Legislator Case Law & Legislation
1176/2012 AI generated

1176/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1176/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1176/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και όταν, από όσα το δικαστήριο ανελέγκτως εδέχθη, δεν διευκρινίζεται εάν στην δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια της ανωτέρω φύσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, προσδιορίζεται η εφαρμογή ή όχι των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1176 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1176/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Σ. ή Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2α. Γ.-Α. Ρ. του Χ. και Α., 2β. Ε. συζ. Γ.-Α. Ρ. του Χ. και Α., το γένος Σ. Σ. ή Μ. ως νομίμων εκπροσώπων του ανηλίκου τέκνου τους Σ.-Σ. Ρ. του Γ.-Α., των οποίων ασκούν την γονική μέριμνα, κατοίκων Ιωαννίνων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μανιάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-12-2004 και από 6-9-2006 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 452/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο λόγο.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο εάν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, βάσει των παραδοχών του στην συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφήρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Περαιτέρω, οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως (ΟλΑΠ 590/1968, 246/1970).

Η δε έννοια της δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου της δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλ' εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων με ερμηνεία του περιεχομένου τους χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας, εφ' όσον αυτά τείνουν στην διασάφηση της βουλήσεως.

Η καθεμία δε από τις προαναφερόμενες διατάξεις συμπληρώνει την άλλη στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως. Και η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος, και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη διάταξη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, εφ' όσον διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως και εάν παραλείψει να το πράξει ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 26/2004).

Ακόμη, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, εάν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχον οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και όταν, από όσα το δικαστήριο ανελέγκτως εδέχθη, δεν διευκρινίζεται εάν στην δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια της ανωτέρω φύσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, προσδιορίζεται η εφαρμογή ή όχι των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Ε. σύζ. Γ. Σ. και την αδελφή της Α. Μ. του Σ., παραχωρήθηκε κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Πεδινής Ιωαννίνων αγροτικός και οικοπεδικός κλήρος και εκδόθηκε στη συνέχεια το .../1958 παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Επικοισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (Τομ. ...

και αριθ. μεταγρ. 17). Μεταξύ των κληροτεμαχίων που περιήλθαν σαυτές είναι και ένα αγροτεμάχιο στη θέση "Χιονιάσα" της κτηματικής περιφέρειας Πεδινής, με αριθμό 1012, έκτασης 3750 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Γ. Σ., Σ. Μ., Ε. Σ. και δημοτική έκταση (μουσιά). Με τον ανωτέρω τρόπο οι δύο προαναφερόμενες έγιναν συγκύριες κατ' ίσο ιδανικό μερίδιο του κλήρου και του συγκεκριμένου κληροτεμαχίου.

Οι ανωτέρω κληρούχες με το .../1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κίμωνος Τζάλλα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τόμ. ... και αριθ. μεταγ. 30) διένειμαν τα ακίνητα που ανήκαν στη συγκυριότητά τους. Με τη διανομή το ανωτέρω περιγραφόμενο 1012 κληροτεμάχιο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της Ε.

συζ. Γ. Σ.. Η τελευταία με το .../6.9.1969 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κίμωνος Τζάλλα, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμ. ... και αριθ. 79), μεταβίβασε λόγω δωρεάς ποσοστό 2000/3750 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω κληροτεμαχίου στην κόρη της Μ. συζ. Η. Τ.. Στη συνέχεια με το .../8.8.1970 συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου μεταβίβασε στο γιο της Β.

Σ., λόγω δωρεάς, το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό, κατά το οποίο εξακολουθούσε να παραμένει συγκυρία του ίδιου ακινήτου μετά την ανωτέρω μεταβίβαση προς την κόρη της. Ειδικότερα, σύμφωνα με το συμβόλαιο τούτο "η δωρήτρια (Ε. συζ. Γ. Σ.) έχει εις την άμεσον και αποκλειστικήν και αδιαφιλονείκητον αυτής κυριότητα, νομήν και κατοχήν και εκ διανομής δυνάμει του υπ' αριθ. .../69 διανεμητηρίου συμβολαίου, μεταγεγραμμένου εις τα βιβλία μεταγραφών Ιωαννίνων εν τόμω ...

και αριθ. 30, το ήμισυ (1/2) αδιαιρέτως εκ του υπ' αριθ. 1012 κληροτεμαχίου εις θέσιν "Χιονιάσα" ολικής εκτάσεως τριών χιλιάδων επτακοσίων πεντήκοντα τετρ. μέτρων (3750 μ2) οριζομένου γύρωθεν και εν όλω με ιδιοκτησίαν Γ. Σ., Σ. Μ., Ε. Σ. και με κοινοτική μουσιάν αγροτικής περιφερείας κοινότητος Πεδινής ... Ήδη ο δωρητής το προπεριγραφέν ακίνητον κτήμα μετά των συστατικών και παραρτημάτων της ήτοι το αδιαίρετον ήμισυ (1/2) και μεθ' όλων των επ' αυτής δικαιωμάτων ..., δωρείται δια δωρεάς εν ζωή ισχυράς και αμετακλήτου παραιτούμενος άμα από του δικαιώματος της προσβολής και διαρρήξεως της παρούσης δωρεάς δι' οιονδήποτε λόγον και αιτίας, προς τον δωρεοδόχον της υιόν Β.

Γ. Σ.". Στο ανωτέρω συμβόλαιο εκφράζεται ρητά και με σαφήνεια η δήλωση της δωρήτριας για τη μεταβίβαση στο δωρεοδόχο του ενός δευτέρου (1/2) του περιγραφόμενου ακινήτου. Ειδικότερα γίνεται ακριβής περιγραφή του όλου ακινήτου, αποκτηθέντος με βάση το αναφερόμενο συμβόλαιο διανομής, αναφέρεται ότι η δωρήτρια από το ακίνητο τούτο έχει στη συγκυριότητά της μόνο το ήμισυ (1/2) αδιαιρέτως και τούτο δηλώνεται καθόσον ήδη με το .../6.9,1969 δωρητήριο συμβόλαιο είχε μεταβιβάσει στην κόρη της Μ.

Τ. ποσοστό μεγαλύτερο του μισού (2000/3750), καθώς επίσης ότι το ποσοστό κατά το οποίο είναι συγκυρία μεταβιβάζει στο δωρεοδόχο, χωρίς να κρατεί κάποιο ιδανικό μερίδιο για τον εαυτό της. Έτσι, δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία περί της βουλήσεως της δωρήτριας σχετικά με το ποσοστό κυριότητας του ακινήτου το οποίο θέλησε να μεταβιβάσει στο δωρεοδόχο, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής του Δικαστηρίου στις γενικές ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση αυτής.

Το γεγονός ότι η συνολική έκταση του κληροτεμαχίου ήταν 3750 τ.μ. και μετά τη μεταβίβαση το έτος 1969 ποσοστού 2000/3750 προς την Μ. Τ., ήτοι μεριδίου μεγαλύτερου του ημίσεως εξ αδιαιρέτου, δεν απέμεινε στη δωρήτρια το ήμισυ του κληροτεμαχίου, αλλά μικρότερο ποσοστό και συγκεκριμένα 1750/3750, ενώ το ήμισυ ανέρχεται σε 1875/3750, και η παρά ταύτα αναφορά στο συμβόλαιο ότι μεταβιβάζεται προς το δωρεοδόχο το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, δεν προσδίδει ασάφεια ή αμφιβολία σχετικά με το ποσοστό το οποίο θέλησε να μεταβιβάσει η δωρήτρια στο δωρεοδόχο.

Η μόνη συνέπεια αυτού είναι η μη μεταβίβαση του ημίσεως του ακινήτου αλλά του πραγματικού ποσοστού κατά το οποίο παρέμεινε συγκυρία μετά την αρχική μεταβίβαση και μάλιστα ούτε και έναντι της Μ. Τ. θα μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία, δεδομένου ότι είναι σαφείς οι θελήσεις σχετικά με τις μεταβιβάσεις. Το προαναφερόμενο .../1970 συμβόλαιο με το οποίο μεταβιβάζεται στον Β.

Σ. το υπόλοιπο ακίνητο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 233 και αρ. 62 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων και από της μεταγραφής αυτού ο ανωτέρω δωρεοδόχος κατέστη συγκύριος του ακινήτου, κατά το ποσοστό που έλαβε από την κυρία αυτού. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού έκρινε ότι υπήρξε σαφής δήλωση της δωρήτριας στο ένδικο συμβόλαιο και δεν ήταν αναγκαίο να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για τη διαπίστωση της βούλησης αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο πρώτος λόγος δε της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η Ε. συζ. Γ. Σ. με το .../28.12.1971 συμβόλαιο δωρεάς του προαναφερόμενου Συμβολαιογράφου, μεταβιβάζει στον γιο της Σ. Σ., το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω περιγραφέντος ακινήτου. Κατά τη διατύπωση του συμβολαίου αυτού η Ε. Σ. δωρήτρια, έχει στην άμεσο, αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου εκ του 1012 κληροτεμαχίου στη θέση "Χιονιάσα", ολικής εκτάσεως τριών χιλιάδων επτακοσίων πεντήκοντα τετραγωνικών μέτρων (3750 μ2) συνορευόμενου γύρωθεν και εν όλω με ιδιοκτησίες Γ.

Σ., Σ. Μ., Ε. Σ. και κοινοτική μουσιά και τούτο μεταβιβάζει λόγω δωρεάς στο γιο της Σ. Σ. ή Μ.. Εξάλλου, με το .../21.7.1972 συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου διορθώνεται το προηγούμενο συμβόλαιο καθόσον όπως σαυτό αναγράφεται, εσφαλμένα γράφτηκε ότι με εκείνο δωρήθηκε στο Σ. Σ. ή Μ. το αδιαίρετο ήμισυ (1/2) εκ του 1012 κληροτεμαχίου, ενώ δωρήθηκε αδιαίρετο ποσοστό μόνο 875 μ2, δεδομένου ότι ήδη δωρήθηκε στη Μ.

Τ. με το .../1969 δωρητήριο συμβόλαιο ποσοστό 2000 μ2 από το ακίνητο αυτό. Είναι φανερό ότι με το .../1971 συμβόλαιο, όπως αυτό διορθώθηκε με το .../1972 συμβόλαιο, μεταβιβάζεται τμήμα του ακινήτου 1012 κληροτεμαχίου. Όμως, εκ του κληροτεμαχίου αυτού, επιφάνειας 3750 τετρ. μέτρων, μεταβιβάστηκε στη μεν Μ. Τ. αδιαίρετο ποσοστό 2000/3750 και στον Γ.

Σ. αδιαίρετο ποσοστό 1750/3750. Μ' αυτές τις μεταβιβάσεις η αρχική κυρία του κληροτεμαχίου εκποίησε το δικαίωμα κυριότητας που είχε σ' αυτό και πλέον δεν είχε κατά το χρόνο που κατάρτισε το .../1971 δωρητήριο συμβόλαιο δικαίωμα να μετάγει στο δωρεοδόχο γιο της Σ. Σ. ή Μ.. Η κατάρτιση αυτών των συμβολαίων οφείλεται πιθανώς στην εμμονή του Σ.

Σ. ή Μ. να λάβει τμήμα του ακινήτου αυτού, καθόσον ενώ η μητέρα του Ε. συζ. Γ. Σ. είχε ήδη μεταβιβάσει ολόκληρο το ποσοστό που είχε απομείνει στην κυριότητά της στο γιο της Β., μεταβιβάζει το ίδιο ποσοστό ένα χρόνο αργότερα και στο γιο της Σ.. Εάν άλλωστε ήθελε να μεταβιβάσει το ακίνητο στα δύο αυτά τέκνα της θα κατάρτιζε ταυτόχρονα το δωρητήριο συμβόλαιο, καθόσον δεν προέκυψε αδυναμία σύγχρονης μεταβίβασης σ' αυτούς.

Εξάλλου, στο συμβόλαιο δωρεάς προς τον Σ. δεν γίνεται αναφορά για τη μεταβίβαση μέρους προς τον Β., παρά μόνο για τη μεταβίβαση προς τη Μ. Τ., μολονότι το τμήμα που διορθώνεται με το δεύτερο αφορά σφάλμα που έχει επίδραση στο μεταβιβαζόμενο στον Β. ποσοστό και όχι σε κείνο της αδελφής τους. Περαιτέρω δε η αναφορά στα δύο δωρητήρια συμβόλαια, ήτοι στα .../1970 και .../1971, σχετικά με το δικαίωμα που είχε και μεταβιβάζει η Ε.

συζ. Γ. Σ., είναι ακριβώς όμοια και συνεπώς εφόσον πραγματικά είχε υπάρξει εσφαλμένη διατύπωση ως προς το τι ακριβώς μεταβιβάζεται, τέτοιο λάθος θα είχε γίνει όχι μόνο στο συμβόλαιο προς το Σ., αλλά και στο συμβόλαιο μεταβιβάσεως προς τον Β.. Όμως, δεν επιχειρήθηκε διόρθωση και του .../1970 συμβολαίου, ενώ τούτο θα ήταν λογικό, εάν πραγματικά η Ε.

Σ. είχε σκοπό να μεταβιβάσει αυτοβούλως τμήμα του ακινήτου και στα δύο τέκνα της. Έτσι, παρά το ότι πείστηκε αυτή και κατάρτισε το παραπάνω συμβόλαιο δωρεάς προς τον Σ. Σ. ή Μ. δεν κρίνεται ότι παρέδωσε σ' αυτόν τη νομή ιδανικού μεριδίου ή και τη χρήση συγκεκριμένου τμήματος του ανωτέρω κληροτεμαχίου. Άλλωστε, η Ε.

μεταβίβασε στην κόρη της Μ. Τ. αδιαίρετο μερίδιο του επίδικου ακινήτου, όμως διαιρετό κατά χρήση τμήμα αυτού και συγκεκριμένα, ενόψει της επικλινούς μορφής του, το τμήμα που βρίσκεται ψηλότερα. Με τη μεταβίβαση που επακολούθησε προς το γιο της Β. μεταβίβασε το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο και τη χρήση του υπόλοιπου διαιρετού τμήματος.

Δεν προκύπτει ότι και μετά τη μεταβίβαση προς το Β. είχε κρατήσει τη χρήση τμήματος του ακινήτου αυτού. Έτσι, παρά τη δωρεά που τελικά κατάρτισε προς το γιο της Σ., δεν είχε κυριότητα, αλλά ούτε και νομή στο ακίνητο αυτό για να μεταβιβάσει στον τελευταίο, αλλά ούτε και τμήμα τη χρήση του οποίου να παραχωρήσει σ' αυτόν.

Ούτε βέβαια προκύπτει ότι μετά την κατάρτιση του .../1971 συμβολαίου δωρεάς προς τον Σ. έγινε μεταξύ των αδελφών ή από τη μητέρα τους διανομή της χρήσης του υπόλοιπου τμήματος του κληροτεμαχίου. Κατ' ακολουθία μ' αυτό το συμβόλαιο ο τελευταίος δεν απόκτησε συγκυριότητα στο 1012 κληροτεμάχιο. Εξάλλου, ο Β. Σ. από το έτος 1965 είχε μεταβεί ως οικονομικός μετανάστης στη Γερμανία για εργασία.

Το αμπέλι που υπήρχε στο 1012 κληροτεμάχιο και ειδικότερα στο τμήμα που κατά χρήση είχε παραχωρηθεί στο Β. Σ., εκμεταλλευόταν ο αδελφός του Σ. Σ. ή Μ.. Ο τελευταίος αναγνώριζε το δικαίωμα του αδελφού του στο ακίνητο. Μάλιστα κατατίθεται από τους μάρτυρες ότι κατά τις επισκέψεις του Β. Σ. με άδεια στην Ελλάδα ο αδελφός του Σ.

έδινε σ' αυτόν κρασί και τσίπουρο που παρασκεύαζε από τα σταφύλια τα οποία συνέλεγε από το αμπέλι αυτό. Το αμπέλι αυτό όπως από όλους τους μάρτυρες κατατίθεται καταστράφηκε λόγω φυλλοξήρας. Σχετικά με το χρόνο που συνέβη τούτο υπάρχει διχογνωμία στους μάρτυρες. Άλλοι μεν καταθέτουν ότι τούτο είχε καταστραφεί πριν από τις μεταβιβάσεις που προαναφέρθηκαν, δηλαδή περίπου το έτος 1967, άλλοι προσδιορίζουν την καταστροφή του μέχρι το έτος 1980.

Προσκομίζεται το βασιλικό διάταγμα της 27.2./24.3.1954 με το οποίο είχε κηρυχθεί η περιοχή φυλλοξηριώσα, όμως από τους μάρτυρες με ασφάλεια προκύπτει ότι το αμπέλι αυτό απέδιδε καρπό περίπου μέχρι το έτος 1980. Από το έτος 1980 ουδείς άσκησε οποιαδήποτε πράξη φυσικής εξουσιάσεως στο ακίνητο τούτο, δεδομένου ότι μετά την καταστροφή της αμπέλου το ακίνητο δεν καλλιεργήθηκε αλλά αφέθηκε και σ' αυτό φύτρωσαν σε ολόκληρη την έκτασή του αυτοφυή δένδρα, κυρίως βελανιδιές και πουρνάρια, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες και μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται το επίδικο.

Από τις φωτογραφίες αυτές σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει σαφώς ότι μετά την καταστροφή της αμπέλου δεν ασκήθηκαν υλικές πράξεις φυσικής εξουσιάσεως σ' αυτό. Οι μάρτυρες που εξετάστηκαν από τους εναγόμενους της πρώτης αγωγής και τον ενάγοντα της δεύτερης τούτων στην εμφανή προσπάθεια τους να εναρμονιστούν με τους ισχυρισμούς αυτών, καταθέτουν ότι επί τριάντα τρία χρόνια οι ίδιοι αλλά και ο Β.

Σ. έβλεπαν μέσα στο επίδικο τον Σ. Σ., όμως τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού από το έτος 1980 είχε καταστραφεί το αμπέλι και είχε εγκαταλειφθεί η εκμετάλλευση τούτου. Επίσης, αναφέρουν ότι το επίδικο ο Σ. Σ. εκμεταλλεύονταν και με άλλες καλλιέργειες, ανακριβώς βέβαια αφού ούτε η σύζυγός του κατέθεσε για ενέργεια τέτοιων πράξεων.

Έτσι και να άσκησε για δικό του λογαριασμό πράξεις νομής ο Σ. Σ. ή Μ. στο επίδικο, αυτές ασκήθηκαν μέχρι το έτος 1980, μετά δε εγκατέλειψε τούτο. Το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι μετά το χρόνο αυτό ασκήθηκε οποιαδήποτε πράξη νομής σ' αυτό το ακίνητο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αυτός δεν απέκτησε συγκυριότητα στο παραπάνω 1012 κληροτεμάχιο, ούτε με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι, εκτός των άλλων, δεν επικαλείται βασική προϋπόθεση για την απόκτηση μ' αυτό τον παράγωγο τρόπο του δικαιώματος κυριότητας, ήτοι καλής πίστης στη νομή αυτού, αλλά και γιατί δεν συμπληρώνεται ο αξιούμενος χρόνος της δεκαετούς νομής, ούτε όμως και με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1971, που, κατά τους ισχυρισμούς των διαδόχων του, απέκτησε τη νομή του επιδίκου, μέχρι το έτος 1980, δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη εικοσαετία στη νομή.

Σύμφωνα με όλα όσα έγιναν δεκτά, η αγωγή του Β. Σ., η οποία είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωσή της στο νόμο, μη συνεπαγομένης αοριστίας της κατά τ' ανωτέρω αναφοράς ότι η δωρήτρια του μεταβίβασε το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, ενώ αυτή δεν είχε στην κυριότητά της τέτοιο ποσοστό, καθόσον αποτελεί ζήτημα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το εάν πραγματικά μεταβιβάστηκε το επικαλούμενο ποσοστό ή άλλο, αλλά παραδοχής κατ' ουσίαν της αγωγής μόνο κατά το ιδανικό μερίδιο που πράγμα που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν, είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν, ενώ η ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο κατά ποσοστό 875/3750 που πρόβαλαν οι εναγόμενοι στην πρώτη αγωγή είναι αβάσιμη καθώς επίσης αβάσιμη είναι και η δεύτερη αγωγή, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η κτήση της κυριότητας του ενάγοντος κατά το ανωτέρω αδιαίρετο μερίδιο επ' αυτού".

Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, διά της παραδοχής ότι αυτός δεν έγινε κύριος της στην αγωγή του περιγραφομένης εδαφικής εκτάσεως και κατά τα σε αυτή αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, κατά τρόπο παράγωγο με το υπ' αριθμ. .../1971 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κίμωνος Τζάλλα.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο ευθέως και εκ πλαγίου παρεβίασε τους ανωτέρω ουσιαστικούς ερμηνευτικούς κανόνες. Ειδικότερα, ενώ εδέχθη ότι στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών με το υπ' αριθμ. .../ 8. 8. 1970 δωρητήριο συμβόλαιο, δια του οποίου η κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων μητέρα τους Ε.

Σ. εδώρησε στον αναιρεσίβλητο το 1/2 εξ' αδιαιρέτου του όλου ακινήτου των 3750 τ.μ., δεν ενεφιλοχώρησε κενό ή αμφιβολία, περί του αληθούς περιεχομένου των δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, και συγκεκριμένα περί του τι ακριβώς μεταβιβάστηκε με το εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο στον αναιρεσίβλητο, στην συνέχεια, για την αποφατική κρίση περί της ανυπαρξίας οποιουδήποτε ποσοστού κυριότητος επί του επιδίκου στο πρόσωπο της ως άνω δικαιοπαρόχου, για να το μεταβιβάσει στον αναιρεσείοντα, μετά τις προηγηθείσες δύο ως άνω μεταβιβάσεις, και ειδικότερα για τον προσδιορισμό της εννοίας της στερεοτύπως σε αμφότερα τα υπ' αριθμ. .../1970 και .../1971 δωρητήρια συμβόλαια, χρησιμοποιουμένης εκφράσεως, προς υποδήλωση του μεταβιβαζομένου στους διαδίκους ποσοστού εξ' αδιαιρέτου (1/2 εξ' αδιαιρέτου του όλου ακινήτου), κατέφυγε στην χρήση πραγματικών επιχειρημάτων, όπως "εάν η δωρεοδόχος μητέρα των διαδίκων ήθελε να μεταβιβάσει στα δύο τέκνα της Β.

και Σ. Σ., θα κατήρτιζε ταυτόχρονα τα δύο δωρητήρια συμβόλαια, καθόσον δεν προέκυψε αδυναμία σύγχρονης μεταβιβάσεως", καθώς και σε άλλα έγγραφα, όπως το .../1972 διορθωτικό συμβόλαιο. Έτσι, στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανακύπτει ασάφεια περί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα περί του εάν τελικώς το Εφετείο, παρά τις αντίθετες σχετικές παραδοχές του, εδέχθη κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών, αναφορικώς με το πραγματικό εννοιολογικό περιεχόμενο της φράσεως "1/2 εξ' αδιαιρέτου επί του ακινήτου", εάν δηλαδή αυτό ( το 1/2) υπολογίζεται επί του συνολικού εμβαδού των 3750 τ.μ.

ή επί του εναπομείναντος υπολοίπου μετά την γενομένη μεταβίβαση των 2.000/3750 τ.μ. εξ' αδιαιρέτου στην θυγατέρα της δωρητρίας Μ. Τ., ήτοι επί των 1750/3750 εξ' αδιαιρέτου. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, είναι βάσιμες. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ.3 του ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 333/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ