η έκταση που του ανήκει ανέρχεται σε 9.950 τ.μ.
αντί των 5.728 τ.μ., που πράγματι περιήλθε σ' αυτόν, ενόψει μάλιστα του ότι ο αρχικός τίτλος παραχώρησης του ακινήτου προς τον αρχικό δικαιοπάροχο του ενάγοντος Δ. Λ., εκδόθηκε από υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, τη, κατά το έτος 1957, σε χρόνο που η μέτρηση των εκτάσεων γινόταν σε δεκαδικά στρέμματα και όχι σε παλαιά τουρκικά και είναι αδιανόητο ως μονάδα μέτρησης να λαμβάνεται το τούρκικο στρέμμα 43 έτη μετά την κατά το έτος 1914 απελευθέρωση της Μακεδονίας.
Έτσι αποδεικνύεται πλήρως ότι το αρχικό ακίνητο-είχε έκταση 8 δεκαδικών στρεμμάτων και δεν πρόκειται για τούρκικα στρέμματα (που κατά τον εκκαλούντα μάλιστα υπολογίζεται σε 2.000 τ.μ. κατά στρέμμα) . Αντίθετη από τα παραπάνω κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στο ότι στο προσκομιζόμενο κτηματολογικό πίνακα του αγροκτήματος Βέροιας της οριστικής διανομής του 1931 αναφέρεται ότι το υπ' αριθμ. ...
ακίνητο -άμπελος ιδιοκτησίας της Εθνικής Τράπεζας έχει έκταση 12.750 τ.μ., με κάτοχο Δ. Λ., αφού η έκταση του εν λόγω ακίνητου με αριθμό κτηματολογίου της ΥΔΑΜΚ ..., που παραχωρήθηκε στον Δ. Λ. ρητά προσδιορίζεται σε 8 στρέμματα, καθόσον από κανένα στοιχείο αποδείχθηκε ότι η αναφερόμενη στο ως άνω πίνακα έκταση των 12.750 τ.
μ. είναι και η πραγματική έκταση του πωληθέντος στον Δ. Λ. ακινήτου, με αριθμό κτηματολογίου της ΥΔΑΜΚ ... . Είναι φανερό ότι το αναφερόμενο ως ... ακίνητο στον κτηματολογικό πίνακα της οριστικής διανομής του έτους 1931, εκτάσεως 12.750 τ.μ., περιλαμβάνει αφ' ενός μεν το υπ' αριθμ. ΑΚ ... ακίνητο, ολικής εκτάσεως 9.250 τ.μ., που μεταβιβάσθηκε από την ΥΔΑΜΚ στον απώτερο δικαιοπάροχο του εναγόμενου Α.
Π., αφ' ετέρου δε το υπόλοιπο τμήμα των 3.500 τ.μ., το οποίο ακολούθως μαζί με το υπ' αριθμ. ... ακίνητο, εκτάσεως 4.500 τ.μ., το οποίο εμφανίζεται στο χάρτη της οριστικής διανομής ως έχον πρόσοψη καθ' όλη τη βόρεια πλευρά του στην αγροτική οδό, αποτέλεσε το υπ' αριθμ. ΑΚ ... ακίνητο, εκτάσεως 8 στρεμμάτων, που μεταβιβάσθηκε από την ΥΔΑΜΚ στον απώτερο δικαιοπάροχο του εκκαλούντος Δ.
Λ.. Η κρίση αυτή, ότι δηλαδή το ΑΚ ... ακίνητο, εκτάσεως 8 στρεμμάτων, αποτελείται από ολόκληρο το ... ακίνητο και το τμήμα των 3.500 τ.μ. εκ του ... ακινήτου, όπως αυτά εμφαίνονται στο προσκομιζόμενο και επικαλούμενο χάρτη της οριστικής διανομής, ενισχύεται και από το ότι ΑΚ ... ακίνητο φέρεται κατά τα περιγραφόμενα όρια του στον υπ' αριθμ. 65/11957 τίτλο κυριότητας καθ' όλη τη βόρεια πλευρά του να συνορεύει με δημόσιο δρόμο, κατά δε τον υπ' αριθμ. 644/1961 μεταγενέστερο τίτλο το ΑΚ ..., εκτάσεως 9.250 τ.μ., κατά τη βόρεια πλευρά του συνορεύει με το ΑΚ ...
ιδιοκτησίας Δ. Λ., στον οποίο και είχε προηγούμενα κατά το έτος 1957 μεταβιβασθεί το εν λόγω ακίνητο. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς η έκταση των ακινήτων, που περιήλθαν στους διαδίκους και ότι ο εκκαλών δεν απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο στο τμήμα εμβαδού 4.222 τ.μ., όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά αντίθετα αυτό περιλαμβάνεται στον τίτλο και στην ιδιοκτησία του εφεσίβλητου με αριθμό ΚΑΕΚ ... ... .
Περαιτέρω, προέκυψε όχι ο εκκαλών- ενάγων κατ έθεσε ένσταση στον ΟΚΧΕ, επειδή είχε αναγραφεί ως δικαιούχος στο 50% εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου του εμβαδού 5.728 τ.μ., η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 289/2002 απόφαση και αναγράφηκε -κύριος του ακινήτου αυτού κατά πλήρη κυριότητα, το οποίο όπως προειπώθηκε απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ. .../17-3- 1989 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Βέροιας Στυλιανού Ελευθεριάδη, δόθηκε νέος ΚΑΕΚ σ' αυτό, ήτοι ο ...
και αποτυπώθηκε το σχήμα του με εμβαδόν 5.728 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο από 12-11-2008 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, που ο ίδιος ο εκκαλών-ενάγων επικαλείται και προσκομίζει. Το ότι στην παραπάνω απόφαση επί της ένστασης κα ι κατά τα αναφερόμενα στην εισήγηση, που έγινε δεκτή, αναφέρεται ότι διορθώνεται το σχήμα του ακινήτου και ότι αυτό έχει έκταση 9.950 τ.μ., σύμφωνα με το προσκομισθέν από τον εν ιστάμενο (ήδη εκκαλούντα) στην επιτροπή τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου και στο απόσπασμα του προσωρινού διαγράμματος αποτυπώνεται διαφορετικό σχήμα και έκταση από τα αναγραφόμενα στο οριστικό ως άνω από 12-11-2008 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, δεν αποδεικνύει ότι ο εκκαλών είναι κύριος και της επί πλέον των 5.728 τ.μ.
έκτασης, όπως εσφαλμένα αυτός υπολαμβάνει, αφού όπως προεκτέθηκε, το εμβαδόν και το σχήμα του ακινήτου του είναι τελικά αυτό που αποτυπώνεται οριστικά στο προαναφερθέν απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος. Πρέπει δε να λεχθεί ότι και ο εφεσίβλητος-εναγόμενος υπέβαλε ένσταση στο κτηματολόγιο, διότι αναφερόταν σ' αυτό ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
και όχι αποκλειστικός κύριος αυτού (100%), όπως ισχύει βάσει του παραπάνω τίτλου κτήσης του (υπ' αριθμ. .../27-7-1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας Δημητρίου Μανωλίδη), η οποία έγινε δεκτή και διορθώθηκε στο κτηματολογικό φύλλο αυτή η λανθασμένη εγγραφή ... . Συνακόλουθα, με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα των 4.222 τ.μ.
περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας του εφεσίβλητου-εναγόμενου και ως εκ τούτου κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο είναι ο τελευταίος και όχι ο εκκαλών-ενάγων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρεται το επίδικο ως ανήκον στον αναιρεσίβλητο, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ίδιο ακίνητο, δικαίωμα που απέκτησε παραγώγως, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του το αποδώσει και να διορθωθεί η ανακριβής αυτή εγγραφή, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του αντιδίκου του και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ότι ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, καθ' όσον τούτο δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας αυτού, αλλά περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας του εναγομένου ο οποίος κατέστη παραγώγως κύριος του επιδίκου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις ίδιες διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει με τους πρώτο μέχρι και δωδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή και την από τον αρ. 19του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι κατά το υπόλοιπο μέρος τους, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο και είναι κατά τον τελευταίο αντίθετα με το αποδεικτικό υλικό, είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον με αυτούς πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Με το υπόλοιπο μέρος του ένατου και ενδέκατου λόγων της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος 1) δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρός του κατά τα εκτιθέμενα στον ένατο λόγο και 2) δεν έλαβε υπόψη την 289/2002 απόφαση του Εθνικού Κτηματολογίου με τον ενδέκατο λόγο.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο ένατος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Ο ενδέκατος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον η απόφαση του Εθνικού Κτηματολογίου δε συνιστά αποδεικτικό μέσον κατά την έννοια του αρ. 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Επειδή ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της. Με το δέκατο τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πλην όμως οι αντιφάσεις που αναφέρονται στο λόγο αυτό σχετικά με την απόρριψη της αγωγικής βάσης που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία δεν ιδρύουν τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, αφού δεν αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Επειδή κατά το άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ. τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται σε περίπτωση που απορριφθεί σε βάρος του διαδίκου που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176-182 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή, Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας.
Επομένως η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Με το δέκατο τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογίας ως προς την καταδίκη του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου ποσού 2.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η καταψήφιση της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του διαδίκου, που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.), ενώ ο καθορισμός του ποσού της δικαστικής δαπάνης, αναγόμενος σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι αναιρετικά ανέλεγκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1056/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ