Supreme Court dismisses appeal on construction contract payment terms and procedural inadmissibility grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Technika Olympika A.E. against the Athens Court of Appeal's judgment. The court found that the lower court correctly applied civil code provisions regarding contractor payment schedules and rejected the appellant's claim that the study was not performed. Furthermore, the court ruled that the appellant's arguments regarding the vagueness of the initial lawsuit were inadmissible because they were not properly raised in the appellate proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681, 682, 694 of the Civil Code; The contractor's obligation to perform and the employer's obligation to pay are governed by statutory rules which may be modified by agreement, but appellate arguments must be specific and properly raised in the lower court to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1176 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1176/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Σταμόπουλο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....... Ε.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Γεωργιλά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2003 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και την από 21-10-2003 πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεών της, της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 348/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7758/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 17-4-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 681 του ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ενώ, κατά μεν το άρθρο 682 εδ. α' του ίδίου Κώδικα η αμοιβή λογίζεται πως έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή, κατά δε το άρθρο 694 του ίδιου Κώδικα η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου (εδ.
α') και αν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικά, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος (εδ. γ'). Η ως άνω όμως διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου μπορεί να συμφωνηθεί όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλ' αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται σε προεκπλήρωση.
Οι ως άνω διατάξεις έχουν εφαρμογή και επί συμβάσεως με την οποία ανατίθεται με αμοιβή σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης τεχνικού έργου και η οποία φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου. Με τη σύμβαση αυτήν ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και έχει την αξίωση να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, ενώ, αν με τη σύμβαση δεν ορίστηκε το ύψος της αμοιβής, οφείλεται η αμοιβή που καθορίζεται από το νόμο, δηλαδή από το π.δ. 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών κ.λ.π.", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το π.δ. 515/1989 (βλ.
σχ. ΑΠ 225/203, 1334/2002, 568/1999). Στη σύμβαση αυτήν έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του άρθρου 686 του ΑΚ, κατά το οποίο "αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Από τις διατάξεις του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει, αφενός ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή δικαιώματος του εργοδότη για υπαναχώρηση από τη σύμβαση αποτελεί η εκ μέρους του εργολάβου, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη τόσο η μη έγκαιρη έναρξη της εκτελέσεως του έργου, όσο και η επιβράδυνση της εκτελέσεώς του στο σύνολό της ή εν μέρει, με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου (βλ.σχ.
ΑΠ 321/2004) και αφετέρου ότι, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου ο εργοδότης διατηρεί ακέραια τα δικαιώματα που έχει εξαιτίας της υπερημερίας αυτής κα ι ως εκ τούτου, εκτός άλλων, έχει δικαίωμα να τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή και, αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχώρησει, από τη σύμβαση, όχι όμως να απαιτήσει την παροχή (άρθρο 383 ΑΚ), ενώ δεν απαιτείται να τάξει στον υπερήμερο εργολάβο προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής αν από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή αν ο ίδιος (εργοδότης) εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως (άρθρο 385 ΑΚ).
Περαιτέρω, η άσκηση του για υπαναχώρηση δικαιώματος του εργοδότη απαγορεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αν υπάρχει τέτοια υπέρβαση η υπαναχώρηση είναι παράνομη και επομένως άκυρη, κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 553 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
Η εταιρεία με την επωνυμία "...." (εφεξής .....) προκήρυξε στις 23-4-1999 μειοδοτικό διαγωνισμό με το σύστημα μελέτη και κατασκευή με κατ' αποκοπήν τίμημα, για την κατασκευή, βάσει προμελετών της ίδιας, νέας πολυώροφης πτέρυγας επέκτασης του Νοσοκομείου "Ευαγγελισμός" στον ακάλυπτο χώρο επί της οδού ..... μεταξύ των υπαρχόντων κτιρίων "ΑΧΕΠΑ" και "ΑΔΕΛΦΩΝ".
Απαραίτητη προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό αποτελούσε η συνεργασία των υποψήφιων εργοληπτικών εταιρειών με μελετητές κατόχους πτυχίων ανωτέρας (Ε) Τάξεως (αρχιτέκτονες, πολιτικούς μηχανικούς και μηχανολόγους), η οποία έπρεπε να έχει εξασφαλιστεί από τους διαγωνιζόμενους πριν από τη διενέργεια του διαγωνισμού.
Για το λόγον αυτόν η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη εργοληπτική εταιρεία, η οποία επιθυμούσε να λάβει μέρος στο διαγωνισμό συνέπραξε, εκτός άλλων, και με την υποκαθισταμένη από το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ενάγον ("ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ") δεύτερη αναιρεσίβλητη μελετητική εταιρεία για τα έργα της κατηγορίας 08 (δηλαδή για τις στατικές μελέτες) και, προκειμένου να συμμετάσχει στο διαγωνισμό, υπέβαλε στη "...." σχετική υπεύθυνη δήλωση αποκλειστικής συνεργασίας με την τελευταία.
Μετά τη διενέργεια του διαγωνισμού, η εκτέλεση του άνω έργου κατακυρώθηκε στην αναιρεσείουσα και η τελευταία συνήψε με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μελετητική εταιρεία την από ... σύμβαση, για την οποία υπέγραψαν μεταξύ τους το με ίδια χρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει της οποίας ανέθεσε στην εν λόγω μελετητική εταιρεία την εκπόνηση των απαιτούμενων για την εκτέλεση του παραπάνω έργου οριστικών στατικών μελετών και των μελετών εφαρμογής αντί αμοιβής ύψους 21.000.000 δραχμών, που ήταν καταβλητέα σε τμηματικές δόσεις, η πρώτη των οποίων ύψους 8.000.000 δραχμών, θα εξοφλείτο με επιταγή λήξεως στις 30-9-1999 αντίστοιχης αξίας.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας τους η αμοιβή αυτή αφορούσε όλες τις επί μέρους μελέτες που θα απαιτούνταν για την εκτέλεση του άνω έργου, όπως το περιεχόμενο τους προέκυπτε από τα συμβατικά τεύχη της δημοπρασίας, η εκπόνηση τους δε έπρεπε να πραγματοποιηθεί ένα μήνα πριν την υποβολή τους στην κυρία του έργου ....
Αμέσως μετά τη σύναψη της συμβάσεως και την παραλαβή από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μελετητική εταιρεία των συνταχθέντων από τη .... τευχών της προμελέτης, με βάση την οποία, σύμφωνα με τα παραπάνω, έπρεπε να εκπονηθεί η οριστική στατική μελέτη, η 2η αναιρεσίβλητη διαπίστωσε ότι η εν λόγω προμελέτη δεν μπορούσε να εφαρμοστεί, καθόσον μετά από διερευνητικές εκσκαφές που έγιναν στο χώρο όπου επρόκειτο να ανεγερθεί το άνω δημοπρατηθέν έργο, διαπιστώθηκε ότι αυτό δεν "χωρούσε" στο υφιστάμενο οικόπεδο, διότι τα θεμέλια των ομόρων κτιρίων "ΑΧΕΠΑ" και "ΑΔΕΛΦΩΝ" επεκτείνονταν και εντός του τελευταίου αυτού οικοπέδου με αποτέλεσμα να ανατρέπονται πλήρως τα βασικά δεδομένα της προμελέτης, αφού εξαιτίας της κατάστασης αυτής έπρεπε να περιοριστεί τόσο ο απαιτούμενος για τις θεμελιώσεις του έργου χώρος, όσο και ο ωφέλιμος χώρος του υπογείου, επιπλέον δε το μεγάλο βάθος εκσκαφής που προέβλεπε η προμελέτη θα απαιτούσε δαπανηρά έργα αντιστήριξης και ταυτόχρονα κατασκευή στεγανολεκάνης για την προστασία από τα υπόγεια ύδατα, διότι ο υδροφόρος ορίζοντας της περιοχής βρισκόταν ψηλότερα από την προβλεπόμενη με την προμελέτη στάθμη του υπογείου, η κατασκευή δε αυτή θα περιόριζε ακόμα περισσότερο τους προαναφερόμενους χώρους.
Η 2η αναιρεσιβλητη γνωστοποίησε άμεσα στην αναιρεσείουσα τις διαπιστώσεις της αυτές και επισήμανε στην τελευταία το γεγονός ότι η προμελέτη της "..." δεν ήταν εφαρμόσιμη και ότι παρίστατο ανάγκη τροποποιήσεως της, παρά ταύτα όμως η αναιρεσείουσα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της κυρίας του έργου .... (η οποία ήταν απρόθυμη ν' αποδεχτεί την αναγκαιότητα της τροποποίησης της προμελέτης), τον Ιούνιο του έτους 2000 έδωσε εντολή στη 2η αναιρεσιβλητη να προχωρήσει στην εκπόνηση της οριστικής στατικής μελέτης με βάση την άνω προμελέτη της ...., συγχρόνως δε της έδωσε εντολή να εργαστεί σε συνεργασία με τη "ΔΙΕΝΔΡΟΣ Α.Ε.", με την οποία επίσης είχε συμπράξει η αναιρεσείουσα και η οποία είχε αναλάβει την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης και των μελετών των Η/Μ εγκαταστάσεων του έργου, έτσι ώστε να εξευρεθεί πρόσφορη λύση και να πειστεί η ....
να αποδεχτεί την τροποποίηση της προμελέτης. Μετά ταύτα το Σεπτέμβριο του έτους 2000 η 2η αναιρεσίβλητη ολοκλήρωσε την οριστική στατική μελέτη, την οποία και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, για την οποία ναι μεν δεν συντάχθηκε πρωτόκολλο παραλαβής, πλην όμως ενσωματώθηκε στις μελέτες που εκπονούσε η "ΔΙΕΝΔΡΟΣ Α.Ε.", η δε αναιρεσείουσα δεν την υπέβαλε στην κυρία του έργου ".....", διότι στο διάστημα που μεσολάβησε και με την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από πλευράς της 2ης αναιρεσίβλητης, η ......
άρχισε να προσανατολίζεται στην αναγκαιότητα των τροποποιήσεων της προμελέτης, οι οποίες συνοπτικά συνίσταντο στις εξής μεταβολές: α) στον αναβιβασμό της στάθμης θεμελίωσης του έργου κατά 3, 5 μέτρα έτσι ώστε να βρεθεί πιο ψηλά από τον υδροφόρο ορίζοντα και να μην απαιτείται η κατασκευή στεγανολεκάνης, β) λόγω του αναβιβασμού της κατωτάτης στάθμης του κτιρίου και προκειμένου να μη μειωθεί ο αριθμός των ορόφων, στη μείωση του ύψους των ορόφων από 3, 90 μέτρα σε 3, 65 μ.
με αντίστοιχη μείωση του ύψους των δοκών σε 50 cm αντί 55 και 60 cm που προέβλεπαν η προμελέτη και ήδη εκπονηθείσα από τη 2η αναιρεσίβλητη πρώτη οριστική μελέτη, έτσι ώστε να υπάρξει επαρκής χώρος για τη διέλευση των καναλιών κλιματισμού, γ) στην αναδιάταξη των υποστυλωμάτων και κυρίως των τοιχίων, στην κατάργηση ορισμένων και στην προσθήκη άλλων, δ) στην κατάργηση της Cour Anglaise, ε) στην τροποποίηση της ράμπας προς το υπόγειο, στ) στην κατάργηση μεταλλικής κλίμακας κινδύνου και η αντικατάσταση της με άλλη σε διαφορετική θέση από σκυρόδεμα, γεγονός που αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά του σκελετού και τη στατική και σεισμική συμπεριφορά του και ζ) στην τροποποίηση των συνδετήριων διαδρόμων με τα όμορα κτίρια λόγω αλλαγής στάθμης των ορόφων του νέου κτιρίου.
Τελικά η ... πείστηκε για την αναγκαιότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων και τη συνακόλουθη εκπόνηση νέων μελετών που θα βασίζονταν στα νέα δεδομένα κι έτσι μετά από αίτημα της εκδόθηκε νέα τροποποιητική υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Δ. 482/25-6-2001), με την οποία καθορίστηκαν νέοι πολεοδομικοί και κτιριοδομικοί όροι σε σχέση με το προαναφερόμενο έργο.
Έτσι περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2001 η αναιρεσείουσα έδωσε εντολή: στη 2η αναιρεσίβλητη μελετητική εταιρεία να εκπονήσει νέες οριστικές μελέτες με βάση τα νέα δεδομένα, συγχρόνως δε μετά από απαίτηση της .... της έδωσε εντολή να εκπονήσει επιπλέον ειδική και ανεξάρτητη από τον φέροντα οργανισμό μελέτη αντιστηρίξεως των γειτονικών κτιρίων και της οδού ...., η εκπόνηση της οποίας δεν περιλαμβανόταν στο αντικείμενο της αρχικής από .....
συμβάσεως. Στην εκπόνηση της τελευταίας αυτής μελέτης αντιστηρίξεως προέβη άμεσα η 2η αναιρεσίβλητη μελετητική εταιρεία, την οποία και παρέδωσε τμηματικά στην αναιρεσείουσα στο διάστημα μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου 2001, παράλληλα δε εργαζόταν για την εκπόνηση των νέων οριστικών στατικών μελετών που της είχε αναθέσει το Φεβρουάριο του 2001 με βάση τα νέα δεδομένα.
Στο μεταξύ η εν λόγω μελετητική εταιρεία, η οποία από την αρχή της συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα δεν είχε εισπράξει από την τελευταία οποιοδήποτε ποσό έναντι της αμοιβής της, εκτός από εκείνο των 8.000.000 δραχμών που έλαβε ως προκαταβολή με την είσπραξη της προαναφερόμενης επιταγής, με την από .... επιστολή της προς την αναιρεσείουσα ζήτησε από την τελευταία να προβεί στην εξόφληση της αμοιβής της που αφορούσε την παραπάνω πρώτη οριστική στατική μελέτη που είχε εκπονήσει κατ` εφαρμογή της από ....
συμβάσεως, πλην όμως η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της και μόνο στις 15-6-2001 την κάλεσε να συναντηθούν στα γραφεία της για να συζητηθούν τα οικονομικά αιτήματα της. Στη συνάντηση που επακολούθησε η αναιρεσείουσα υποσχέθηκε κατ' αρχήν ότι θα ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της πλην όμως και πάλι αδιαφόρησε.
Στη συνέχεια η μελετητική εταιρεία με την από .... επιστολή της ζήτησε από την αναιρεσείουσα να προβεί στην εξόφληση της μελέτης αντιστήριξης, πλην όμως η τελευταία δεν της κατέβαλε οτιδήποτε, ισχυριζόμενη ότι η αμοιβή για τη μελέτη αυτή συμπεριλαμβανόταν στην αμοιβή για την εκπόνηση της αρχικής στατικής μελέτης, γεγονός το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η μελέτη αυτή δεν αποτελούσε περιεχόμενο της αρχικής συμβάσεως, αλλά ήταν ανεξάρτητη και άσχετη με αυτήν η εκπόνηση της δε κρίθηκε αναγκαία μετά την υιοθέτηση των τροποποιήσεων.
Στο διάστημα που επακολούθησε η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στην άνω μελετητική εταιρεία. Αντίθετα μάλιστα με την από 13-7-2001 εξώδικη δήλωση της προς την τελευταία την κάλεσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την από .... σύμβαση και, με τον ισχυρισμό ότι όφειλε να της παραδώσει την οριστική στατική μελέτη στις ...., της έτασσε προθεσμία παραδόσεως της μέχρι τις 17-7-2001 δηλώνοντας παράλληλα ότι θα την κηρύξει έκπτωτη (δηλαδή θα υπαναχωρούσε από τη σύμβαση) σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της άνω προθεσμίας.
Με την από 17-7-2001 εξώδικη απάντηση της η μελετητική εταιρεία αρνήθηκε στο σύνολο του το περιεχόμενο του εξωδίκου και κάλεσε την αναιρεσείουσα να της παραδώσει την αναθεωρημένη εδαφοτεχνική μελέτη, ώστε να προκύπτει η νέα τάση εδάφους στο νέο, κατά 3,5 μέτρα ψηλότερο, επίπεδο θεμελίωσης, επισημαίνοντας ότι χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί η μελέτη των θεμελιώσεων, παράλληλα δε επανέλαβε το αίτημα καταβολής των οφειλόμενων αμοιβών.
Μετά ταύτα η αναιρεσείουσα απέστειλε στη μελετητική εταιρεία την από 18-7-2001 εξώδικη δήλωση της, με την οποία της δήλωνε ότι εξαιτίας της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της που απέρρεαν από το από .... συμφωνητικό, υπαναχωρούσε από τη σύμβαση και παράλληλα την καλούσε να της αποδώσει το ποσό των 8.000.000 δραχμών, το οποίο, σύμφωνα με τα παραπάνω, είχε λάβει ως προκαταβολή.
Μετά τις εξελίξεις αυτές η μελετητική, εταιρεία με τις από ... και .... επιστολές της προς την κυρία του έργου .... γνωστοποίησε στην τελευταία τις προαναφερόμενες ενέργειες της αναιρεσείουσας και παράλληλα της παρέδωσε σε ψηφιακή μορφή το σύνολο των στατικών μελετών που είχε εκπονήσει κατ' εντολή της αναιρεσείουσας, από τη δεύτερη των οποίων υπολειπόταν μόνο η σχεδίαση του οπλισμού στους ήδη υποβληθέντες σε ψηφιακή μορφή ξυλοτύπους, η μη ολοκλήρωση της οποίας οφειλόταν στο γεγονός της μη παράδοσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας της αναθεωρημένης εδαφοτεχνικής μελέτης από την οποία θα προέκυπτε η επιτρεπτή τάση εδάφους στη νέα κατά 3,5 μέτρα ψηλότερη θεμελίωση του έργου.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε περαιτέρω ότι α) το έργο της εκπόνησης των αρχικών μελετών που ανέλαβε να εκπονήσει η μελετητική εταιρεία σ' εκτέλεση της από .... συμβάσεως που συνήψε με την αναιρεσείουσα είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο εκείνου της μελέτης αντιστηρίξεων και εκείνου των οριστικών - μετά την τροποποίηση της προμελέτης - στατικών μελετών, τα οποία ανέλαβε να εκτελέσει δυνάμει των μεταγενέστερων από μηνός Φεβρουαρίου 2001 συμβάσεων που συνήψε με την τελευταία, και ως εκ τούτου για καθένα από αυτά οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή, β) το έργο της εκπόνησης των αρχικών - πριν την τροποποίηση της προμελέτης - στατικών μελετών είχε εκπονηθεί από τη μελετητική εταιρεία και είχε παραδοθεί στην αναιρεσείουσα ήδη από το Σεπτέμβριο του έτους 2000 και ως εκ τούτου δεν νοείται υπαναχώρηση από σύμβαση με ήδη εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο, γ) αν ήθελε θεωρηθεί ότι η υπαναχώρηση στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2001 εξώδικη δήλωση της αφορά την εκπόνηση των οριστικών στατικών μελετών που ανέλαβε να εκτελέσει η μελετητική εταιρεία σ' εκτέλεση της μεταγενέστερης από μηνός Φεβρουαρίου 2001 μεταξύ τους συμβάσεως, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της εφόσον δεν προέκυψε ότι η εν λόγω εταιρεία (2η αναιρεσίβλητη) επιβράδυνε την εκτέλεση της κατά τρόπο που την καθιστούσε αδύνατη, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα δεν της παρέδωσε όπως όφειλε την αναθεωρημένη εδαφοτεχνική μελέτη άνευ της οποίας δεν ήταν δυνατή η ολοκλήρωση της μελέτης θεμελίωσης, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι μεταξύ των συμβληθέντων είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος παραδόσεως της.
Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι σε κάθε περίπτωση η υπαναχώρηση αυτή της αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη καθόσον προέκυψε ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην άσκηση της μόνο όταν τέθηκε το θέμα εξόφλησης της αμοιβής εκ μέρους της μελετητικής εταιρείας, με αποκλειστικό σκοπό να αποφύγει την εξόφλησή της, έχοντας στο μεταξύ καρπωθεί το σύνολο σχεδόν του έργου που εκτέλεσε κατ' εντολή της η τελευταία.
Το σύνολο δε της δικαιούμενης από τη μελετητική εταιρεία νόμιμης αμοιβής για τις άνω μελέτες που εκπόνησε κατ' εντολή της αναιρεσείουσας, όπως προσδιορίστηκε κατ' εφαρμογή του ΠΔ 696/1974 από το πρώτο αναιρεσίβλητο (Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 127.408,27 ευρώ, έναντι των οποίων η αναιρεσείουσα έχει καταβάλει 23.477,62 ευρώ (8.000.000 δραχμές) και επομένως οφείλει το υπόλοιπο που ανέρχεται στο ποσό των 103.930,65 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 343/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, η ένδικη από 26-3-2003 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, για καταβολή της αμοιβής της δεύτερης αναιρεσίβλητης για τις μελέτες που αυτή εκπόνησε σε εκτέλεση σχετικών συμβάσεων έργου που είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα, έγινε δεκτή και.
ως ουσιαστικά βάσιμη. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι σε κάθε περίπτωση η ως άνω υπαναχώρηση στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2001 εξώδικη δήλωσή της ήταν καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη, για τους λόγους που ειδικότερα, κατά τα πιο πάνω, αναφέρονται, στην εν λόγω απόφαση, αφενός υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεία, επειδή παραβίασε το άρθρο 686 του ΑΚ και αφετέρου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Και αυτό γιατί, κατά το λόγο αναιρέσεως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ουδεμία απολύτως αξίωση για είσπραξη αμοιβής είχε κατά το χρόνο κατά τον οποίο αυτή "κηρύχθηκε έκπτωτη" από την αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι : α) Αυτή (δεύτερη αναιρεσίβλητη) καμία από τις οριστικές μελέτες που είχε αναλάβει να εκπονήσει δεν είχε παραδώσει και μάλιστα εμπροθέσμως και κατά το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα της ....
β) Καμία από τις οριστικές μελέτες που αυτή είχε αναλάβει να εκπονήσει δεν είχε εγκριθεί από τη ...... γ) Ουδέποτε ζητήθηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη "να εκπονήσει μελέτες άλλες πλην της μίας και μοναδικής οριστικής στατικής..... και της στατικής μελέτης εφαρμογής, τις οποίες ουδέποτε..... παρέδωσε ολοκληρωμένες προς έγκριση".
δ) Αυτή (δεύτερη αναιρεσίβλητη) για πρώτη φορά έθεσε θέμα δήθεν ελλείψεως αναθεωρημένης εδαφοτεχνικής μελέτης με την προς την αναιρεσείουσα ως άνω από 17-7-20Ο1 εξώδικη απάντησή της στην παραπάνω προγενέστερη απυ 13-7-2001 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας. Ε) Η αναιρεσείουσα δεν κήρυξε, επομένως, "έκπτωτη" τη 2η αναιρεσίβλητη δήθεν για να αποφύγει την πληρωμή της αμοιβής της τελευταίας και έτσι η συμπεριφορά της πρώτης (αναιρεσείουσας) "δεν εμπίπτει στην έννοια της κατάχρησης δικαιώματος του άρθρου 281 του ΑΚ, όπως εσφαλμένως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση", αφού η σχετική ενέργειά της "σαφώς και δεν υπερέβαινε τα όρια του νόμου, ενώ αντιθέτως ήταν απολύτως σύννομη και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προεχόντως επιβεβλημένη, αφού η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν και υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως του άρθρου 686 του ΑΚ και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντιστοίχως, και υπό την επίκληση των ως άνω διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί επίσης στο σύνολό του ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του εκφέρθηκε εκ περισσού και ειδικότερα πλήττει την αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία έγινε δεκτό ότι η ως άνω υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη, ενώ υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία της ίδιας αποφάσεως που δεν πλήττεται επιτυχώς, με την οποία στηρίζεται το διατακτικό της κατά το σχετικό μέρος του και ειδικότερα υπάρχει η κύρια αιτιολογία με την οποία γίνεται δεκτό αφενός ότι το έργο της εκπονήσεως των αρχικών (πριν την τροποποίηση της προμελέτης) στατικών μελετών είχε εκπονηθεί από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και είχε παραδοθεί στην αναιρεσείουσα ήδη από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 και ως εκ τούτου δεν νοείται υπαναχώρηση από σύμβαση με ήδη εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο και αφετέρου ότι, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η υπαναχώρηση στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2001 εξώδικη δήλωσή της αφορά την εκπόνηση των οριστικών στατικών μελετών που ανέλαβε να εκτελέσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της μεταγενέστερης από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001 μεταξύ τους συμβάσεως, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την άσκησή της για τους λόγους που παραπάνω σχετικώς αναφέρθηκαν στο πλαίσιο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως.-
ΙΙ.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΑΠ525/2000, 1281/1933, 1177/1933, 1254/1977, 335/1973, 203/1973) ·Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο κατά ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενων εγγράφων, τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, και δη του από ....
ιδιωτικού συμφωνητικού που συντάχθηκε για την επίδικη σύμβαση, καθώς και της διακήρυξης και των Συμβατικών Τευχών της Δημοπρασίας και ιδιαιτέρως του Τεύχους "Υποχρεώσεις του Αναδόχου για την εκπόνηση των μελετών", που αφορούν το επίδικο τεχνικό έργο, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά.
Και αυτό γιατί εσφαλμένως δέχτηκε : α) Ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2001 η αναιρεσείουσα έδωσε, δήθεν, εντολή στη δεύτερη αναιρεσίβλητη να εκπονήσει νέες οριστικές μελέτες, καθώς και επιπλέον ειδική μελέτη, αντιστηρίξεως, η εκπόνηση της οποίας τάχα δεν περιλαμβανόταν στο αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως, παρά το ότι :
αα) Από το αναφερόμενο περιεχόμενο του όρου 4-2.3 του Συμβατικού Τεύχους "Τεχνική Περιγραφή 'Εργων Πολιτικού Μηχανικού" (δηλαδή του στατικού μελετητή), στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά με το ως άνω από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό, προκύπτει ότι οι αντιστηρίξεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του φέροντος οργανισμού του κτιρίου και επομένως θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να περιέχονται στη στατική μελέτη ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής και όχι ως χωριστή μελέτη.
ββ) Στον όρο 5, 3 το ίδιου Τεύχους, καθώς και στους όρους 2.2.1 και 2.6.3.1 του Συμβατικού Τεύχους "Τεχνικές προδιαγραφές έργων πολιτικού μηχανικού" ρητώς αναφέρεται ότι είναι υποχρέωση του αναδόχου του έργου και επομένως του συμπράττοντος μελετητή να υποβάλει μελέτη αντιστηρίξεων όταν αυτό απαιτείται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η ανάγκη της μελέτης αυτής δεν προέκυψε μετά την τροποποίηση της προμελέτης του έργου, δηλαδή της αποφάσεως για μείωση του βάθους εκσκαφής κατά 3,5 μέτρα αλλά ήταν από την αρχή γνωστό ότι θα απαιτούνταν να εκπονηθεί.
γγ) Από το αναφερόμενο περιεχόμενο του όρου 7.2.3.2 του Συμβατικού Τεύχους "Υποχρεώσεις του Αναδόχου", στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά με το ως άνω από .... ιδιωτικό συμφωνητικό, προκύπτει ότι η μελέτη που ανέλαβε να εκπονήσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη έπρεπε να περιλαμβάνει και τις αντιστηρίξεις και ως εκ τούτου αυτή καμία αμοιβή δεν δικαιούνταν για τη δήθεν εκπόνηση χωριστής και ανεξάρτητης μελέτης αντιστηρίξεως.
β) Ότι με μεταγενέστερες της αρχικής συμφωνίας μεταξύ αναιρεσείουσας και 2ης αναιρεσίβλητης, που έγιναν κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2001, ανατέθηκε από την πρώτη στη δεύτερη η εκπόνηση οριστικών, μετά την τροποποίηση της προμελέτης, στατικών μελετών, για τις οποίες η τελευταία δικαιούται επιπλέον αμοιβή, παρά το ότι από το περιεχόμενο του ως άνω από ....
ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι η μελέτη που ανέλαβε να εκπονήσει η 2η αναιρεσίβλητη περιλάμβανε κάθε τροποποίηση, αναπροσαρμογή, διόρθωση κ.λ.π. αυτής, με σκοπό να κατατεθεί ολοκληρωμένη και οριστική. γ) Ότι η 2η αναιρεσίβλητη δικαιούνταν στο σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής, παρά το ότι το ως άνω από .....
ιδιωτικό συμφωνητικό προβλέπει ότι το 40% (μετά την αφαίρεση του ποσού που προκαταβλήθηκε) θα καταβαλλόταν σ' αυτήν μόνον εφόσον εγκρίνονταν οι μελέτες της από τη ...., πράγμα που ουδέποτε έγινε, όπως δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση. δ) Ότι δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και της 2ης αναιρεσίβλητης συγκεκριμένος χρόνος παραδόσεως των μελετών της τελευταίας, παρά το ότι κατά ρητό όρο του ως άνω από ....
ιδιωτικού συμφωνητικού η εκτέλεση των σ' αυτό αναφερομένων μελετών θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί από τη 2η αναιρεσίβλητη ένα μήνα νωρίτερα από το σχετικό χρονοδιάγραμμα που θα εγκρινόταν από τη ....., η με την οποία σύμβαση προέβλεπε τις χρονικές προθεσμίες ολοκληρώσεως και υποβολής των μελετών του έργου, κατά τα ειδικότερα σχετικώς αναφερόμενα στο λόγο αναιρέσεως και έτσι, με βάση το γεγονός ότι η .....
έδωσε στην αναιρεσείουσα εντολή ενάρξεως των εργασιών στις 21-2-2000, η 2η αναιρεσίβλητη έπρεπε να παραδώσει στην αναιρεσείουσα την "ολοκληρωμένη και πλήρη στατική μελέτη για το Νέο Κτίριο" και την "ολοκληρωμένη και πλήρη μελέτη εφαρμογής" έως τις 21-4-2000 και τις 21-7-2000, αντιστοίχως, πράγμα όμως που ουδέποτε έγινε.
Ενώ, πέρα από τις παραπάνω χρονολογίες και χρονοδιαγράμματα, με βάση το από .... έγγραφο της ..... και περαιτέρω και με βάση και τη σύμβαση της αναιρεσείουσας με τη ...., αλλά και το αμέσως πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, οι προαναφερόμενες μελέτες έπρεπε να παραδοθούν στην αναιρεσείουσα έως τις 22-5-2001 και τις 22-8-2001, αντιστοίχως, πράγμα όμως που επίσης ουδέποτε έγινε.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των ειδικώς μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων (ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων, όλων των εγγράφων, που νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους και όσων συνομολογήθηκαν από αυτούς ευθέως ή συνάγονται από τις προτάσεις τους).
Ενόψει αυτών ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, πρέπει, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθεί ως απαράδεκτος προεχόντως διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, δηλαδή απόδοση σε κάθε ένα από αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ' απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους και σε κάθε περίπτωση διότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων που νόμιμα προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, τα οποία, παρά το ότι πράγματι μνημονεύονται και αξιολογούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις, όπως εκτιμάται, τελικά δεν εξαίρονται ως έγγραφα επί των οποίων να βασίστηκε αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε.
ΙΙΙ.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1044/1992).
Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (βλ. σχ. ΑΠ 784/2001), αλλ' ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. σχ. ΑΠ 143/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει, από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λογούς αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται, στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 43/1390).
Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει, προταθεί στο δικαστήριο εκείνο και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται.
Στην προκείμενη περίπτωση : α) Με τον πρώτο κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, όπως εκτιμάται, όλα τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που, κατά το λόγο αναιρέσεως, πράγματι, προέκυπταν από τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μάρτυρα της αναιρεσείουσας) που αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως, κατά τα ειδικότερα σχετικώς διαλαμβανόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτόν ανάγονται στο περιεχόμενο των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν αποτελούν και "πράγματα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, άρα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως. β) Με τον τρίτο (και τελευταίο) κατά το ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, γιατί παρά το νόμο αφενός έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα :
αα) Δέχτηκε ότι το Σεπτέμβριο του 2000 η δεύτερη αναιρεσίβλητη ολοκλήρωσε την οριστική στατική μελέτη, την οποία και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, η οποία όμως δεν την υπέβαλε στη ....., πράγμα που δεν είναι αληθές, αφού από τις αποδείξεις αντιθέτως αποδείχθηκε, όπως υποστήριζε η αναιρεσείουσα, ότι η εν λόγω μελέτη δεν εκπονήθηκε, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα.
ββ) Δέχτηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας υπαναχώρηση αυτής από την ένδικη σύμβαση έργου, χωρίς να λάβει υπόψη του όσα κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, καθώς και όσα η τελευταία υποστήριζε για την ενίσχυση της σχετικής ενστάσεώς της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα γεγονότα που αναφέρονται σχετικώς στο μέρος αυτό του λόγου αναιρέσεως ανάγονται στο περιεχόμενο των αποδείξεων, καθώς και στα επιχειρήματα και στα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τα ως άνω ζητήματα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν και "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, άρα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως.
γ) Με τον τρίτο κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλομένη απόφασή του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για το ότι η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, μολονότι αυτή ήταν αόριστη και έτσι υπέπεσε αφενός στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και αφετέρου στην από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του, δηλαδή κατ' αμφότερα τα αμέσως πιο πάνω τμήματά του, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενο του προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και δη με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας που αυτή υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση των εφέσεων των αντιδίκων της, μετά την οποία απόφαση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τις αμέσως πιο πάνω προτάσεις της αναιρεσείουσας, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός για αοριστία της ένδικης αγωγής δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο με τις εν λόγω προτάσεις της αναιρεσείουσας.
Η αναφορά δε στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, όπου περιέχεται γενική και αόριστη επίκληση της αοριστίας της αγωγής, σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί, αφού δεν γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά σε ορισμένα μέρη ή ισχυρισμούς που περιέχονται στις πρωτόδικες αυτές προτάσεις, ώστε να θεωρείται ότι ο ως άνω ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής επαναφέρθηκε στο Εφετείο κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ (βλ.
σχ. Ολ ΑΠ 559/1974).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε.", για αναίρεση της 7758/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-. Και
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθενός από τους αναιρεσιβλήτους, την οποία ορίζει για κάθε έναν από αυτούς (αναιρεσιβλήτους) σε επτακόσια (700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ