Supreme Court allows appeal against termination of employment contract due to employer's bad faith and lack of economic reasons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court decision terminating an employee's contract. The employer argued the termination was justified by economic difficulties and the employee's dissatisfaction, but the court found these reasons contradictory and insufficient. The court ruled that the termination was actually motivated by bad faith and vindictiveness rather than legitimate economic grounds, violating substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 107, 120 of Law 4072/2012; Art. 281 of the Civil Code: A change in corporate form does not alter the legal personality or ongoing obligations, and a contract termination based on bad faith or vindictiveness rather than economic reasons is invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1175 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1175/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Σκαρλάτου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Νομικού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2034/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2247/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 107 του νόμου 4072/2012 εταιρεία άλλης μορφής μπορεί να μετατραπεί σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με απόφαση των εταίρων ή των μετόχων, που λαμβάνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το νόμο για την περίπτωση λύσης της συγκεκριμένης εταιρικής μορφής. Για τη μετατροπή ακολουθείται η διαδικασία που απαιτείται για τη σύσταση της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 51 του ιδίου νόμου.
Με τη συντέλεση της μετατροπής η μετατρεπόμενη εταιρεία συνεχίζεται με τη μορφή της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας. Η νομική προσωπικότητα συνεχίζεται και οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο όνομα της εταιρείας υπό τη νέα της μορφή, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Κατά το άρθρο 120 του ιδίου νόμου εταιρεία περιορισμένης ευθύνης μπορεί να μετατραπεί σε Ι.Κ.Ε.
κατά το ως άνω άρθρο 107, ενώ με την επέλευση της μετατροπής επέρχεται απλώς αλλαγή στον τύπο, ήτοι στη μορφή και το νομικό ένδυμα της εταιρείας, ο δε επιχειρηματικός φορέας , ήτοι το νομικό πρόσωπο παραμένει αμετάβλητο. Ο μεταβάλλων απλώς τη νομική μορφή του φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της επιχείρησης παραμένει ο ίδιος και δη τόσο σε επίπεδο ουσιαστικού όσο και δικονομικού δικαίου, παρά την κατά τα λοιπά μεταβολή του νομικού τύπου.
Εξ αυτού συνάγεται ότι η εταιρεία ευθύνεται χωρίς καμία περαιτέρω διατύπωση για τις υφιστάμενες κατά το χρόνο της μετατροπής υποχρεώσεις της μετατραπείσας εταιρείας. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Σκαρλάτου.
Ο τελευταίος προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του προσκομίζει το υπ'αριθ. .../2.6.2020 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέτας Τζανοπούλου. Στο εν λόγω πληρεξούσιο αναφέρεται ότι "...παρουσιάσθηκαν οι μη εξαιρούμενοι από το Νόμο α] Α. Β. του Σ........και β] Ι. Ζ., Η.....οι οποίοι ενεργούν στο πληρεξούσιο αυτό ως μοναδικοί εταίροι και συνδιαχειριστές της εδρεύουσας στο Δήμο ... ....Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." και κατά συντόμευση "...."...και προήλθε από μετατροπή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." δυνάμει του με αριθμό .../19.12.2016 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθήνας Σοφίας Στρατή - Παλκάνογλου, που καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο στις 28.12.2016 με κωδικό αριθμό καταχώρησης ..., όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ. .../28.12.2016 ανακοίνωση της υπηρεσίας ΓΕΜΗ, που προσαρτάται στο παρόν...".
Εξ αυτών συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "...", μετατράπηκε σε Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία [Ι.Κ.Ε.] με την ως άνω επωνυμία, παραδεκτά δε εκπροσωπείται από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο παρασχέθηκε πληρεξουσιότητα από τους διαχειριστές της εταιρείας υπό τη νέα της μορφή [I.Κ.Ε.],αφού οι εκκρεμείς δίκες μετά την επέλευση της μετατροπής συνεχίζονται από τη νέα εταιρεία στο όνομά της χωρίς να επέρχεται η διακοπή τους.
Με την από 17.7.2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2247/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί των από 11.1.2015 και 22.10.2015 αντιθέτων εφέσεων αυτών κατά της υπ' αριθ. 2034/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Με την εν λόγω αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος αιτείτο μισθούς υπερημερίας από άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, διαφορές αποδοχών και αμοιβή για πρόσθετη εργασία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα πρόσθετης αμοιβής ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, το αίτημα καταβολής διαφοράς αποδοχών ως αόριστο, ενώ δέχθηκε ως βάσιμο κατ'ουσίαν το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας εξ ακύρου απολύσεως.
Στη συνέχεια η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και απέρριψε αυτές κατ'ουσίαν. Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ]. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 [ΑΠ 641/2021, 701/2010], Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά , τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία με κύκλο εργασιών, μεταξύ άλλων τη μεταφορά ταξιδιωτών, αποσκευών, δεμάτων από τους τόπους εκκινήσεως ή αφίξεως μέσων μαζικής μεταφοράς, με μέσα της εταιρείας ή τρίτων, τη διαμεσολάβηση στη μεταφορά ταξιδιωτών, αποσκευών, δεμάτων από τους τόπους εκκινήσεως ή αφίξεως μέσων μαζικής μεταφοράς, με μέσα της εταιρείας ή τρίτων, τη διαμεσολάβηση στη μεταφορά ταξιδιωτών, αποσκευών ή δεμάτων, την παροχή παντός είδους υπηρεσιών σε επιβάτες μαζικής μεταφοράς...στη 1 Ιουνίου 1999 και για χρονικό διάστημα τριών μηνών προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος και παρείχε σ'αυτήν τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, μέχρι και τέλος Σεπτεμβρίου του αυτού έτους, οπότε και επήλθε η λύση της σχέσης εργασίας του....
Ωστόσο τον Αύγουστο του έτους 2000 ο ενάγων προσλήφθηκε εκ νέου από την εναγομένη...με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός των οχημάτων μεταφοράς των αποσκευών με την έγκαιρη άφιξη αυτών στους κατόχους τους, με τις οποίες [αποσκευές] και μετέφερε στο φορτηγάκι, που ο ενάγων οδηγούσε, ο υπεύθυνος παραλαβής ...στις 15 Ιουλίου 2011 ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη εταιρεία τον υποχρέωνε να ξεφορτώνει από το ως άνω φορτηγάκι τις προαναφερόμενες αποσκευές χωρίς να του καταβάλλει την ανάλογη αμοιβή, ότι δεν του καταβαλλόταν αμοιβή για την εργασία του τη νύχτα καθώς επίσης ζήτησε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών.
Η προσφυγή του αυτή, όμως, δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθόσον τα δύο μέρη δεν κατέληξαν σε συμφωνία με την εναγομένη, μάλιστα, επτά [7] ημέρες μετά την προσφυγή του ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας Παλλήνης και την πρόσκληση αυτής προς συζήτηση της ανοιγείσας μεταξύ των διαδίκων διαφοράς [με ημερομηνία συζήτησης αυτής να ορίζεται η 23.8.2011, οπότε και αναβλήθηκε για 6 Σεπτεμβρίου 2011 και περαιτέρω για 23 Σεπτεμβρίου 2011], να προβαίνει στις 22.7.2011 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του για λόγους, όπως ισχυρίσθηκε, οικονομοτεχνικούς, με την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης του ποσού των 3.313,34 ευρώ, όπως τούτο αναγράφεται στην από 22.7.2011 εξώδικη καταγγελία ....ήτοι ότι "λόγω της οικονομικής κρίσης και της ασφυξίας στην αγορά που πλήττει και την εταιρεία μας στα πλαίσια του διευθυντικού μας δικαιώματος αποφασίσαμε περικοπές στο προσωπικό και ελαχιστοποίηση των εξόδων μας για την ζωτικότητα της επιχείρησης μας ...".
Ωστόσο παρά τα οικονομικά προβλήματα που ενδεχομένως, το έτος 2011 αντιμετώπιζε η εναγομένη εταιρεία, η τελευταία προέβη στη λήξη της σχέσης εργασίας του ενάγοντος χωρίς να αποδεικνύεται ότι τούτο τελέστηκε μετά από επιλογή και άλλων εργαζομένων της, και εν δυνάμει απολυομένων, με αντικειμενικά κριτήρια [υπηρεσιακά ή κοινωνικά].
Εξάλλου μόνο το γεγονός ότι η εναγομένη τον Μάρτιο του 2010, πριν τη λήξη της σχέσης εργασίας του ενάγοντος και περαιτέρω το Δεκέμβριο του 2012 και το Δεκέμβριο του 2013 [μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος], προέβη σε απόλυση τριών εργαζομένων της, δεν αποδεικνύει, όπως η ίδια διατείνεται, ότι το έτος 2011 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, που μπορούσαν να περιορισθούν με την απόλυση του ενάγοντος και μάλιστα επτά [7] ημέρες μετά την προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Η καταγγελία αυτή, συνεπώς, τελέστηκε για λόγους μη οικονομοτεχνικούς εξ αιτίας της διαμαρτυρίας του ενάγοντος για τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του και ως εκ τούτου είναι άκυρη ως καταχρηστική...". Εν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος επιδίκασης μισθών υπερημερίας, εκ μέρους του ενάγοντος, λόγω κακοβουλίας του και του επιδίκασε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 22.7.2011 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2012 μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, συνολικού ποσού 30.441,11 ευρώ.
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο δεχόμενο ότι η ως άνω καταγγελία έγινε για λόγους εκδίκησης των εκπροσώπων της εργοδότριας, λόγω προσφυγής του αναιρεσιβλήτου στην Επιθεώρηση Εργασίας προς διεκδίκηση δικαιώματος αμοιβής του από εργασία φορτοεκφόρτωσης αποσκευών, δεν έλαβε υπόψη ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τον χρόνο της καταγγελίας διήνυε τον ενδέκατο χρόνο υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα και διαμαρτυρόμενος για μη καταβολή δεδουλευμένων από εργασίες εκφόρτωσης, αναφέρονταν και σε παρελθόντα χρόνο, κατά τον οποίο επανειλημμένως είχε διαμαρτυρηθεί, όπως στο δικόγραφο των προτάσεών του αναφέρει, που παραδεκτά επισκοπούνται [άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ], χωρίς όμως συνέπειες εκ μέρους της εργοδότριας, ότι οι απαιτήσεις του για τις εργασίες εκφόρτωσης που ασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή, κρίθηκαν αβάσιμες κατ' ουσίαν, μόνο δε η προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 15.7.2011 χωρίς άλλα στοιχεία αποδεικτικά εμπάθειας και εκδικητικότητας των εκπροσώπων της δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της.
Ομοίως, δεν την καθιστά καταχρηστική η έλλειψη αιτίας ή η αναλήθεια των οικονομοτεχνικών λόγων, που επικαλέσθηκε η εργοδότρια και δεν δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την αντιφατική αιτιολογία ότι "οικονομικά προβλήματα ενδεχομένως το έτος 2011 να αντιμετώπιζε η εναγομένη", και σε άλλο σημείο της ότι η εναγομένη "δεν αποδεικνύει...ότι το έτος 2011 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που μπορούσαν να περιορισθούν με την απόλυση του ενάγοντος" .
Με την κρίση δε ότι "Η καταγγελία .... τελέστηκε για λόγους μη οικονομοτεχνικούς εξ αιτίας της διαμαρτυρίας του ενάγοντος για τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του και ως εκ τούτου είναι άκυρη ως καταχρηστική" παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες , καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, στέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον, κατά τα ανωτέρω, εδέχθη ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου προήλθε εξ εκδικήσεως και εμπαθείας των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας λόγω της μη αρεστής διαμαρτυρίας του για εργασιακά του δικαιώματα, χωρίς όμως παράθεση ικανοποιητικών περιστατικών δικαιολογούντων την καταγγελία ως προερχόμενη εκ ταπεινών ελατηρίων, αφού ναι μεν η διαμαρτυρία του μισθωτού είναι δυνατόν να προκαλεί την ενόχληση και την δυσαρέσκεια του εργοδότη, δεν επαρκεί όμως μόνη της να τεκμηριώσει ότι η επακολουθήσασα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού υπήρξε προϊόν εμπάθειας και εκδικητικότητας αυτού [ΑΠ 1672/2018].
Μετά από αυτά θα πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης ως βάσιμοι κατ'ουσίαν, ενώ παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου, καθόσον η παραδοχή του ως βασίμου άγει στο ίδιο αποτέλεσμα, του τετάρτου, γιατί όσα αναφέρονται αποτελούν επιχειρήματα υπέρ της παραδοχής των δύο πρώτων λόγων και του τελευταίου [πέμπτου] λόγου περί καταχρηστικότητας της αξίωσης επιδίκασης μισθών υπερημερίας, γιατί προϋποθέτει νέα ουσιαστική κρίση σε σχέση με την εγκυρότητα ή μη της καταγγελίας.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της εγκυρότητας ή μη της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την
υπ'αριθ. 2247/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείο Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ