1176/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1176/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κατά του αναιρεσιβλήτου δ) τις με αριθ.153/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και με αριθ.90/1995 απόφαση του Εφετείου Ρόδου ε) το από 11-5-1993 μισθωτήριο συμβόλαιο μεταξύ αναιρεσειόντων και του αδελφού του αναιρεσιβλήτου ..... , στ) την από 10-10-1995 ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτού (αναιρεσιβλήτου) απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και ζ) την από 25-10-1996 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1176 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1176/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1..... , 2...... , και 3. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη.
Του αναιρεσιβλήτου ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημητρίου Μήτσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 367/2002 του Εφετείου Δωδεκανησου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-8-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 346 Κ.Πολ.Δικ. τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθιστάμενα έτσι κοινά μέσα αποδείξεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προβάλουν την από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος α) τις με αριθ.2526/30-4-1999, 101075/4-11-1999, 10310/Γ/30-11-1999 και 9966/19-10-1999 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Ρόδου .......
και ....., προς απόδειξη της επίδοσης της ένδικης αγωγής στους αναιρεσείοντες και έναρξη τόκων υπερημερίας από την επίδοση αυτής (αγωγής) παρά το ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση τούτων με τις κατ΄ έφεση προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και προσαγωγής τους ενώπιον του (εφετείου) β) την από 24-5-1993 εξώδικη δήλωση της Z1 προς τον αναιρεσίβλητο γ) την με αριθ. 907/20-11-19991 κατάθεσης αγωγής της ....
κατά του αναιρεσιβλήτου δ) τις με αριθ.153/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και με αριθ.90/1995 απόφαση του Εφετείου Ρόδου ε) το από 11-5-1993 μισθωτήριο συμβόλαιο μεταξύ αναιρεσειόντων και του αδελφού του αναιρεσιβλήτου ..... , στ) την από 10-10-1995 ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτού (αναιρεσιβλήτου) απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και ζ) την από 25-10-1996 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων.
Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν Α) η μεν αναφερόμενη στις προαναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως ως απαράδεκτη, γιατί από την επισκόπηση του από 16-7-2001 δικογράφου έφεσης των αναιρεσειόντων δεν προκύπτει, με σαφήνεια και πληρότητα ότι διατυπώθηκε σχετικός λόγος έφεσης για μη επίδοση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου στους αναιρεσείοντες και μάλιστα το χρόνο, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για έναρξη τόκων.
Ούτε προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι το Εφετείο έκρινε τέτοιο ζήτημα και επιδίκασε τόκους για το ποσό των δραχμών 3.225.000 από την επίδοση της αγωγής, αλλά ότι απορρίπτοντας λόγο έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την επιδικασθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κυρία απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, αναφέρεται διηγηματικά στην επιδίκαση νομίμων τόκων στο άνω ποσό και στο χρόνο έναρξης τούτων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Β) Οι δε αναφερόμενες στα άλλα έγγραφα αιτιάσεις, ως αβάσιμες, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και αναφέρει στην προβαλλόμενη απόφαση του τα έγγραφα αυτά μετά από επίκληση και νόμιμη προσαγωγή τους από τους αναιρεσείοντες, με την έφεσή τους και τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών αυτών εγγράφων.
Με την επίκληση και προσαγωγή των εγγράφων αυτών από τους αναιρεσείοντες έγιναν αυτά κατ΄ άρθρ. 346 Κ.Πολ.Δικ. κοινό αποδεικτικό μέσο και από το λόγο αυτό νόμιμα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρ. 559 αριθ.11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη τις με αριθ.280/1999 και 42/1996 αποφάσεις του Εφετείου Δωδεκανήσου, τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε απαράδεκτα με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (Εφετείο Δωδεκανήσου), η οποία, προσθήκη και αντίκρουση, κατατέθηκε στο δικαστήριο αυτό την 21-3-2002, ήτοι μετά τη συζήτηση της έφεσης των αναιρεσειόντων την 15-3-2002, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, επομένως όχι τα προαναφερόμενα απαραδέκτως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, Από την επισκόπηση δε της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι μνημονεύονται σε αυτή.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες την από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε το Εφετείο την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, συνιστάμενης στο ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος επικαλείται με αυτή (αγωγή του) ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και των αναιρεσειόντων, η ανάληψη από αυτούς της αντίκρουσης με δικούς του δικηγόρους, της αγωγής της ..... και της καταβολής στον αναιρεσίβλητο όλων των δαπανών και αμοιβών δικηγόρων της δίκης εκείνης, σε άλλο σημείο της επικαλείται πρόσθετη συμφωνία καταβολής από αυτούς (αναιρεσείοντες) όλων των εξόδων της δίκης εκείνης, υπό την αίρεση της ευμενούς για αυτούς έκβασης της και πώλησης του διεκδικούμενου με την αγωγή ακινήτου. Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει απ' την επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η πρόσθετη αυτή υπόσχεση των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο, ότι "έκαναν καινούριο δικαστήριο κατά της αντιδίκου τους και θα το πάρουν το ακίνητο που είναι μεγάλης αξίας, θα το πωλήσουν και από το τίμημα του θα τον εξοφλήσουν", δεν τελεί υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της αγωγής τους κατά της αντιδίκου τους ..... και πώλησης του επίδικου ακινήτου και κατά συνέπεια δεν αντιφάσκει προς την προηγούμενη συμφωνία τους και δεν καθιστά αόριστο το εισαγωγικό δικόγραφο.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η προβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 261, 201, 209 και 210 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι δέχθηκε την ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου, παρότι αυτή τελούσε υπό την προαναφερόμενη αναβλητική αίρεση, της οποίας η πλήρωση ματαιώθηκε με την απόρριψη της αγωγής των κατά της ......
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως (κατά το δεύτερο μέρος του) προβάλλεται αληθώς η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο θεώρησε ως συνομολογούμενη την παραπάνω συμφωνία του αναιρεσιβλήτου με τους αναιρεσείοντες, για καταβολή από αυτούς σε αυτόν των δικαστικών εξόδων και δαπανών στη όποιες θα υποβάλλονταν για την αντιμετώπιση της διεκδικητικής του, μισθίου, γι' αυτόν, ακινήτου αγωγής της ....., παρά την αμφισβήτηση απ' αυτούς (αναιρεσείοντες) της συμφωνίας αυτής. Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε συνομολογούμενη από τους αναιρεσείοντες την παραπάνω συμφωνία, αλλά δέχθηκε συνομολογούμενο το γεγονός της επίδοσης σε αυτούς την 29-10-1996 της εξώδικου δήλωσης του αναιρεσιβλήτου προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών των, από τη μη αμφισβήτησή του από αυτούς, από το γεγονός δε αυτό συνάγει επιχείρημα για την κατάρτιση της συμφωνίας αυτής.
Κατ΄ άρθρο 340 Α.Κ. ο οφειλέτης της ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. ΄Οχληση κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η πρόσκληση του δανειστή προς τον οφειλέτη, να εκπληρώσει την παροχή του. Η όχληση είναι απευθυντέα, δηλαδή αναπτύσσει την ενέργεια της από τη στιγμή που θα περιέλθει στον παραλήπτη, γίνεται δε προς τον οφειλέτη, ή το νόμιμο ή εκούσιο αντιπρόσωπό του.
Προσδιοριστικό κριτήριο της έννοιας της περιέλευσης είναι το αν η δήλωση βούλησης μπορεί, ανάλογα με το μέσο που χρησιμοποιήθηκε από τον δηλούντα προς διαβίβαση της δήλωσης βουλήσεώς του, να γίνει αντιληπτή από το λήπτη, ευθύς μετά την τελείωση της, ή μετά πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος. Θεωρείται δε ότι περιήλθε η δήλωση, από τότε που εισήλθε, κατά συνηθισμένο στη συναλλακτική αντίληψη τρόπο, στη σφαίρα επιρροής του λήπτη, ούτως ώστε, να μπορεί αυτός, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να λάβει γνώση αυτής. 'Ητοι αρκεί η δυνατότητα γνώσης της δήλωσης χωρίς να απαιτείται και γνώση αυτής.
Αυτά ισχύον και για την αποστολή της δήλωσης, έγγραφης ή προφορικής, με οποιοδήποτε μέσο και με τρίτο πρόσωπο-άγγελο, οπότε περιέρχεται η δήλωση στο λήπτη, όταν το έγγραφο που την περιέχει, εγχειρίζεται, όχι μόνο προσωπικά στον αποδέκτη, αλά και σε τρίτα πρόσωπα, που μπορεί να θεωρηθούν, κατά τη συναλλακτική αντίληψη, ως προς τούτο εξουσιοδοτημένα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αιτίαση του απαράδεκτου της ένδικης αγωγής, λόγω αοριστίας της, ως προς το αίτημα της περί καταβολής τόκων υπερημερίας από την επίδοση την 29-10-1996 εξώδικης δήλωσης του αναιρεσιβλήτου στους αναιρεσείοντες, με την οποία ζητούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους από τις αναφερόμενες σε αυτή κύρια και παρεπόμενη συμφωνίες, για καταβολή από τους αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο, των εξόδων και δαπανών στις οποίες θα υποβληθεί αυτός από τη διεξαγωγή των δικών μεταξύ αυτού (αναιρεσιβλήτου) και της ...., εξ αιτίας της αγωγής κυριότητας και νομής του μισθίου για τον αναιρεσίβλητο ακινήτου, του οποίου την κυριότητα διεκδικούσαν οι αναιρεσείοντες.
Προσδιορίζεται δε η αοριστία αυτή στο ότι αναφέρεται στην αγωγή ότι η εξώδικη αυτή πρόσκληση κοινοποιήθηκε στο δικηγόρο Αντων. Νικολένδρη, χωρίς να διαλαμβάνει αν αυτός ήταν δικαστικός πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων και σε ποια δίκη ή πληρεξούσιος τους κατά το αστικό δίκαιο, ή δεκτικός έγγραφης όχλησης για καταβολή χρημάτων.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, αναφέρεται σε αυτή ότι ο αναιρεσίβλητος είχε μισθώσει από τους αναιρεσείοντες και το ..... , πατέρα των αναιρεσειόντων, μέχρι τις αρχές Μαϊου 1993, ένα ακίνητο, οικοδομή, το οποίο η ..... διεκδικούσε από τους αναιρεσείοντες με την από 13-2-1979 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δωδεκανήσου, ότι όταν του κοινοποιήθηκε η από 24-5-1993 εξώδικη όχληση της ....., με την οποία του ζητήθηκε να εγκαταλείψει τη μίσθια οικοδομή, και ενημέρωσε τους αναιρεσείοντες εκμισθωτές του, τον διαβεβαίωσαν "να μη φοβάται τίποτε" και του υποσχέθηκαν ότι δεν πρόκειται να πάθει τίποτα και ότι αυτοί θα πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα και αμοιβές των δικηγόρων του, όπως και των δικηγόρων των αντιδίκων αν καταδικασθεί και δεν θα επιβαρυνθεί με κανένα χρηματικό ποσό, τα οποία ποσά αναλαμβάνουν να καταβάλλουν αυτοί στους αντιδίκους του αντί για αυτόν, σε ολόκληρο ο καθένας τους.
΄Οτι όταν την 25-11-1991 του κοινοποιήθηκε η από 20-11-1991 αγωγή της ..... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εναντίον του, με την οποία του ζητούσε να αναγνωρισθεί κυρία και νομέας του παραπάνω μισθίου ακινήτου, του οποίου έπαυσε να είναι μισθωτής από το Μάϊιο του 1993, να της αποδοθεί η νομή και να απαγορευθεί κάθε μελλοντική διατάραξη αυτής (νομής), ενημέρωσε τους αναιρεσείοντες και αυτοί με τους τότε δικηγόρους τους Αντων.
Νικολένδρη και Γεώργ. Παντελίδη, τον καθησύχασαν "να μη φοβάται", "εδώ είναι αυτοί", και του υποσχέθηκαν ότι θα τηρήσουν την προαναφερόμενη συμφωνία τους, το ίδιο δε έπραξαν και όταν του κοινοποιήθηκαν άλλα δύο δικόγραφα της ...... και των τριών τέκνων της. Κατά τη συζήτηση της παραπάνω διεκδικητικής αγωγής της ......
ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τους παραπάνω δικηγόρους των αναιρεσειόντων, οι οποίοι όμως για λόγους δικής τους τακτικής, δεν κατέθεσαν προτάσεις, με αποτέλεσμα να δικαστεί ο αναιρεσίβλητος ερήμην και να γίνει δεκτή η παραπάνω αγωγή της .............. με την με αριθ. 153/1994 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η κυριότητα και νομή της ενάγουσας αυτής και υποχρεώθηκε αυτός σε απόδοση της νομής του ακινήτου εκείνου, του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, έπαυσε να είναι μισθωτής από τις αρχές Μαΐου 1993.
Οι αναιρεσείοντες και οι προαναφερόμενοι δικηγόροι τους δεν τον ενημέρωσαν για τη δυσμενή αυτή έκβαση της δίκης και την καταδίκη του με την απόφαση αυτή σε δικαστικά έξοδα 1.220.000 δραχ., αλλά άσκησαν για λογαριασμό του με το δικηγόρο τους Αντ. Νικολένδρη, κατά της απόφασης αυτής, την από 7-7-1994 έφεση, κατά τη δικάσιμο της οποίας την 17-3-1995 δεν εκπροσωπήθηκε από τους δικηγόρους αυτούς των αναιρεσειόντων και δικάσθηκε ερήμην, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η έφεση αυτή, με τη με αριθ. 90/1995 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του εκ δραχμών 810.000. 'Όταν δε του επιδόθηκαν την 16-6-1995 και 12-7-1995 απόγραφα εκτελεστά των παραπάνω αποφάσεων, με τις κάτω από αυτές από 14-6-1995 και 10-7-1995 επιταγές για να καταβάλλει στην ενάγουσα ......
τα προαναφερόμενα ποσά δικαστικών εξόδων που επιδικάσθηκαν σε αυτή, με τις αποφάσεις αυτές, οι αναιρεσείοντες και ο δικηγόρος τους Αντ. Νικολένδρης, τον καθησύχασαν "ότι δεν πρόκειται να πληρώσει ούτε δραχμή", ότι "αυτοί εδώ είναι εδώ" "θα τηρήσουν την προαναφερθείσα συμφωνία τους και θα καταβάλλουν οποιαδήποτε δικαστικά έξοδα και δαπάνες των αντιδίκων, ότι θα έκαναν καινούριο δικαστήριο και θα έπαιρναν το ακίνητο που είναι μεγάλης αξίας, θα το πουλούσαν και από το τίμημα θα τον εξοφλούσαν". 'Ότι ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων Αντ.
Νικολένδρης άσκησε για λογαριασμό του αναιρεσιβλητου ανακοπές και αιτήσεις αναστολής κατά των παραπάνω πράξεων εκτέλεσης, χωρίς επιτυχία και την 25-4-1996 του επιδόθηκε η υπ' αριθ. 307/24-4-1996 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του επί των οδών ...... και ..... υπογείου διαμερίσματος του, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου .....
και ορίσθηκε ο αναγκαστικός πλειστηριασμός του για την 29-5-1996 και μετά από αιτήσεις που ασκήθηκαν για λογαριασμό τους από το δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αντων. Νικολένδρη, ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 461/1996 απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου ο πλειστηριασμός για την 10-7-1996 και του επιδόθηκε η υπ' αριθμ. 317/6-6-1996 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης.
Στη συνέχεια δε, μετά από αίτηση που ασκήθηκε επίσης από τον παραπάνω δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αντ. Νικολένδρη για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, ανεστάλη η διενέργεια του πλειστηριασμού αυτού με την υπ' αριθμ. 595/1996 απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου για τέσσερες μήνες και του επιδόθηκε την 15-7-1995 ή υπ' αριθμ. 323/10-7-1996 επαναληπτική περίληψη έκθεσης κατασχέσεως και αναγκαστικού πλειστηριασμού, του παραπάνω ακινήτου του, με ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού την 20-11-1996.
Τότε ο παραπάνω δικηγόρος των αναιρεσειόντων Αντων. Νικολένδρης, τον πληροφόρησε ότι δεν υπήρχαν άλλα μέσα αποτροπής του πλειστηριασμού, και αφού οι αναιρεσείοντες, από τους οποίους ζήτησε την εκτέλεση των υπεσχημένων απ' αυτούς στην περίπτωση απώλειας των προαναφερόμενων δικαστικών αγώνων και αυτοί αρνήθηκαν, απηύθυνε κατ' αυτών (αναιρεσειόντων) την από 25-10-1996 εξώδικη καταγγελία και πρόσκληση προς εκτέλεση των υπεσχημένων και καταβολή των ποσών που επιτάσσονταν να καταβάλλει με τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις και διαδικαστικές πράξεις εκτέλεσης και τις κάτω από αυτές επιταγές και την επέδωσε την 29-10-1996 στον πιο πάνω δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που είχε διεξαγάγει όλες τις παραπάνω δίκες στο όνομα του αναιρεσιβλήτου, αλλά για λογαριασμό και αποκλειστικό συμφέρον των αναιρεσειόντων, αφού ο αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει από το μίσθιο ακίνητο το μήνα Μάϊο 1993.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την από 10-5-1991 έγγραφη σύμβαση μίσθωσης οι εναγόμενοι και ο ....., πατέρας του 2ου έως και 4ου αυτών, και σε συνέχεια προηγουμένων διαδοχικών μισθώσεων εξεμίσθωσαν στον ενάγοντα μία οικία με το οικόπεδό της που βρίσκεται στην οδό ......
στη Ρόδο, για το χρονικό διάστημα από 15-5-1991/ 14-5-1993, ότι η κυριότητα επί του ακινήτου αυτού αποτέλεσεν αντικείμενο μακροχρόνιας δικαστικής διαμάχης μεταξύ των εδώ εναγομένων αναιρεσειόντων και της .... , η οποία ήταν η αρχική εκμισθώτρια του ακινήτου. Ότι στην αντιδικία αυτή ενεπλάκη και ο ενάγων, αφού η ....
εστράφη και κατ΄ αυτού, ως νομέα του ακινήτου, με την με αριθ. έκθ. κατ. 907/1991 αγωγή της ενώπιον του Πολ. Πρωτοδικείου Ρόδου ισχυριζόμενη ότι είναι κυρία και νομέας του ακινήτου αυτού και ότι ο εναγόμενος (εδώ ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) αντιποιείται τη νομή της και ζήτησε η ..... ν' αναγνωρισθεί νομέας, άλλως κυρία, του ακινήτου, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, (ενάγων στην κρινόμενη υπόθεση) να της αποδώσει τη νομή του ακινήτου.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ο ενάγων παραστάθηκε μεν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γ. Παντελίδη και Αντ. Νικολένδρη, δικάσθηκε όμως, ερήμην λόγω μη κατάθεσης εγγράφων προτάσεων, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αγωγή λόγω της ερημοδικίας του με την 153/1994 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, με την οποία καταδικάσθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ....., που καθορίστηκαν, με την απόφαση αυτή στο ποσό των 1.770.000 δραχ.
Ότι ύστερα από την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω απόφασης εκ μέρους του εδώ ενάγοντος, δια των ως άνω δικηγόρων, η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου η έφεσή του, όμως, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας του κατά την συζήτησή της (την οποία επέσπευσεν η ως άνω εφεσίβλητη ......) με την υπ' αριθ. 90/1995 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (Εφετείου), με την οποία ο εδώ ενάγων καταδικάσθηκε στην δικαστική της δαπάνη ποσού 810.000 δρχ. 'Ότι για τα ως άνω ποσά της δικαστικής δαπάνης επισπεύθηκεν, από την ...., αναγκαστική εκτέλεση σε ακίνητό του, προς αποφυγή δε της εκπλειστηριάσεως αυτού ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος αναγκάσθηκε να καταβάλει στον δικ.
επιμελητή, για λογαριασμό της επισπεύδουσας, για την παραπάνω αιτία, μαζί με τους τόκους, τα έξοδα εκτέλεσης και όλες τις συναφείς προσαυξήσεις, το συνολικό ποσό των 3.225.000 δρχ. και δη ποσό 675.000 δρχ. την 8-7-1996 και ποσό 2.550.000 δρχ. την 1-11-1996. Κατέβαλεν επίσης ο ενάγων - αναιρεσίβλητος στην ..... με βάση την με αριθ. 556/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου και την κάτω απ' αυτήν επιταγή προς πληρωμή στα πλαίσια της ίδιας δίκης, για την δικαστική της δαπάνη με τα τέλη απογράφου το ποσό των 260.000 δρχ.
την 11-9-1998. Στα πλαίσια των δικών αυτών με την διεκδικούσα το ακίνητο ..... οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) με συμφωνία που συνήψαν με τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) ανέλαβαν την υποχρέωση να καλύψουν αυτοί οποιαδήποτε έξοδα, δικαστικά και εξώδικα, τα οποία θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει κατά τη διάρκεια της αντιδικίας αυτής, εκπροσωπούμενος στις σχετικές δίκες από τους πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και με δικά τους έξοδα.
Η συμφωνία αυτή αποδεικνύεται και από το γεγονός, ότι οι δίκες αυτές αφορούσαν τα συμφέροντα των εναγομένων και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δε είχε λόγο να εμπλακεί σ' αυτές ή να συνεχίσει το δικαστικό αγώνα με την ....., εάν δεν υπήρχαν η συμφωνία αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, τον Μάϊο του 1993 αποχώρησεν από το μίσθιο, το οποίο εκμισθώθηκε στην συνέχεια στον αδελφό του, και επομένως δεν είχε έννομο συμφέρον από το αποτέλεσμα των δικών αυτών, η έκβαση των οποίων του ήταν αδιάφορη και το γεγονός, ότι την 29-10-1996 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) επέδωσε στους εναγομένους (αναριεσείοντες), εξώδικη δήλωση προς εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεών τους, στην οποία εκείνοι δεν απάντησαν προς αντίκρουση των ισχυρισμών τους.
Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα της ένδικης αγωγής και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο που έκρινε νόμιμο, ορισμένο και ουσιαστικά βάσιμο το αγωγικό αίτημα για καταβολή του ποσού των δραχ. 3.225.000 , με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επιδόσεως την 29-10-1996 της παραπάνω εξώδικης πρόσκλησης στο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αντ.
Νικολένδρη, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η περιεχόμενη στην εξώδικη αυτή πρόσκληση-όχληση του αναιρεσιβλήτου στους αναιρεσείοντες, να εκπληρώσουν την ένδικη οφειλή τους, αναπτύσσει την ενέργεια της και θεωρείται ότι περιήλθε στους αναιρεσείοντες από τη στιγμή της επίδοσης της στον παραπάνω δικηγόρο τους, από την οποία, επίδοση, επήλθε η όχληση αυτή, με συνηθισμένο στη συναλλακτική αντίληψη μέσο, στη σφαίρα επιρροής των αναιρεσειόντων, ούτως ώστε να μπορούν αυτοί, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να λάβουν γνώση αυτής, αφού ο δικηγόρος τους αυτός θεωρείται, κατά τη συναλλακτική αντίληψη, ως προς τούτο εξουσιοδοτημένος.
Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα δε με τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η προσβαλλόμενη με τον πέμπτο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε την έναρξη τόκων υπερημερίας για το ποσό των δραχ. 3.223.000 που επιδικάσθηκε, κατ΄ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, από την επόμενη της κοινοποιήσεως την 29-10-1996 της προαναφερόμενης από 25-10-1996 εξώδικης δήλωσης του αναιρεσιβλήτου στον δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αντ.
Νικολένδρη, χωρίς να γίνεται επίκληση από τον αναιρεσίβλητο και παραδοχή από το Εφετείο ότι ο δικηγόρος αυτός ήταν δικαστικός πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ή δεκτικός παραλαβής τέτοιου εγγράφου, ή εκπρόσωπος σε εκκρεμή δίκη εναντίον του αναιρεσιβλήτου, γιατί, όπως προεκτέθηκε, με όσα εκτίθενται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και με όσα δέχεται το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν προβλήθηκε από τον αναιρεσείβλητο και έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι με την επίδοση της παραπάνω από 25-10-1996 εξώδικης δήλωσης του αναιρεσιβλήτου στον δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αντ.
Νικολένδρη, μπορούσαν αυτοί, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβουν γνώση της εξώδικης αυτής δήλωσης, αφού ο δικηγόρος του αυτός, που διεξήγαγε κατ΄ εντολή και για λογαριασμό τους και προς το αποκλειστικό τους συμφέρον όλες τις προαναφερόμενες δίκες του αναιρεσιβλήτου με τη ..... και υπόσχονταν για λογαριασμό των αναιρεσειόντων την καταβολή στον αναιρεσίβλητο όλων των δικαστικών εξόδων των δικαστικών αυτών αγώνων, θεωρείται, κατά τη συναλλακτική αντίληψη ως εξουσιοδοτημένος προς παραλαβή της παραπάνω εξώδικης δήλωσης του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 2-8-2003 αίτηση αναιρέσεως των 1) .... 2) ..... και 3) .... , για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 367/2002 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ