Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to consider evidence regarding debt assumption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Patras Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court failed to consider a specific court decision containing depositions proving the existence of a debt. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all evidence, including the depositions, and that the appellant's claim of non-consideration was legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the deposit was returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court has already explicitly stated it took such evidence into account during its evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1175 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1175/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Φ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. θυγατέρας Θ. Α., φυσικού τέκνου Δ. Κ., συζύγου Α. Ο., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπάκο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/7/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ.115/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, δεχόμενο την από 15-4-2014 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 148/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχτεί την από 10-8-2009 αγωγή του αναιρεσείοντα εναντίον της, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε να δικάσει την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005,7 /2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).
Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Εξάλλου κατά το άρθρο 138 εδ.α'Α.Κ. δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας αρκεί η ελαττωματικότητα της δηλωθείσας βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος ή των δηλωθεισών βουλήσεων των εκατέρωθεν δικαιοπρακτούντων, συνισταμένη, στο ότι αυτή δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση βουλήσεως, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνον για την έρευνα του κύρους ή μη της υποκρυπτόμενης, κατά το εδ.
β' του άρθρου 138 του AK (ΑΠ 1620/2008). Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε, αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της η πρόθεση εξαπατήσεως κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαιτήσεως προγενέστερης της εικονικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 160/2013). Ενόψει των εκτεθέντων, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή, όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία κάποια έννομη μεταβολή και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ' αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή, αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015, ΑΠ 1671/2000).
Σύμφωνα δε με το αρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί (173 και 200 ΑΚ) ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ.19 και 20.
Συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την απόλυτη ή σχετική εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας, σχηματιζόμενη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερόμενη στη αληθή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 1671/2000).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται σαφώς ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση, με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί, διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, ήτοι υπόκειται σωρευτική αναδοχή χρέους. (ΑΠ 1770/2014, ΑΠ 557/1999).
Τέλος κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση, με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με τέτοιο σκοπό.
Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σλ αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας.
Το πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό. Έτσι, αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια, μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 654/2014, ΑΠ 114/2013, ΑΠ 748/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας, κατ'ουσία την ένδικη υπόθεση, δέχτηκε, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζόμενων αποδείξεων, που αναφέρονται σε αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το φθινόπωρο του έτους 1993 ο σύζυγος της εναγομένης-εκκαλούσας Α.
Ο., ο αδελφός αυτού Σ. Ο. και ο Α. Τ. αποφάσισαν να δημιουργήσουν επιχείρηση ψυχαγωγικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων στο χώρο του βιομηχανικού ακινήτου, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΈΛΣΑΠ ΑΕ" και στο οποίο στεγαζόταν το πρώην εργοστάσιο ΒΕΣΟ.
Η εταιρία αυτή με τη μεσολάβηση του Ο. Σ., δικηγόρου και πρώην Αντιδημάρχου Πατρέων, δέχθηκε να εκμισθώσει το ακίνητο αυτό στους προαναφερόμενους, αλλά και στον Ο. Σ. από κοινού. Για τον σκοπό αυτό συντάχθηκε το από 5.11.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο προβλεπόταν ότι μέσα σε ορισμένη προθεσμία θα ιδρυόταν νομικό πρόσωπο στο οποίο θα μεταβιβάζονταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προέρχονταν από τη σύμβαση της μίσθωσης.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε έξι έτη και ειδικότερα από την 1.1.1994 έως 31.12.1999. Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης καταβλήθηκε από τους μισθωτές ως εγγυοδοσία, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης το ποσό των 12.750.000 δραχμών. Για την κατάλληλη διαμόρφωση του χώρου του ακινήτου που είχε συνολική έκταση δώδεκα στρεμμάτων μαζί με τους στεγασμένους χώρους, εμβαδού 4.500 τ.μ.
περίπου, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι οι μισθωτές μπορούσαν να προβούν στις αναγκαίες οικοδομικές και μηχανολογικές εργασίες διαμόρφωσης του υπαίθριου χώρου και των κτιρίων για την ανάπτυξη των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων της επιχείρησής τους και ότι η έναρξη των εργασιών θα γινόταν από την κατάρτιση του συμφωνητικού.
Οι μισθωτές παρέλαβαν το μίσθιο ακίνητο και άρχισαν αμέσως τις εργασίες αποκατάστασης των κτιρίων και διαμόρφωσης χώρου συνολικά 4.500 τ.μ. περίπου. Στη συνέχεια με την …/….2.1994 πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Περδικομάτη-Γκοτσούλια, ο Α. Ο. και ο Σ. Ο., που ασχολούνταν επαγγελματικά και από πολλά έτη με την εκμετάλλευση κέντρων διασκέδασης, καθώς και ο Α.
Τ. ίδρυσαν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ-ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο ΎΨΙΚΑΜΙΝΟΣ". Σκοπός της εταιρείας ήταν η εκμετάλλευση επιχείρησης ψυχαγωγικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων που θα δημιουργείτο στον προαναφερόμενο εργοστασιακό χώρο. Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ορίστηκε με το άρθρο 44 του καταστατικού ο Ο.
Σ.. Το καταστατικό όμως αυτό δεν δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ. Κατά τον Νοέμβριο του έτους 1993 άρχισαν οι εργασίες αποκατάστασης των χώρων που ήταν ιδιαίτερα δαπανηρές. Για την αντιμετώπιση του σχετικού κόστους συνάφθηκε δάνειο την 17.1.1994 με τον Κ. Τ. ποσού 40.000.000 δραχμών, το οποίο λήφθηκε και χρησιμοποιήθηκε για τον παραπάνω σκοπό.
Για την εξασφάλιση του δανειστή υπογράφηκε το από 17.1.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ, του δανειστή και της εκκαλούσας-εναγομένης, σύμφωνα με το οποίο εκείνη ελάμβανε το δάνειο για τις ανάγκες της εμπορίας του συζύγου της Α. Ο.. Επίσης η εκκαλούσα- εναγομένη συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε τρεις αγρούς συγκυριότητας της κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου κειμένους στις θέσεις "..." και "..." της κτηματικής περιοχής της τέως Κοινότητας … και ήδη Δήμου … του Νομού … και εκδόθηκε σχετικά η 58/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Το ποσό του δανείου διατέθηκε για τη διαμόρφωση των χώρων της ΒΕΣΟ. Η προσπάθεια των μισθωτών ήταν να διαμορφώσουν και να θέσουν σε λειτουργία στεγασμένους χώρους επιφάνειας 2000 τ.μ. και προαύλιο χώρο περίπου ίσης επιφάνειας. Μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 1994 οπότε η προαναφερόμενη επιχείρηση λειτούργησε για• πρώτη φορά τέθηκαν σε λειτουργία ένας χώρος club, ένας χώρος περιπτέρου βιβλιοπωλείου, ένας μικρός χώρος συναυλιών και ένας μικρός χώρος εστίασης.
Οι μεγάλες δαπάνες που ήταν αναγκαίες για την αποκατάσταση των χώρων σε συνδυασμό με την καθυστέρηση της έναρξης της λειτουργίας της επιχείρησης και συνακόλουθα την έλλειψη κερδών, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη για εξεύρεση χρημάτων. Κατά την άνοιξη του έτους 1994 προτάθηκε στον ενάγοντα- εφεσίβλητο να συμμετάσχει στην προαναφερόμενη επιχείρηση, πρόταση που αποδέχθηκε και με την …/….5.1994 πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Περδικομμάτη-Γκοτσούλια σε συνδυασμό με την …/….6.1994 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου και δεδομένου ότι η προηγούμενη συστατική της εταιρείας πράξη μεταξύ των ιδρυτών Αφών Ο.
και Α. Τ., δεν είχε δημοσιευθεί, ιδρύθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Διασκέδαση- Πολιτισμός - ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο ΎΨΙΚΑΜΙΝΟΣ" από το Α. Τ. και τον ενάγοντα-εφεσίβλητο με τον σκοπό και την έδρα της εταιρείας της οποίας δεν ολοκληρώθηκε η σύσταση. Η συμμετοχή στη νέα εταιρεία ήταν 80% για τον Α.
Τ. και 20% για τον ενάγοντα- εφεσίβλητο Ι. Λ.. Ο Α. Τ. δε, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει τα 2/3 του προαναφερόμενου ποσοστού του στον Α. Ο. και στον Σ. Ο.. Στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας συμμετείχαν ο Ο. Σ. ως Πρόεδρος, ο Α. Τ. ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο ενάγων-εφεσίβλητος Ι. Λ. ως Αντιπρόεδρος και οι Α.
Ο. και Σ. Ο., ως μέλη. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε στο" ποσό των 20.000.000 δραχμών και διαιρέθηκε σε 2.000 μετοχές με ονομαστική αξία 10.000 δραχμών η καθεμιά. Το καταστατικό της εταιρείας δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ 4210/14.7.1994 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Ο ενάγων- εφεσίβλητος Ι. Λ. ανέλαβε μέρος των χρεών που δημιουργήθηκαν με αφορμή τη λειτουργία της επιχείρησης ψυχαγωγικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων στον χώρο του εργοστασίου ΒΕΣΟ καλύπτοντας αυτά με δικές του επιταγές.
Ακόμη ανέλαβε την εξόφληση του δανείου που είχε χορηγηθεί από τον Κ. Τ., ο οποίος είχε αρχίσει να πιέζει για την απόδοσή του. Συγκεκριμένα την 9.8.1994 ο Κ. Τ., ο Ι. Λ. και η Α. Ο. Α., κατάρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αναφερόταν ότι ο Κ. Τ. είχε συνάψει την από 17.1.1994 σύμβαση δανείου 40.000.000 δραχμών με την εκκαλούσα-εναγομένη, ότι προς εξασφάλιση της απαίτησής του από το δάνειο αυτό είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στα ακίνητά της με την 58/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και ότι μέχρι τότε η εκκαλούσα- εναγομένη του κατέβαλε 5.000.000 δραχμές.
Με το ίδιο συμφωνητικό ο Ι. Λ. αναδέχθηκε στερητικά το υφιστάμενο χρέος της εκκαλούσας-εναγομένης και υποσχέθηκε να καταβάλει στον Κ. Τ. 49.000.000 δραχμές σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 4.900.000 δραχμών, εκδίδοντας για τον λόγο αυτό δέκα μεταχρονολογημένες επιταγές του ποσού αυτού, αρχής γενομένης από 31.1.1995 της πρώτης, της δευτέρας την 28.2.1995 και των υπολοίπων την τελευταία ημέρα κάθε εν συνεχεία μήνα μέχρι την 31.10.1995.
Επίσης ο Κ. Τ. υποσχέθηκε αμέσως μόλις του ζητήσει ο Ι. Λ. να ενεργήσει κάθε αναγκαία πράξη προς άρση της προσημείωσης υποθήκης στα ακίνητα της … Α.-Ο.. Στο ίδιο από 9.8.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των Κ. Τ., Ι. Λ. και Α. Ο. - Α. ανεγράφη ότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ του Ι. Λ. και της Α. Α.-Ο. (διαδίκων) θα ρυθμιστούν δι' ετέρου, μεταξύ των, εγγράφου.
Την ίδια ημέρα που καταρτίστηκε το παραπάνω συμφωνητικό μεταξύ των τριών, καταρτίστηκε στην …., μεταξύ των διαδίκων Ι. Λ. και Α. Α.-Ο. το από 9.8.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων - εφεσίβλητος χορήγησε στην εκκαλούσα- εναγόμενη άτοκο δάνειο 100.000.000 δραχμών προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την επιχειρηματική δραστηριότητα του συζύγου της Α.
Ο., το οποίο η εκκαλούσα- εναγόμενη υποσχέθηκε να επιστρέψει σε δέκα ισόποσες συνεχείς μηνιαίες δόσεις των 10.000.000 δραχμών, αρχής γενομένης την 30.1.1995 και της τελευταίας την 31.10.1995, χωρίς να οφείλονται τόκοι υπερημερίας. Για την εξασφάλιση της απαίτησης του ενάγοντος συμφωνήθηκε η ενάγουσα να συναινέσει σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στους τρεις αγρούς συγκυριότητάς της κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου κειμένους στις θέσεις "..." και "..." της κτηματικής περιοχής της τέως Κοινότητας … και ήδη Δήμου ….
του Νομού …, που είχε προσημειώσει και για την απαίτηση του Κ. Τ. και με την 914/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της- από 5.8.1994 αίτησης του ενάγοντος- εφεσιβλήτου, προσημειώθηκαν τα παραπάνω ακίνητα για απαίτηση μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών. Με τις από 13.9.1995 και 30.1.2002 αιτήσεις του ενάγοντος - εφεσιβλήτου Ι.
Λ. ζητήθηκε και επετεύχθη η έκδοση των 713/1995 και 247/2002 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με τις οποίες διατάχθηκε η εναγομένη- εκκαλούσα Α. Θ. συζ. Α. Ο. να καταβάλει στον αιτούντα 80.000.000 δραχμές και 20.000.000 δραχμές για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από την από 9.8.1994 σύμβαση δανείου.
Προς ακύρωση των διαταγών πληρωμής η Α. Θ. - Ο. άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, αφενός την από 30.9.1995 και με αριθμό κατάθεσης 5664-1415/1995 ανακοπή κατά της 713/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και αφετέρου την από 17.7.2002 και με αριθμό κατάθεσης 2957/1169/2002 ανακοπή κατά της 247/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με τις οποίες ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκαν βασίζεται σε άκυρη σύμβαση δανείου λόγω (απόλυτης) εικονικότητας και ότι σε κάθε περίπτωση δεν έπρεπε να διαταχθεί να καταβάλει τόκους υπερημερίας, αφού συμφωνήθηκε να μην οφείλονται.
Επί των . ανακοπών εκδόθηκαν αντίστοιχα οι με αριθμούς 788/2003 και 2957/1169/2002 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών που ακύρωσαν εν μέρει τις διαταγές πληρωμής κατά το ποσό των τόκων υπερημερίας που υποχρεώθηκε να καταβάλει η καθ' ης οι διαταγές πληρωμής-ανακόπτουσα. Οι πρωτόδικες αποφάσεις εξαφανίστηκαν μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους της ανακόπτουσας με τις 117/2006 και 119/2006 αντίστοιχα αποφάσεις του Εφετείου Πατρών με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διαταγές πληρωμής.
Ο Ι. Λ. άσκησε κατά των αποφάσεων αυτών αιτήσεις αναίρεσης επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχα οι με αριθμούς 1620/2008 και 1621/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου δια των οποίων απορρίφθηκαν οι αιτήσεις. Με τις αποφάσεις 117/2006 και 119/2006 του Εφετείου Πατρών κρίθηκε σχετικά με την απαίτηση του ενάγοντος- εφεσίβλητου εκ της από 9.8.1994 σύμβασης δανείου ότι δεν υπάρχει, διότι οι δηλώσεις βούλησης των διαδίκων για κατάρτιση σύμβασης δανείου (από την οποία προερχόταν κατά τις αιτήσεις για έκδοση των διαταγών πληρωμής η υποχρέωση παροχής της καθ' ης η διαταγή πληρωμής-ανακόπτουσας) που διαλαμβάνονται στο συμφωνητικό δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και συνεπώς είναι άκυρες ως εικονικές.
Η αμετάκλητη πλέον δικαιοδοτική κρίση του Εφετείου Πατρών με αμφότερες τις ανωτέρω αποφάσεις του (117/2008 και 119/2006) περί της ανυπαρξίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πηγάζουν υπέρ και σε βάρος των προσώπων-διαδίκων- αντισυμβαλλομένων από την από 9.8.1994 εικονική σύμβαση δανείου, ως αναγκαία κρίση και προαπαιτούμενη για να αποφανθεί το δικαστήριο περί του κύρους των διαταγών πλερωμής, δεδομένου ότι έκρινε λόγο ανακοπής με περιεχόμενο την εικονικότητα της σύμβασης τον οποίο έκανε δεκτό και ακύρωσε τις διαταγές πληρωμής, συνιστά προδικαστικό ζήτημα του κύρους των διαταγών πληρωμής που αποτελεί το κύριο ζήτημα της δίκης και την κύρια έννομη συνέπεια.
Ως εκ τούτου εκ της ανωτέρω κρίσεως παράγεται θετικό δεδικασμένο το οποίο δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το ζήτημα της διάγνωσης της ύπαρξης άλλης δικαιοπραξίας καλυπτόμενης κάτω από την εικονική, ώστε η περαιτέρω κατάφαση ή μη της ύπαρξης της άλλης δικαιοπραξίας να διέρχεται από την λογικώς προαπαιτούμενη κρίση της εικονικότητας της από 9.8.1994 σύμβασης δανείου, που το παρόν δικαστήριο οφείλει να λάβει και λαμβάνει ως δεδομένη.
Άλλωστε αμφότεροι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν την εικονικότητα της σύμβασης δανείου. Ακολούθως, όσον αφορά το ποσό της οφειλής έναντι του Κ. Τ. που ανέλαβε και αποπλήρωσε ο ενάγων- εφεσίβλητος με αποτέλεσμα να ελευθερωθεί από το χρέος αυτό η Α. Ο.-Α., η τελευταία υποχρεώθηκε να το. καταβάλει στον Ι. Λ., νομιμοτόκως από την επίδοση της από 15.1.2003 αγωγής που άσκησε ο Ι.
Λ. σε βάρος της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών με βάση άλλη προφορική σύμβαση δανείου, που επικαλέστηκε και δέχθηκε αποδεδειγμένη το δικαστήριο με την 1046/2007 απόφασή του, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά από την απόρριψη της έφεσης της τότε εναγομένης Α. Ο. με την 477/2009 απόφαση αυτού του δικαστηρίου και της ασκηθείσας από την ίδια αίτησης αναίρεσης δια της 1831/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, το Εφετείο Πατρών δια των ιδίων ως άνω αποφάσεών του (117/2006 και 119/2006) δέχθηκε ότι ποσό 100.000.000 δραχμών καταβλήθηκε τμηματικά με διαδοχικές συμβάσεις δανείων, εντός των ετών 1991 μέχρι το 1993 από τον Ι. Λ. στον Α. Ο. (σύζυγο της εναγομένης- εκκαλούσας) και στον αδελφό του Σ. Ο. και ότι η πραγματική βούληση των διαδίκων απέβλεπε στην αναγνώριση ή την αναδοχή από την ανακόπτουσα του χρέους του Α.
Ο. και του Σ. Ο. προς τον καθ' ου η ανακοπή, γεγονός το οποίο είχε επικαλεστεί επικουρικά ο καθ' ου η ανακοπή, πλην όμως δεν είχε την ευχέρεια να προβάλει τέτοιον ισχυρισμό, διότι αποτελούσε νέα ιστορική αιτία της απαίτησής του για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Η ανωτέρω κρίση του Εφετείου Πατρών δεν δημιουργεί δεδικασμένο για το παρόν δικαστήριο που έχει να αποφανθεί περί της υπάρξεως ή μη άλλης δικαιοπραξίας (σύμβασης αναδοχής χρέους εκ συναφθεισών συμβάσεων δανείων μεταξύ των ετών 1991-1993 των αφών Ο.
με τον ενάγοντα-εφεσίβλητο) υπό την άκυρη λόγω εικονικότητας δικαιοπραξία, διότι η συγκεκριμένη κρίση δεν ήταν αναγκαία για να αποφανθεί το δικαστήριο περί του κύρους των διαταγών πληρωμής που ήταν το κύριο ζήτημα της δίκης, δεδομένου μάλιστα ότι παρότι δέχθηκε τα ανωτέρω, ακύρωσε τις διαταγές πληρωμής, γεγονός που καταδεικνύει ότι καθόλου δεν αποτέλεσε αναγκαίο όρο και μέσο πραγματώσεως του σκοπού της κύριας έννομης συνέπειας.
Εξάλλου, τα σχετικά με την ανωτέρω κρίση πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα το δικαστήριο, κατά τα εκτειθέμενα στο σκεπτικό δεν δημιουργούν δεδικασμένο ως μη αποτελούντα έννομη σχέση. Ακολούθως, από τις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Κ., λογίστριας στην επιχείρηση αποκλειστικών συμφερόντων του Ι.
Λ. "Γ. Λ. ΕΠΕ" και Ι. Χ., πωλητή ελαστικών αυτοκινήτων, που είχε συνεργασία και εμπορικές συναλλαγές με τον Ι. Λ., των οποίων οι καταθέσεις εδόθησαν στο πλαίσιο εκδικάσεων των ανακοπών κατά των διαταγών πληρωμής που εκδόθηκαν για την απαίτηση από την από 9.8.1994 σύμβαση δανείου και διαλαμβάνονται στις εισηγητικές εκθέσεις 15/1997 και 145/1999, που προσκομίζει και επικαλείται στις προτάσεις της η εκκαλούσα και λαμβάνονται υπ' όψη ως δικαστικά τεκμήρια, όπως και από την κατάθεση της μάρτυρος Β.
Κ. το περιεχόμενο της οποίας διαλαμβάνεται στο ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό, αποδεικνύεται ότι οι μάρτυρες αυτοί οι οποίοι κατέθεσαν με πρόταση του Ι. Λ. καθ' όλη τη διαδρομή της αντιδικίας των αντιδίκων, δεν γνώριζαν την εναγομένη- εκκαλούσα και ουδέποτε την είχαν συναντήσει (βλ. φύλλο 9 της 15/1997 εισηγητικής έκθεσης και πρακτικό εκκαλουμένης σελ.2 για την κατάθεση της Β.
Κ. και φύλλο 12 της 145/1999 εισηγητικής έκθεσης για την κατάθεση του Ι. Χ.). Επίσης, η Β. Κ. παρότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε σχετικά με το από 9.8.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων (βλ. πρακτικό συνεδρίασης), σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 28.11.1997 είχε καταθέσει εξεταζόμενη ενώπιον της Εισηγήτριας κατά την εξέταση μαρτύρων στο πλαίσιο της δίκης των ανακοπών μεταξύ των ιδίων διαδίκων ότι το συγκεκριμένο συμφωνητικό δεν το είχε δει ποτέ, δεν ήξερε αν ήταν γνήσιο ή εικονικό, δεν γνώριζε τίποτε για τα 100.000.000 δραχμές που αναφερόταν σ' αυτό, ότι το είχε δει για πρώτη φορά και ότι γνώριζε μόνο για τις δοσοληψίες μεταξύ Ι.
Λ. και Α. Ο. και Σ. Ο. και ότι την Α. Ο. δεν την είδε ποτέ (βλ. φύλλο 9 της 15/1997 εισηγητικής έκθεσης). Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δε ό.τι κατέθεσε σχετικά με τις συζητήσεις για τη σύναψη του ιδιωτικού συμφωνητικού κατέθεσε ότι τα γνωρίζει από τον Ι. Λ. και ότι δεν ήταν παρούσα στις συζητήσεις (σελ. 4 και 6 του ταυτάριθμου με την εκκαλουμένη πρακτικού) και ως εκ τούτου η κατάθεσή της σχετικά με το συμφωνητικό αυτό, το ποσό που αφορούσε κ.
ο. κ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν κρίνεται πρόσφορη για απόδειξη. Ο δε Ι. Χ., πέραν δύο περιστατικών δανεισμού από τους αδελφούς Ο. (το ένα το 1985 και το άλλο τον Νοέμβριο του 1993) για τα οποία κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυς, για ό,τι άλλο κατέθεσε προερχόταν από πληροφόρησή του από τον Ι. Λ. (βλ. εισηγητική έκθεση 145/1999, φύλλο 19 δεύτερη σελίδα αυτού).
Επομένως, από τις καταθέσεις των δύο αυτών μαρτύρων δεν προκύπτει ουδόλως, ότι μεταξύ των διαδίκων έγινε συμφωνία να καταρτίσουν σύμβαση με την οποία η Α. Ο. – Α. αναδέχθηκε χρέος 100.000.000 δραχμών του συζύγου• της και του αδελφού του συζύγου της από συμβάσεις δανείων που κατάρτισαν αυτοί με τον Ι. Λ. μεταξύ των ετών 1991-1993, ώστε οι τελευταίοι να απαλλαχθούν και να ευθύνεται γι' αυτά η Α.
Ο.-Α., ούτε περαιτέρω ότι συμφώνησαν την αληθινή αυτή σύμβαση να την καλύψουν υπό την εικονική σύμβαση δανείου. Τα παραπάνω κρίσιμα στοιχεία για την ευδοκίμηση της αγωγής δεν αποδείχθηκαν ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο.
Αντιθέτως από την κατάθεση του μάρτυρα Ο. Σ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της ΎΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΑΕ" στο οποίο Δ.Σ. ήδη κατά τον χρόνο κατάρτισης της από 9.8.1994 σύμβασης δανείου συμμετείχε ως Αντιπρόεδρος ο Ι. Λ. και ως μέλη οι αδελφοί Ο. και ο μάρτυς συναντούσε και τους τρεις και παρευρισκόταν σε συζητήσεις τους σχετικές με την αφορμή κατάρτισης του από 9.8.1994 συμφωνητικού δανείου (φύλλο 6 εισηγητικής έκθεσης 146/1999) και γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο καταρτίστηκε το συμφωνητικό (βλ.
σελ. 12 ταυτάριθμου με την εκκαλουμένη πρακτικού) προκύπτει ότι η από 9.8.1994 σύμβαση δανείου 100.000.000 δραχμών ήταν εικονική, μη υποκρύπτουσα ούτε σύμβαση στερητικής αναδοχής οποιουδήποτε χρέους και ρητά ο Ο. Σ. απέκλεισε ότι η Α. Ο.-Α. αναδέχθηκε οποιοδήποτε χρέος των αδελφών Ο. έναντι του Ι. Λ., που ο ίδιος δεν ήξερε αν υπάρχει, ούτε υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να το πράξει αυτό η Αθηνά Ο. (βλ.
ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό συζήτησης). Από την κατάθεση του μάρτυρα αυτού, ο οποίος ήταν πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης όλων των μελών του ΔΣ της ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ και όσα κατέθεσε τα κατέθεσε από προσωπική αντίληψη, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και στη δίκη που άνοιξε με αφορμή τις ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής και η κατάθεσή του περιέχεται στις με αριθμούς 15/1997 και 145/1999 εισηγητικές εκθέσεις, συνάγεται ότι το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό συνετάγη κατ' απαίτηση του Ι.
Λ., ο οποίος το ζήτησε προκειμένου να λάβει προσωπικό δάνειο από πιστωτικό ίδρυμα για να αποπληρώσει χρέη έναντι τρίτων που σχετιζόταν με την επιχείρηση που λειτουργούσε στον χώρο της ΒΕΣΟ και ανέλαβε την υποχρέωση να τα αποπληρώσει ο ίδιος ή θα αναλάμβανε τέτοια υποχρέωση, ώστε αφενός να εκχωρήσει την εξασφαλισμένη απαίτηση ως εγγύηση στην τράπεζα που θα τον δανειοδοτήσει και να μην επιβαρύνει δικό του ακίνητο, αφετέρου για να εξασφαλιστεί ότι στην περίπτωση που το δάνειο που θα λάβει από το τραπεζικό ίδρυμα δεν θα μπορεί να αποπληρώνεται από τα κέρδη της ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ ΑΕ που θα ελάμβανε, όπως υπολόγιζαν να γίνει, δεν θα επιβαρυνόταν μόνος αυτός ως δανειολήπτης με την αποπληρωμή ολόκληρου του δανείου (φύλλο 26 σελ.
δεύτερη, φύλλο 27 εισηγητικής έκθεσης 15/1997), δεδομένου ότι η επιχείρηση ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΙ ΑΕ δεν μπορούσε να επιτύχει τη σύναψη δανείου, επειδή οι τράπεζες την εποχή εκείνη ήταν αρνητικές στη χρηματοδότηση ψυχαγωγικών επιχειρήσεων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στη συνέχεια με πλέον πιθανή αφορμή πρόστιμο φορολογικής παράβασης 300.000.000 δραχμών που επιβλήθηκε στην ΥΨΙΚΑΜΙΝΟ ΑΕ, που οδήγησε και στο κλείσιμο της για κάποιο χρονικό διάστημα, ο Ι.
Λ. αποχώρησε από το ΔΣ της εταιρείας επιδίδοντας την 27.9.1994 στον Ο. Σ. ως πρόεδρο αυτής την παραίτησή του από το ΔΣ της εταιρείας και αποστασιοποιήθηκε από αυτή. η οποία τελικώς πέραν μιας σύντομης λειτουργίας της κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού του 1995 που λειτούργησε με διαχειριστή τον Ν. Κ., και το σύνολο σχεδόν των εσόδων της 9.500.000 δραχμές έλαβε ο Ι.
Λ., σταμάτησε τη δραστηριότητά της υπό το βάρος των οφειλών για μισθώματα και άλλες υποχρεώσεις. Όσον αφορά δε το τραπεζικό δάνειο το οποίο επρόκειτο να συνάψει ο Ι. Λ., αυτό ουδέποτε ελήφθη και ως εκ τούτου δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία συνάφθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων. Η χρήση του εκ των υστέρων από• τον Ι.
Λ. σε βάρος της Α. Ο.-Α., η οποία το πρώτον ενεπλάκη στις επαγγελματικές δραστηριότητες του συζύγου της με αφορμή το δάνειο από τον Κ. Τ., που συνήφθη και χρησιμοποιήθηκε για να λειτουργήσει η επιχείρηση ψυχαγωγίας στον χώρο της ΒΕΣΟ στην υλοποίηση της οποίας είχαν επικεντρωθεί επαγγελματικά όλοι οι συντελεστές της και στον σκοπό αυτό συντάχθηκε εκ των υστέρων και ο Ι.
Λ., συμμετέχοντας τόσο ως μέτοχος, όσο και ως Αντιπρόεδρος στο ΔΣ αυτού, οφείλεται στην προσπάθεια του τελευταίου να ανακτήσει τα όσα δαπάνησε και ζημιώθηκε στο πλαίσιο της επιχειρηματικής αυτής δραστηριότητας στην οποία ενεπλάκη (βλ. κατάθεση Ο. Σ. σελ. 14 ταυτάριθμου με την εκκαλουμένη πρακτικού). Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι δεν συντάχθηκε αντέγγραφο του ιδιωτικού συμφωνητικού, διότι τούτο ήταν απόλυτα δικαιολογημένο από τις φιλικές σχέσεις μεταξύ του συζύγου της Α.
Ο. και του Ι. Λ. και τις απόλυτα καλές σχέσεις τους μέχρι τον χρόνο εκείνο. Δεν δύναται να παροράται ότι και ο Ι. Λ. επικαλείται δανειοδότηση των αδελφών Ο. με το συνολικό ποσό των 100.000.000 δραχμών, χωρίς να προσκομίζει κανένα έγγραφο αποδεικτικό μέσο προς τούτο, ώστε να συμπεραίνεται ότι και ο ίδιος δεν θεωρεί απαραίτητο να λαμβάνονται αποδεικτικά μέσα για τις συμφωνίες και συναλλαγές τους.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπό την ανωτέρω σύμβαση δανείου δεν καλυπτόταν σύμβαση αναδοχής χρέους των επικαλούμενων από τον ενάγοντα χρεών των αφών Ο. έναντι του από δάνεια που κατά τον ενάγοντα έλαβαν κατά το χρονικό διάστημα από το 1991 έως το 1993 και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε η κύρια βάση της αγωγής και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις.
Προσέτι, από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται αβάσιμη και απορριπτέα και η επικουρική βάση της αγωγής σύμφωνα με την οποία οι αντισυμβαλλόμενοι με το από 9.8.1994 συμφωνητικό σύναψαν σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης χρέους και ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αναγραφόμενη στη σύμβαση αιτία της, διότι η Α.
Ο. καμία υποχρέωση προς παροχή δεν αποδείχθηκε ότι ήθελε να αναλάβει με τη συγκεκριμένη σύμβαση έναντι του Ι. Λ.. αλλά να εμφανιστεί μόνο στο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα τη χρησιμοποιούσε ο Ι. Λ. προς δανειοδότησή του ότι δήθεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση απέναντι του εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, την οποία θα χρησιμοποιούσε εγγυητικά, ώστε να ενεργοποιηθεί οποιαδήποτε αξίωση της τράπεζας που θα χορηγούσε το δάνειο μόνο αν δεν καταβάλλονταν οι δόσεις του δανείου από τα έσοδα της επιχείρησης, όπως είχαν συμφωνήσει.
Προσέτι πρέπει να σημειωθεί ότι καθώς η σύμβαση δανείου είναι εικονική δεν υπάρχουν περιθώρια λειτουργίας για τον θεσμό της μετατροπής (182 ΑΚ). Και τούτο διότι ορισμένες από τις προϋποθέσεις της μετατροπής και συγκεκριμένα η άγνοια της ακυρότητας από τα μέρη κατά την επιχείρηση της άκυρης δικαιοπραξίας και η βούληση των τελευταίων για παραγωγή δικαιοπρακτικών αποτελεσμάτων δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των διαδίκων που κατάρτισαν την εικονική δικαιοπραξία.....Κατόπιν τούτων πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν ως προς όλες τις βάσεις της".
Υπό τα ανωτέρω όμως νομικά και πραγματικά δεδομένα, το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 εδ. β', 471 και 873 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, αφού με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το σχετικό σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που υπο την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας (559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές στο σύνολό τους, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που στηρίζουν με επάρκεια το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι υπό την ανωτέρω από 9-8-1994 εικονική σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων δεν καλυπτόταν σύμβαση αναδοχής χρέους των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα οφειλών των αφών Ο.
προς αυτόν, αλλά ούτε σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης χρέους, προκειμένου να δημιουργηθεί ενοχή ανεξάρτητα από την αναγραφόμενη στη σύμβαση αιτία της, διότι η αναιρεσίβλητη εναγομένη καμία υποχρέωση προς παροχή δεν αποδείχθηκε ότι ήθελε να αναλάβει με τη συγκεκριμένη σύμβαση έναντι του αναιρεσείοντα.
Δεν απαιτείται δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης αυτής αναφορά ποιο ήταν το πιστωτικό ίδρυμα που θα εκχωρούσε την ασφαλισμένη απαίτησή του για τη χορήγηση δανείου ο αναιρεσείων και ποιού ύψους, καθώς και ποια ήταν τα χρέη έναντι τρίτων που σχετιζόταν με την επιχείρηση που λειτουργούσε στο χώρο της ΒΕΣΟ και ο ίδιος είχε αναλάβει την αποπληρωμή τους, όπως υποστηρίζει ο τελευταίος (αναιρεσείων), ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά τα οικεία σκέλη του, που ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ.19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠοινΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11, περ.γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 12/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ,ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μονό από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072- 3/2005, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μονό από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι προς απόδειξη του αγωγικού του ισχυρισμού, ότι κάτω από την εικονική σύμβαση δανείου που περιεχόταν στο από 9-8-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του ιδίου και της αναιρεσίβλητης εναγομένης, υποκρύπτεται σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους του συζύγου της Α.
Ο. και του Σ. Ο. προς αυτόν, συνολικού ποσού 100.000.000 δρχ. στο χρονικό διάστημα 1991-1993, επικαλέστηκε και προσκόμισε, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντίγραφο της υπ'αριθμ.3456/18-9-2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, όπου περιέχονται οι καταθέσεις του Α. Ο. και του αδελφού του Σ.
Ο., από τους οποίους ο πρώτος παραδέχτηκε ότι τους είχε καταβάλει το ποσό των 100.000.000 δραχμών, αλλά πρόσθεσε ότι η καταβολή έγινε για τη λειτουργία της εταιρείας στην οποία αυτός (αναιρεσείων) ήταν μέτοχος και ο δεύτερος ότι το ποσό αυτό δόθηκε από τον Α. Τ. σε εκείνους, πλήν όμως η απόφαση αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, γιατί θα ήταν άλλο το πόρισμά του σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αναδοχής χρέους από την αναιρεσίβλητη εναγομένη.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή σαφέστατη διαβεβαίωση του Δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλήν άλλων και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις περιεχόμενες στην επικαλούμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών καταθέσεις του Α.
και Σ. Ο., χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις του αναιρεσείοντα κρίση του ή να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθεμιάς τούτων, το γεγονός δε ότι οι παραδοχές του είναι αντίθετες προς τις απόψεις του αναιρεσείοντα, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.24/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντα δεν διαλαμβάνεται στην παρούσα απόφαση ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος της αναιρεσίβλητης, όπως απαιτείται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.7.2017 αίτηση του Ι. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.115/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη Του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη Του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της Παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ