1176/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1176/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα. Προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση αυτήν είναι αφενός η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και αφετέρου η κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1176 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1176/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. χας Ι. Σ., το γένος Γ. Μ., 2. Κ. Σ. του Ι., και 3. Ε. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Μαρούπα.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτόπαπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-1991 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Κωνσταντίνου Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/1992 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας λόγω αρμοδιότητας, 60/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και 115/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2009 αίτησή τους και με τους από 31-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι κατά τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 115/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με αυτή το Εφετείο δέχτηκε και κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της συμπροσβαλλομένης 60/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου.
Επειδή, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμη μοίρα) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης, κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχτεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του και υπό την περαιτέρω βέβαια προϋπόθεση ότι ο κληρονομούμενος ήταν κύριος των κληρονομιαίων ακινήτων.
Κατά δε το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα. Προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση αυτήν είναι αφενός η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και αφετέρου η κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου.
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία.
Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.
Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994 ΑΚ, οι οποίες κατά τα άρθρα 1113 και 1884 ΑΚ εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ των συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος, σαφώς προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων, και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εκτός αν εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής το πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό είτε ρητώς, είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφασή του, λάβουν δε γνώση αυτής και οι άλλοι συγκύριοι.
Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κάτοχος του κοινού σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούλησή του αυτή (Ολ.ΑΠ 485/1982).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Στις 4-4-1967 αποβίωσε ο Κ. Σ. του Ι., κάτοικος εν ζωή της κοινότητας ... . Κληρονομήθηκε εκ διαθήκης και δη δυνάμει της .../31-1-1964 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πύργου Παναγιώτη Νικολάου Δημητρακόπουλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 95/11-12-1987 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου των εν Ηλεία Πρωτοδικών.
Κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος, εκτός των άλλων, του εξής ακινήτου: Ενός οικοπέδου μετά των επ' αυτού δύο οικιών, μίας ερειπωμένης και μίας νεόδμητης, ευρισκομένου εντός του χωριού ..., εκτάσεως 2112,85 τ.μ. και συνορευομένου βόρεια επί πλευράς μέτρων 34,80 με κοινοτικά δρόμο, ανατολικά επί πλευράς μέτρων 41,70 με ιδιοκτησία Η.
Σ., δυτικά επί πλευράς μέτρων 83,90 με ιδιοκτησία Κ. Π. και νότια επί πλευράς μέτρων 45,20 με ιδιοκτησία Γ., όπως αυτό ειδικότερα απεικονίζεται στο προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους εφεσιβλήτους από Νοεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Γ. Κ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ με μόνη τη διαφορά, ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα έχουν αναγραφεί λανθασμένα τα όρια προσανατολισμού και, ειδικότερα, με το βορρά στη θέση του νότου, όπως τούτο βεβαιώνεται από όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα αλλά και από τις ομολογίες των διαδίκων, που αναγνωρίζουν ως βόρεια πλευρά του όλου ακινήτου την εφαπτόμενη του δρόμου, όπου έχουν πρόσοψη και οι οικίες.
Κατά το χρόνο σύνταξης της πιο πάνω διαθήκης, επί του παραπάνω ακινήτου ήταν κτισμένη μία διώροφος οικία στο βορειοδυτικό μέρος του όλου. Η οικία αυτή αμέσως μετά τη σύνταξη της διαθήκης, λόγω σεισμού, που έλαβε χώρα στην περιοχή, καταστράφηκε, και παρέμειναν μόνο οι τοίχοι του ισογείου. Τέλος του έτους 1965 ο διαθέτης ανήγειρε επί του οικοπέδου αυτού νέα ισόγεια οικία, όχι στη θέση της παλαιάς αλλά σε χώρο του οικοπέδου ανατολικά της παλαιάς, που αποτελούσε περιβάλλοντα χώρο της παλαιάς οικίας, ξεχωριστό του υπολοίπου οικοπέδου, ενώ την παλαιά οικία μετέτρεψε σε αποθήκη.
Για την ανέγερση της νέας οικίας ο διαθέτης έλαβε δάνειο ύψους 25.000 δραχμών από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστημα …, βοηθήθηκε όμως και από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο γιο του, με τον οποίο και την οικογένειά του (σύζυγο και τρία τέκνα του) διέμενε στην παλαιά οικία αλλά και στη νέα και μέχρι τις 4-4-1967, που αποβίωσε.
Στη συνέχεια στη νέα οικία διέμενε η σύζυγος του διαθέτη Δ. μαζί με τον εναγόμενο και την οικογένειά του, μέχρι το 1970, που αποβίωσε η πρώτη. Η σύζυγος του διαθέτη και ο αναιρεσίβλητος γιος της, το έτος 1968 έλαβαν από κοινού δύο δάνεια από την ίδια πιο πάνω Τράπεζα, ύψους 15.000 και 5.000 δραχμών και αποπεράτωσαν τη νέα οικία και δη κατασκεύασαν προσθήκη κουζίνας.
Από το έτος 1970, που αποβίωσε η σύζυγος του διαθέτη, συνεχώς και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (27-9-1991), στη νέα οικία διέμενε ο εναγόμενος με την οικογένεια του, κατασκεύασε δε το έτος 1990 με δικές του δαπάνες και νέα προσθήκη βεράντας στη νέα οικία. Στο παραπάνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που έχει γίνει με κλίμακα ένα προς διακόσια (1:200) αποτυπώνεται το όλο οικόπεδο και οι διαστάσεις του καθώς και οι οικίες και οι διαστάσεις τους και η θέση τους στο όλο οικόπεδο.
Όπως απεικονίζονται στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, ανατολικά της νέας οικίας και δη ανατολικά του ανατολικού τοίχου αυτής και της νοητής ευθείας προεκτάσεώς του από νότια προς βόρεια μέχρι τον κοινοτικό δρόμο, δηλαδή βορειοανατολικά του όλου, απέμεινε οικοπεδικός χώρος συνολικής έκτασης 83,72 τ. μ. και ειδικότερα πλάτους περίπου 5,20 μέτρων.
Νότια των οικιών και δη νότια του νότιου τοίχου της νέας οικίας και της νοητής ευθείας αυτού ανατολικά και δυτικά, απέμεινε οικοπεδικός χώρος συνολικής έκτασης 1410,50 τ.μ. Ο χώρος που καταλαμβάνουν οι δύο οικίες και ο περιβάλλων αυτές χώρος και ειδικότερα ο περιβάλλων χώρος δυτικά της νέας οικίας και μέχρι το δυτικό όριο, όπου και η παλαιά οικία (σήμερα αποθήκη), και βόρεια της νέας και παλαιάς οικίας, ανέρχεται σε 618,63 τ.μ.
Ο χώρος που καταλαμβάνει η νέα οικία και ο περιβάλλων αυτή χώρος δυτικά και μέχρι τον ανατολικό τοίχο της παλαιάς οικίας (σήμερα αποθήκης) και βόρεια και μέχρι τον κοινοτικό δρόμο, ανέρχεται σε 296,80 τ.μ. Για το παραπάνω ακίνητό του ο διαθέτης με την πιο πάνω διαθήκη του όρισε τα εξής: Τον υιόν μου Ι. (αρχικό ενάγοντα, μετά το θάνατο του οποίου συνεχίζουν τη δίκη ως νόμιμοι κληρονόμοι του οι αναιρεσείοντες) εγκαθιστώ κληρονόμο μου "επί του ημίσεως διαιρετώς και προς το βορειοανατολικόν μέρος του όλου εκ του ανατολικώς της οικίας μου κειμένου εξ ενός και ημίσεως περίπου στρέμματος οικοπέδου μου".
Τον υιόν μου Π. (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) εγκαθιστώ κληρονόμον μου "επί του ετέρου ημίσεως οικοπέδου μου του απομένοντας μετά την μερίδαν του υιού μου Ι. και όπερ φθάνει νοτίως μέχρι του κρημνού". Τον υιόν μου Β. (εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο) και τη σύζυγό μου Δ. εγκαθιστώ ως κληρονόμους μου "επί της λοιπής πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας μου και απαγορεύω στη σύζυγό μου να διαθέσει και μεταβιβάσει δια πάσης πράξεως εν ζωή ή αιτία θανάτου την εξ ακινήτου μερίδαν της ως αύτη περιέλθει μετά τον θάνατόν της εις τον υιόν μου Β.".
Ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων με την πιο πάνω διαθήκη του και με το παραπάνω περιεχόμενο και ως προς το πιο πάνω ακίνητο εκδήλωσε σαφή βούληση να μη διατεθεί στον αρχικό ενάγοντα και στο τρίτο τέκνο του τον Π. η παλαιά οικία και ο περιβάλλων αυτής χώρος, όπου στη συνέχεια αναγέρθηκε από τον ίδιο το διαθέτη και τον εναγόμενο γιο του η δεύτερη (νέα) οικοδομή, που αποπεράτωσε ο τελευταίος και όπου διέμενε έκτοτε επί 25ετία και πλέον, καταλαμβάνουν δε οι δύο αυτές οικίες με τον περιβάλλοντα χώρο τους, οι οποίες και εξαιρέθηκαν και αφέθηκαν με τη διαθήκη στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο και στη μητέρα του ως υπόλοιπη περιουσία του διαθέτη, το 1/3 περίπου του όλου οικοπέδου (618,63 τ.μ.
από τα 2112,85 τ.μ. του όλου), όπως προαναφέρθηκε. Με τα περιστατικά αυτά, το αφεθέν με την πιο πάνω διαθήκη στον αρχικό ενάγοντα και τον τρίτο αδελφό του Π. από τον πατέρα τους ήταν όλο το υπόλοιπο οικόπεδο απ' αυτό που διατέθηκε στον εναγόμενο και την μητέρα του, συνολικής έκτασης όλου του υπολοίπου περίπου ενάμισυ στρέμματος (83,72 τ.μ.
το ανατολικά της νέας οικίας και 1410,50 τ.μ. το νότια των οικιών, όπως προαναφέρθηκε, ήτοι σύνολο και των δύο 1494,22 τ.μ.), ήτοι όσο αναφέρεται και στη διαθήκη, διαιρετώς και ισομερώς κατανεμόμενο μεταξύ τους και με τον αρχικό ενάγοντα να λαμβάνει κατά τη διαθήκη διαιρετώς το ήμισυ και προς το βορειοανατολικό μέρος του όλου και δη, α) από το νότια των οικιών τμήμα το ανατολικό μέρος, με όριο από το δυτικό μέρος που άφησε στον γιο του Π., τη νοητή γραμμή από τον ανατολικό τοίχο της παλαιάς οικίας (σήμερα αποθήκης) από βορρά προς νότο και μέχρι το νότιο μέρος του οικοπέδου, το οποίο τμήμα έχει έκταση 667,36 τετραγωνικά μέτρα, και αποτελεί ουσιαστικά το τμήμα αυτό το βορειοανατολικό μέρος του νότιου τμήματος του όλου, επειδή το μήκος της ανατολικής πλευράς είναι κατά πολύ μικρότερο της δυτικής πλευράς του όλου οικοπέδου και το νοτιοδυτικό μέρος που είναι τριγωνικό εκτείνεται πολύ νοτιότερα του νοτιοανατολικού, και β) ολόκληρο το βορειοανατολικό τμήμα του όλου ανατολικώς του ανατολικού τοίχου της νέας οικίας, που προαναφέρθηκε, το οποίο έχει πλάτος 5,20 μέτρα περίπου και εμβαδόν 83,72 τ.μ., το οποίο αν και αφέθηκε στον αρχικό ενάγοντα προορίσθηκε ως δίοδος των δύο τεμαχίων νότια, για πρόσβασή τους στον κοινοτικό δρόμο.
Τα δύο αυτά τμήματα, που είναι συνεχόμενα και έχουν συνολική έκταση 751,08 τ.μ. (667,36 + 83,72) και ορίζονται βόρεια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Η. Σ., βορειοδυτικά με ανατολικό τοίχο της νέας οικίας του εναγομένου, νοτιοδυτικά και με όριο τη νοητή ευθεία από τον ανατολικό τοίχο της παλαιάς οικίας από βορρά προς νότο, με υπόλοιπο οικόπεδο κληρονομουμένου και νότια με ιδιοκτησία Γ., αφέθηκαν με τη διαθήκη ως κληρονομιά στον αρχικό ενάγοντα.
Δεν αφέθηκε με τη διαθήκη στον αρχικό ενάγοντα το τμήμα, που καταλαμβάνει η νέα οικία και ο πέριξ αυτής χώρος και δη δυτικά αυτής και μέχρι τον ανατολικό τοίχο της παλαιάς οικίας και βόρεια αυτής και μέχρι τον κοινοτικό δρόμο, συνολικής έκτασης 296,80 τ.μ., όπως προαναφέρθηκε, και το οποίο ορίζεται ανατολικά με υπόλοιπο οικόπεδο, που αφέθηκε στον αρχικό ενάγοντα, δυτικά με ανατολικό τοίχο παλαιάς οικίας εναγομένου, βόρεια με κοινοτικό δρόμο και νότια με υπόλοιπο οικόπεδο, που αφέθηκε στον αρχικό ενάγοντα.
Ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος ολοκλήρου του πιο πάνω οικοπέδου μετά των επ' αυτού οικιών, γεγονός που συνομολογεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, δεν ήταν όμως νομέας ολοκλήρου κατά το χρόνο του θανάτου του και δη δεν ήταν νομέας του πιο πάνω τμήματος των 296,80 τ.μ. το οποίο καταλαμβάνει η νέα οικία μετά του πέριξ αυτής δυτικά και βόρεια χώρου, καθόσον αποδείχθηκε, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις του και κατ' εκτίμηση του δικογράφου τους από το Δικαστήριο, ότι ολίγον προ του θανάτου του και δη τέλος του έτους 1965, που ανήγειρε τη νέα οικία, το τμήμα αυτό το μεταβίβασε άτυπα, λόγω δωρεάς εν ζωή στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο γιο του, με τον οποίο διέμενε και του το παρέδωσε κατά νομή και ότι έκτοτε συνεχώς και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το κατείχε ο εναγόμενος με διάνοια κυρίου, ενεργώντας επ' αυτού τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του και ειδικότερα το εξουσίαζε, διέμενε με την οικογένειά του εντός της οικίας, την επεξέτεινε και αποπεράτωσε με δικές του δαπάνες, όπως προαναφέρθηκε, και χρησιμοποιούσε τον πέριξ αυτής χώρο.
Ο αρχικός ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του εκ της παραπάνω δημόσιας διαθήκης του δυνάμει της .../6-11-1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πύργου Παναγιώτη Πάσχου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ολυμπίων στις 6-11-1990 στον τόμο … και με αύξ.
αριθμό 318. Με τη δήλωση αυτή αποδέχτηκε ως περιελθόν σ' αυτόν με την πιο πάνω διαθήκη εκ του πιο πάνω ακινήτου του πατέρα του, το τμήμα του όλου που εκτείνεται ανατολικά του ανατολικού τοίχου της παλαιάς οικίας και επί του οποίου είναι κτισμένη και η νέα οικία και ένα νότια του τμήματος αυτού, συνολικής εκτάσεως των δύο αυτών τμημάτων 750 τ.μ., το οποίο και αποτελεί και το επίδικο και περιγράφεται στην αγωγή ως εξής:
Ενός οικοπέδου εντός του οποίου υπάρχει ισόγεια οικία συνολικής εκτάσεως 750 τ.μ., που βρίσκεται εντός της κοινότητας ... και συνορεύει γύρωθεν, ανατολικά με ιδιοκτησία Η. Σ., δυτικά με παλαιά οικία Β. Σ., νότια με ιδιοκτησία Π. Σ. και βόρεια με κοινοτικό δρόμο. Στο εν λόγω επίδικο και δη στο βορειοδυτικό μέρος του περιέχεται και το τμήμα των 296,80 τ.μ.
που καταλαμβάνει η νέα οικία με τον πέριξ αυτής χώρο δυτικά και βόρεια, το οποίο αναφέρεται και περιγράφεται πιο πάνω, το οποίο όμως με τη διαθήκη δεν αφέθηκε στον αρχικό ενάγοντα και συνεπώς του τμήματος αυτού δεν κατέστη κύριος ο αρχικός ενάγων με την πιο πάνω αποδοχή της κληρονομιάς εκ διαθήκης του πατέρα του, ενώπιον Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ με την αποδοχή αυτή κατέστη κύριος όλου του υπολοίπου επίδικου τμήματος, του οποίου ο πατέρας του ήταν κύριος κατά το χρόνο του θανάτου του και με τη διαθήκη αφέθηκε σ' αυτόν.
Το υπόλοιπο αυτό τμήμα του επιδίκου, του οποίου κατέστη κύριος ο αρχικός ενάγων με τη νόμιμη αποδοχή της κληρονομιάς εκ διαθήκης του πατέρα του, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει έκταση 453,20 τ.μ. (750 - 296,80), αποτελείται από το βορειοανατολικό μέρος (ανατολικά της νέας οικίας), που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Η.
Σ., δυτικά με ανατολικό τοίχο νέας οικίας, βόρεια με κοινοτικό δρόμο και νότια με υπόλοιπο επίδικο και το νότιο μέρος του επιδίκου που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Η. Σ., δυτικά και με όριο τη νοητή ευθεία από τον ανατολικό τοίχο της παλαιάς οικίας από βορρά προς νότο με υπόλοιπο οικόπεδο κληρονομουμένου, βόρεια με βορειοδυτικό τμήμα επιδίκου, που αφέθηκε στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο από τον κληρονομούμενο και με παραπάνω Βορειοανατολικό μέρος του επιδίκου και νότια με υπόλοιπο τμήμα του όλου ακινήτου του κληρονομουμένου, το οποίο αφέθηκε με τη διαθήκη στον αρχικό ενάγοντα, αλλά δεν είναι επίδικο.
Το υπόλοιπο αυτό τμήμα κατείχε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι κατά την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του κληρονομουμένου από τους διαδίκους διαθέτη, ο αρχικός ενάγων έλαβε ως κληρονομιά ακίνητο συνολικής έκτασης 751,08 τ.μ., το οποίο ακριβώς περιέλαβε στη δήλωση αποδοχής του το έτος 1990, ότι όμως από το ακίνητο αυτό δεν αφέθηκε στον αρχικό ενάγοντα τμήμα συνολικής έκτασης 296,80 τ.μ., διότι το τμήμα αυτό κατά το τέλος του έτους 1965 το μεταβίβασε άτυπα, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο υιό του και του το παρέδωσε κατά νομή, ότι ο τελευταίος συνεχώς και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 1994 το κατείχε με διάνοια κυρίου, ενεργώντας επ' αυτού τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του και ότι έτσι ο αρχικός ενάγων με τη δήλωση αποδοχής, το έτος 1990, της κληρονομίας εκ διαθήκης του πατέρα του ενώπιον συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δεν κατέστη κύριος του άνω τμήματος των 296,80 τ.μ., αλλά κατέστη κύριος μόνο του υπολοίπου τμήματος έκτασης (750 - 296,80 τ.μ. =) 453,20 τ.μ.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα κατά τούτο και είχε δεχτεί εν όλω την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον αρχικό ενάγοντα Ι. Σ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσείοντες, κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας των λοιπών, κύριο τμήματος του επίδικου ακινήτου, έκτασης 453,20 τ.μ.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 974, 976, 980, 981, 983, 994 και 1045 ΑΚ, διότι, ενώ δέχτηκε, ότι ο άνω διαθέτης είχε μέχρι το θάνατό του την κυριότητα ολόκληρου του οικοπέδου με τις δύο οικίες, εκτάσεως 2.112,85 τ.μ. και ότι με την δημόσια διαθήκη του έτους 1964 ήθελε να εγκαταστήσει στο ακίνητο αυτό κληρονόμους τα τρία τέκνα του περίπου κατά το 1/3 στον καθένα, στη συνέχεια δέχτηκε ότι ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων με την διαθήκη του εκδήλωσε σαφή βούληση να μη διατεθεί στον αρχικό ενάγοντα τμήμα του οικοπέδου έκτασης 296,80 τ.μ., αλλά αντί του 1/3 έκτασης 750 τ.μ.
ήθελε να λάβει αυτός έκταση μόνο 453,20 τ.μ. Επίσης, έτσι, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του άνω τμήματος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία από τον αναιρεσίβλητο, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογής των άνω διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε κατ' αρχή την παραδοχή, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Κ. Σ. ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του στις 4-4-1967, μεταξύ άλλων ακινήτων, κύριος και του αναφερομένου ακινήτου συνολικής έκτασης 2112,85 τ.μ. και ότι με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε στις 31-1-1964, "το αφεθέν με την πιο πάνω διαθήκη στον αρχικό ενάγοντα και τον τρίτο αδελφό του Π.
από τον πατέρα τους ήταν όλο το υπόλοιπο οικόπεδο απ' αυτό που διατέθηκε στον εναγόμενο και την μητέρα του, συνολικής έκτασης όλου του υπολοίπου περίπου ενάμισυ στρέμματος και σύνολο 1494,22 τ.μ., ήτοι όσο αναφέρεται και στη διαθήκη, διαιρετώς και ισομερώς κατανεμόμενο μεταξύ τους και με τον αρχικό ενάγοντα να λαμβάνει κατά τη διαθήκη διαιρετώς το ήμισυ και προς το βορειοανατολικό μέρος του όλου και δη συνολική έκταση 751,08 τ.μ., που αφέθηκε με τη διαθήκη ως κληρονομιά στον αρχικό ενάγοντα", στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, ότι "ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων με την πιο πάνω διαθήκη του και με το παραπάνω περιεχόμενο και ως προς το πιο πάνω ακίνητο εκδήλωσε σαφή βούληση να μη διατεθεί στον αρχικό ενάγοντα και στο τρίτο τέκνο του τον Π.
η παλαιά οικία και ο περιβάλλων αυτής χώρος" και ότι "δεν αφέθηκε με τη διαθήκη στον αρχικό ενάγοντα το τμήμα, που καταλαμβάνει η νέα οικία και ο πέριξ αυτής χώρος συνολικής έκτασης 296,80 τ.μ. ... και συνεπώς του τμήματος αυτού δεν κατέστη κύριος ο αρχικός ενάγων με την αναφερόμενη αποδοχή της κληρονομιάς εκ διαθήκης του πατέρα του", με την οποία δήλωση αποδοχής ο αρχικός ενάγων είχε αποδεχθεί, σύμφωνα με τη δημόσια διαθήκη του πατέρα του, συνολική έκταση 750 τ.μ.
Ακολούθως, το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καταλήγει, ότι ο αρχικός ενάγων, με τη νόμιμη αποδοχή της κληρονομιάς εκ διαθήκης του πατέρα του, κατέστη κύριος μόνο τμήματος (750 - 296,80 =) 453,20 τ.μ., διότι το υπόλοιπο τμήμα έκτασης 296,80 τ.μ. ο άνω πατέρας του αρχικού ενάγοντος και του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου "ολίγον προ του θανάτου του και δη τέλος του έτους 1965, το μεταβίβασε άτυπα, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο γιο του, με τον οποίο διέμενε και του το παρέδωσε κατά νομή και έτσι έκτοτε συνεχώς και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το 1991 το κατείχε ο αναιρεσίβλητος με διάνοια κυρίου, ενεργώντας επ' αυτού τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του και ειδικότερα το εξουσίαζε, διέμενε με την οικογένειά του εντός της οικίας, την επεξέτεινε και αποπεράτωσε με δικές του δαπάνες και χρησιμοποιούσε τον πέριξ αυτής χώρο", χωρίς να περιλάβει οποιαδήποτε παραδοχή, που να εξηγεί, γιατί ο πατέρας των διαδίκων, που είχε συντάξει το προαναφερθέν σαφές περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης του ήδη από την 31-1-1964, δεν προέβη σε αλλαγή της διαθήκης του μέχρι το θάνατό του στις 4-4-1967 και δη από το έτος 1965, αμέσως μετά την αναφερόμενη δωρεά.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 115/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ