1176/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/2001 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 30/7/2001, 4/9/2001, 4/9/2001, 28/9/2001, 16/10/2001, 19/10/2001, 19/10/2001, 22/10/2001, 18/9/2001, 9/10/2001, 9/10/2001, 15/10/2001, 12/10/2001, 27/11/2001, 17/1/2002, 17/1/2002 και 17/1/2002 αιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Legislator headnote
AI generated1176/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1176 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1176/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) X1, 2) X2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπακόλα, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/2001 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 30/7/2001, 4/9/2001, 4/9/2001, 28/9/2001, 16/10/2001, 19/10/2001, 19/10/2001, 22/10/2001, 18/9/2001, 9/10/2001, 9/10/2001, 15/10/2001, 12/10/2001, 27/11/2001, 17/1/2002, 17/1/2002 και 17/1/2002 αιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 5854/2002 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 28/1/2003 αίτησή τους. Εκδόθηκαν οι 704/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η 31/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου και η 1826/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με τις οποίες έκανε δεκτή την αναίρεση της 5854/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς το ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών με άλλη σύνθεση.
Εκδόθηκε η 8539/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21/3/2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1054/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 8539/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2068/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/9/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 26/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Επομένως, συμφώνως και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει αν εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα, κατά την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
β'του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού (συμφώνως προς τις αυτές, ως άνω διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 461 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν καθώς και ο κανόνας δικαίου, στη ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου αφορούν, και σε τι συνίσταται η παράβαση, διότι άλλως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως αόριστος.
Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α'του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο, με το να καθορίσει την ιδιαιτέρα αποζημίωση, για τα εκτός απαλλοτριώσεως απομείνοντα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, σε ποσοστό 3% επί της πραγματικής αξίας των, καίτοι δέχθηκε ότι αυτά υπέστησαν σημαντική υποτίμηση της αξίας των, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. 1 παρ. 1α του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 13 παρ. 1, 4 του Ν.Δ 797/1971, του Προεδρικού Διατάγματος 24/31-5-1985, καθώς και των ΠΔ/των 209/1998 και 347/1993.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ειδικότερα συνίσταται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά τι δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 εδ.
β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επειδή το Εφετείο προσδιόρισε την αποζημίωση των εκτός απαλλοτριώσεως απομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων στο ασήμαντο ποσοστό 3% επί της αξίας των. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα μη προσδιοριζόμενα, σαφώς, με το αναιρετήριο, διδάγματα της κοινής πείρας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς το ύψος της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως που καθορίσθηκε, και όχι στην ερμηνεία των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' και β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο, με το να δεχθεί ως πραγματική αξία των ακινήτων των αναιρεσειόντων, τα οποία κείνται σε περιαστική περιοχή, γύρω από την ..., το ποσό των 270 ευρώ ανά τμ.
Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ερμήνευσε ψευδώς και εφήρμοσε εσφαλμένως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ. 1 του Ν.Δ 797/1971, ενώ παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο από το έτος 2002 έως το 2006 η αξία των αυξάνετο κατά ποσοστό 13-15%, κατά μέσο όρο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αφορά στην επικαλουμένη παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το, κατά τους αναιρεσείοντες, εννοιολογικό περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, ούτε σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά το μέρος του, δε, που αφορά στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των, ως άνω, διατάξεων ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν.Δ 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001), σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση, για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη γι' αυτήν αποζημίωση του ιδιοκτήτη, μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριούμενο τμήμα.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με τον Ν.2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικώς η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή, ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως, ως προς την τελευταία αυτή ζημία, το παραμένον στον ιδιοκτήτη τμήμα του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...1) Από τις συνεχόμενες υπ' αριθ.
ΚΠ 37 και 37 Α ιδιοκτησίες επί της οδού ..., συνολικού εμβαδού 3.966,93 τ.μ απαλλοτριώνεται έκταση 2.334,98 τ.μ και απομένει έκταση 1.631,95 τ.μ 2) από την υπ' αριθ. Κ.Π 66 ... ιδιοκτησία μη άρτια και οικοδομήσιμη συνολικού εμβαδού 375 τ.μ σε σχήμα τραπεζιού, απαλλοτριώνεται έκταση 219,77 τ.μ. και απομένει έκταση 155 τ.μ. τριγωνικού σχήματος, 3) από την υπ' αριθμ.
ΚΠ 68 ... ιδιοκτησία, άρτια και οικοδομήσιμη, συνολικού εμβαδού 6.297 τ.μ απαλλοτριώνεται έκταση 452,75 τ.μ και απομένει έκταση 5.844,83 τ.μ , η οποία λόγω του εμβαδού της είναι άρτια και οικοδομήσιμη και 4) από την υπ'αριθμ. ΚΠ70 επί παρόδου ... ιδιοκτησία, συνολικού εμβαδού 4.287,43 τ.μ, απαλλοτριώνεται έκταση 1.028,51 τ.μ και απομένει έκταση 3.258,92 τ.μ..
Πρόκειται για επίπεδες εδαφικές εκτάσεις, προερχόμενες από φυσική συνένωση άρτιων και μη άρτιων γεωτεμαχίων εκατέρωθεν της οδού ... στη διασταύρωση αυτής με την οδό ... και με πρόσοψη στη σιδηροδρομική γραμμή ..., ευρισκόμενες σε εκτός σχεδίου αλλά εντός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου και εντός της βιομηχανικής, βιοτεχνικής, εμπορικής ζώνης περιοχής του Δήμου ..., που έχει οικοπεδική χρησιμότητα με επιτρεπόμενη χρήση γης γενικής κατοικίας, το δε επενδυτικό ενδιαφέρον επί της οδού ...επικεντρώνεται κυρίως σε κατασκευές καταστημάτων, εκθέσεων πώλησης ειδών οικοδομής, καθώς και σε υπαίθριους αποθηκευτικούς χώρους.
Κατά το χρόνο κήρυξης της συγκεκριμένης απαλλοτρίωσης η οδός ... ήταν διπλής κατεύθυνσης μεγάλου όγκου κυκλοφορίας και όλες οι ως άνω ιδιοκτησίες των αιτούντων είχαν άμεση πρόσβαση και προβολή σε αυτή. Με την υλοποίηση όμως της απαλλοτρίωσης και την κατασκευή του έργου που αφορά, η οδός ... έχει διαπλατυνθεί και ακριβώς στην πρόσοψη των εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικών τμημάτων των ιδίων ως άνω ιδιοκτησιών των αιτούντων υπερυψώνεται, ανισόπεδη διάβαση ύψους 8μ.
περίπου, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτά να γίνεται πλέον από δευτερεύοντες δρόμους παράπλευρους της οδού ... και να παρακάμπτονται από το κύριο ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού, η οποία συνδέει τα βορειοδυτικά προάστια με την εθνική οδό και με τα βόρεια προάστια της ..., παραμένοντα πλαγίως κάτω της υπερυψωμένης διάβασης.
Η μεταβολή αυτή, που οφείλεται στην εκτέλεση του έργου της συγκεκριμένης απαλλοτρίωσης, επιδρά αρνητικά τόσο στην προβολή, όσο και στην αισθητική των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικών τμημάτων των ανωτέρω ιδιοκτησιών των αιτούντων, καθόσον δημιουργείται ένα εμπόδιο, σχεδόν συμπαγές, από τα υποστυλώματα του υπερυψωμένου κόμβου, αλλά κυρίως περιορίζει την άμεση πρόσβαση στα ακίνητα αυτά, υφιστάμενα συνακόλουθα σημαντική υποτίμηση της αξίας τους, για την οποία οι αιτούντες δικαιούνται την προβλεπόμενη στο άρθρο 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 ιδιαίτερη αποζημίωση.
Εξάλλου, οι τελευταίοι αναφερόμενοι στην πραγματική πλήρη αξία των εκτός απαλλοτρίωσης ανωτέρω τμημάτων των ακινήτων τους, υπολογίζουν αυτή σε 800 Ε/τ.μ. εδάφους και την υποτίμηση τους από την εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης 50-90% επί της ίδιας αξίας, κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου παρούσας συζήτησης της υπόθεσης (23-9-2008), σε αντίθεση προς την καθής η αίτηση που υπολογίζει την αξία τούτων σε 210 Ε/τ.μ.
και την υποτίμηση αυτής για την ως άνω αιτία σε 1% κατά τον ίδιο χρόνο. Παράλληλα ο εξεταζόμενος ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου μάρτυρας των αιτούντων υπολογίζει τη σημερινή αξία των επίδικων ακινήτων σε 350 - 500 Ε/τ.μ, ενώ ο μάρτυρας της καθής η αίτηση εκτιμά αυτή σε 205,43 Ε/τ.μ, που είχε προσδιοριστεί ως οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων τμημάτων τους δυνάμει της υπ'αριθμ. 5854/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιπλέον οι αιτούντες προς θεμελίωση των ισχυρισμών τους για την πραγματική αξία των ακινήτων τους πριν και μετά την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, προσκομίζουν και επικαλούνται τα εξής στοιχεία: 1) τις υπ'αριθμ. 2691/2005 και 8367/2006 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, που προσδιόρισαν οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις υπ'αριθμ.
Κ.Π. 62 και 58 απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες της ίδιας εδαφικής έκτασης σε 235 και 250 Ε/τ.μ με κρίσιμο χρόνο 22-2-2005 και 19-9-2006 αντίστοιχα, 2) το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Γεωργίου Κονταρούδα, με το οποίο πωλήθηκε ένα αγροτεμάχιο τυφλό μη άρτιο και οικοδομήσιμο, έκτασης 380 τ.μ. στη θέση "...", εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εντός του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδιασμού της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., αντικειμενικής αξίας κατά την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. ... 3.420,36 Ε, αντί συμφωνημένου τιμήματος 130.000 ευρώ.
Τέλος σύμφωνα με την από 20-9-2000 τεχνική έκθεση του γεωπόνου-οικονομολόγου ... η μείωση της αξίας των ανωτέρω οικοδομικών εκτάσεων λόγω κατασκευής παράπλευρα υπερυψωμένης γέφυρας, υπολογίζεται από 50-90%, ενώ κατά την από 8-5-2006 τεχνική έκθεση των ..., αρχιτέκτονος μηχανικού και ..., μηχανικού, η εμπορική αξία των εξεταζόμενων ακινήτων των αιτούντων ανέρχεται την ημέρα, της εκτίμησης (8-5-2006) σε 340,73 Ε /τ.
μ πριν την απαλλοτρίωση και μετά από αυτή και την κατασκευή της γέφυρας σε 218,72 Ε /τ.μ. κατά την περιεχόμενη στις ως άνω εκθέσεις ανάλυση. Εν όψει των εκτεθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά τον χρόνο της παρούσας συζήτησης της υπόθεσης (23-9-2008) η πραγματική πλήρης αξία των εκτός απαλλοτριώσεως επιδίκων εδαφικών τμημάτων ...ανέρχεται στο ποσό των 270 Ε/τ.μ και η υποτίμηση αυτής που επήλθε από την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, ανέρχεται, κατά τον ίδιο χρόνο, σε ποσοστό 3%, υπολογιζόμενο επί του ως άνω ποσού των 270 Ε/τ.μ".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο καθόρισε την ιδιαιτέρα αποζημίωση, για την υποτίμηση της αξίας των απομεινάντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, σε ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 3% επί της πραγματικές αξίας τούτων, από 270 Ευρώ ανά τ.μ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, εν σχέσει προς τον καθορισμό της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, για τα απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ιδιοκτησιών των αιτούντων - αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπ' όψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς αυτών και ειδικότερα, ότι:
το υπ' αριθ. ΚΠ 37-37 Α ακίνητο του πρώτου τούτων, καθίσταται μη άρτιο και μη δομήσιμο, εκ της εκτελέσεως του έργου, και δημιουργείται αδυναμία προαυλείου χώρου, του υπ' αριθ. ΚΠ 70 ακινήτου του ίδιου επηρεάζεται σημαντικά και η δομήσιμη επιφάνειά του, όλα δε τα ακίνητα, συνεπεία του ότι μένουν κάτω από τον ανισόπεδο κόμβο υφίστανται περιβαλλοντική και αισθητική μείωση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αφορά ειδικώς στα υπ' αριθ. ΚΠ 37 - 37 Α και 70 ακίνητα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπ' όψη από το Εφετείο πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων αναφέρονται στην υποτίμηση της αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων αυτών, συνεπεία της αποτμήσεως της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε.
Αντικείμενο, όμως, της δίκης ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ήταν ο καθορισμός ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για την υποτίμηση της αξίας τούτων, συνεπεία της εκτελέσεως του έργου, για το οποίο η απαλλοτρίωση, ενώ το αίτημα για τον καθορισμό ιδιαιτέρας, αποζημιώσεως, κατά το μέρος που βασίζετο στην υποτίμηση της αξίας τούτων, συνεπεία της αποτμήσεως της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε, απορρίφθηκε, με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 5854/2002 απόφαση του Εφετείου, η οποία κατέστη αμετάκλητος κατά τούτο, εφ' όσον ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που ασκήθηκε κατ' αυτής, απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1826/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αφορά σε όλα τα ακίνητα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, δεχόμενο ότι η μεταβολή που επήλθε στα ακίνητα των αναιρεσειόντων και οφείλεται στην εκτέλεση του έργου "επιδρά αρνητικά στην προβολή όσο και στην αισθητική των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικών τμημάτων...καθ' όσον δημιουργείται ένα εμπόδιο, σχεδόν συμπαγές από τα υποστηλώματα του υπερυψωμένου κόμβου".
Περαιτέρω, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 13 παρ. 1, 4 του Ν.Δ 797/1971, 4, 5, 6, του ΠΔ 24/31-5-1985, 12 του ΠΔ 209/1998 και 1 του ΠΔ 347/1993, ενώ με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 1, αποδίδεται σ' αυτή η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, ομοίως, των άρθρων 17 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 13 παρ. 1, 4 του Ν.Δ 797/1971.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση που αναφέρεται στην παραβίαση της, από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος τιθέμενης αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι. Και τούτο, διότι η από τη διάταξη αυτή του Συντάγματος τιθεμένη αρχή της αναλογικότητας έχει επιτακτικό δεοντολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται αποκλειστικώς στο νομοθέτη, ο δικαστικός δε έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικά προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απ' ευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας των σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη, που αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με το ύψος της καθοριστέας ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, για την υποτίμηση της αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως απομενόντων τμημάτων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση την διάταξη του άρθρου 559 αριθμού 1 του Κ.Πολ.Δ, για ευθεία παραβίαση της, ως άνω, διατάξεως και της τιθεμένης από αυτή αρχή της αναλογικότητας, ακριβώς διότι αυτή δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπεία τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά την φερόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, κατά το μέρος που αναφέρεται στην εκ πλαγίου παραβίαση της αυτής συνταγματικής διατάξεως. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις αιτιάσεις των, που αφορούν σε ευθεία παραβίαση, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, των λοιπών, ως άνω, διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν, ως αόριστοι, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιο είναι, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, το εννοιολογικό περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, ούτε σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ όσον αφορά στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν προσδιορίζονται αυτά, αλλά αορίστως γίνεται αναφορά, ως παραβιασθείσας, της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ. Άλλως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις ίδιες αιτιάσεις, κατά το μέρος που αναφέρονται στην ευθεία παραβίαση, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4, 5, 6 του ΠΔ 24/31-5-1985, 12 του ΠΔ 209/1998 και 1 του ΠΔ 347/1993, πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση και επομένως, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ασχολήθηκε με τις διατάξεις αυτές και επομένως δεν τις ερμήνευσε ούτε τις εφήρμοσε, ενώ αυτές, με βάση τις παραδοχές του, δεν ήσαν εφαρμοστέες.
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από τη διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως, στην απόφαση εκτίθεται σαφώς.
Αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας υπάρχει όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ. 1, 4 του Ν.Δ 797/1971, επειδή "στερείται αιτιολογίας ή έχει ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία", ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, την οποία καθόρισε στο ασήμαντο ποσοστό 3% επί της πραγματικής αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειόντων, καίτοι δέχθηκε σημαντική υποτίμηση της αξίας τούτων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση που αφορά σε έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικώς προς το ανωτέρω ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας, κατά το ενδιαφέρον μέρος των, εκτίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογία αναφορικώς προς το ζήτημα αυτό.
Ως προς την αιτίαση που αφορά σε ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ο ίδιος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο πού ακριβώς έγκειται η ανεπάρκεια και ποια περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε η αιτιολογία αυτής να είναι επαρκής, ενώ τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ως δήθεν αναπάντητα ερωτήματα δεν συνιστούν ανεπάρκεια της αιτιολογίας, εν όψει της παραδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η μείωση της αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων ήταν "σημαντική", που ανάγεται σε αναγκαίο στοιχείο του πραγματικού της εφαρμοστέας εν προκειμένω διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν.Δ 797/1971.
Ως προς την αιτίαση, δε, που αφορά σε αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ίδιος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο αναιρετήριο και αναφέρονται ανωτέρω, δεν συνιστούν αντίφαση, υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, πολλώ μάλλον εφ' όσον αναγκαίο στοιχείο του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν.Δ 797/1971, για να στηριχθεί η έννομος συνέπεια του καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είναι, όπως προελέχθη, η "σημαντική" υποτίμηση της αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ως προς όλα τα αναγκαία στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοσθείσων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, στο σύνολό της, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας των (άρθ. 176,183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2010 αίτηση των X1 κλπ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 2068/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ