Legislator Case Law & Legislation
1175/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds citing lack of contradictory provisions and absence of substantive law violation.

Case Number 1175/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiffs' claim regarding the transfer of a lease agreement. The appellants argued that the lower court incorrectly applied procedural rules regarding the admissibility of their supplementary claim, yet the court found no contradictory provisions in the judgment to support their claim of irreparable harm. Consequently, the court ruled that the appeal lacked legal basis and ordered the appellants to pay the costs of the three original plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(17), 559(19) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on contradictory provisions or substantive law violation is inadmissible if the judgment contains no such defects and no mandatory uniformity exists.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure contradictory provisions substantive law violation procedural admissibility mandatory uniformity costs of litigation supplementary claim

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 88 of the Code of Civil Procedure
Article 76 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1175 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1175/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. χας Γ. Σ., κατοίκου ..., 2) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η και 4ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παναγόπουλο και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Λοβέρδο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Ι., 2) Α. θυγ. Ι. Π., κατοίκων ..., 3) Γ. θυγ. Ι. Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ι. Π. του Δ. και 4) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρονόπουλο, οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο, ενώ η 4η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2014 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Π. του Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 15-9-2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 492/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2017 αίτησή τους, οι δε 1ος, 2η και 4ος εξ αυτών και με τους από 27-12-2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ....85/10-4-2018 και ....82/28-12-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Γ. Α. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των υπό κρίση από 22-12-2017 αίτησης αναιρέσεως και από 27-12-2018 πρόσθετων λόγων αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 ΑΚ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 44 ΠΔ 34/1995, εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρο 12 του ίδιου ΠΔ 34/1995 περιπτώσεων, γίνεται μόνο με το συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, ύστερα από συναίνεση του εκμισθωτή.

Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσης, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στη σχέση αυτή και, συνεπώς, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 ΑΚ και 11 ΠΔ 34/1995, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτο ή σε εταιρία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρίας είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση).

Έτσι η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε, ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με τη σύσταση εταιρίας. Αλλά, έναντι του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (ΑΚ 481).

Επομένως και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής να είναι μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων.

Έτσι από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσεως δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ' αυτόν και, επομένως, ο παραχωρησιούχος δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχωρήσεως της χρήσεως σε εταιρία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών ή στην οποία θα συμμετέχει και ο μισθωτής.

Μόνο αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και παραχωρησιούχου, η έξοδος από την σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση του παραχωρησιούχου (οπότε όμως πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και όχι για παραχώρηση της χρήσεως), ο τελευταίος παίρνει την θέση του μισθωτή με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 640/2016).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα, τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ασκήθηκαν τα κάτωθι ένδικα βοηθήματα: α) Η από 25-5-2014 μισθωτική αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι επικαλούμενοι ότι συνεκμίσθωσαν πολυώροφο κτίριο στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες για να το χρησιμοποιήσουν ως πολυκλινική, ζητούν, λόγω άρνησης αυτών, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να τους καταβάλουν ισομερώς τα αναφερόμενα ποσά για καθυστερούμενα μισθώματα και δαπάνες κατανάλωσης ρεύματος, νερού και κοινοχρήστων.

Και β) η από 15-9-2014 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή των εναγομένων - αναιρεσειόντων κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, με την οποία εκθέτοντας ότι με συμβ/κό έγγραφο η άνω πολυκλινική που είχαν ατομικά μετατράπηκε σε ΕΠΕ και μεταβιβάστηκε στην τελευταία η ένδικη μισθωτική σχέση στο σύνολό της με τη συναίνεση των κυρίως εναγόντων (τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων), με αποτέλεσμα μόνη υπόχρεη έκτοτε έναντι των κυρίως εναγόντων για την καταβολή των μισθωμάτων να είναι η παρεμπιπτόντως εναγομένη (4η αναιρεσίβλητη), ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν οι ίδιοι να πληρώσουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Τόσο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζον κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όσο και το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη 492/2017 απόφασή του (απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση των κυρίως εναγομένων κ.λπ.) απέρριψαν την προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή ως μη νόμιμη γιατί οι προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες επαναλαμβάνουν σ' αυτή τον αρνητικό της κύριας αγωγής ισχυρισμό τους, η αλήθεια του οποίου συνεπάγεται την απόρριψη της κύριας αγωγής και όχι την παραδοχή της προσεπίκλησης και της σωρευόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής.

Και δέχθηκαν ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας τον άνω αρνητικό ισχυρισμό των εναγομένων ότι λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση με συναίνεση των εναγόντων. Πλέον συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εν προκειμένω τα εξής: Δυνάμει του από 1-6-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στους εναγόμενους τους αναφερόμενους χώρους πολυκατοικίας ευρισκόμενης στην πόλη της .....

και επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την εγκατάσταση και λειτουργία Ορθοπεδικής Χειρουργικής και Τραυματιολογικής Κλινικής, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.900.000 δρχ, πλέον του ημίσεως των αναλογούντων τελών χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 15%.

Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι οι εναγόμενοι θα βαρύνονται με τις δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, όπως κατανάλωσης ρεύματος και ύδατος, δημοτικών τελών, κοινοχρήστων κ.λπ. Αν και η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για μια 6ετία, αρχόμενη από 1-6-2001 και λήγουσα την 31-5-2007, εντούτοις η μίσθωση συνεχίστηκε σιωπηρώς και μετά τη συμβατική λήξη της, με αποτέλεσμα να παραταθεί αναγκαστικά εκ του νόμου για 12 έτη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 ΠΔ 34/1995, λήγουσα την 31-5-2013.

Και ενώ συνεχιζόταν η ένδικη μίσθωση, περί τα τέλη Ιουνίου 2011 οι εναγόμενοι παραχώρησαν τη χρήση του μισθίου στην προσεπικαλούμενη - παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", η οποία προέκυψε κατόπιν μετατροπής της ατομικής επιχείρησης της 1ης εναγομένης (Ιδιωτικής Ορθοπεδικής Κλινικής με το διακριτικό τίτλο "..." σε ΕΠΕ με τη συμμετοχή και της ίδιας (1ης εναγομένης), συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. ...75/24-6-2011 συμβολαίου της συμ/φου Ε.

Λ., όπου γίνεται ρητή μνεία περί υποκατάστασης της ΕΠΕ σε όλες τις εκκρεμείς έννομες σχέσεις της ατομικής επιχείρησης της 1ης εναγομένης και επομένως και της έννομης σχέσης της ενεργούς μίσθωσης ανάμεσα στους ενάγοντες - εκμισθωτές από τη μια πλευρά και στην ίδια και τους λοιπούς εναγόμενους - μισθωτές από την άλλη πλευρά.

Με την από 12-9-2011 επιστολή που απέστειλε η προσεπικαλούμενη - παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία στους ενάγοντες γνωστοποίησε σ' αυτούς εγγράφως τη σύστασή της και επιπλέον τους πρότεινε τη σύναψη σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης των μέχρι τότε μισθωμένων στους εναγόμενους χώρων της πολυκατοικίας επί της οδού ..., συμπεριλαμβανομένου και του 2ου ορόφου που δεν αποτελεί αντικείμενο της επίδικης διαφοράς, με μηνιαίο μίσθωμα 6.000 ευρώ, αντί του τότε καταβαλλόμενου των 8.547 ευρώ, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να πληροφορηθούν τουλάχιστον από τότε την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου από τους εναγόμενους στην παραπάνω ΕΠΕ, την οποία αποδέχθηκαν, συναινώντας σιωπηρά σ' αυτήν (παραχώρηση χρήσης), χωρίς όμως να εκδηλώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, ρητώς ή σιωπηρώς, είτε εξ' αρχής είτε μεταγενέστερα, τη συναίνεσή τους και για μεταβίβαση, με εκχώρηση και στερητική αναδοχή χρέους, της μισθωτικής σχέσης από την πλευρά των μισθωτών στη συσταθείσα ΕΠΕ, έτσι ώστε να ευθύνεται στο εξής, έναντι αυτών, η τελευταία για την καταβολή των μισθωμάτων, όπως αντιθέτως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ισχυρισμό που επαναφέρουν και στο παρόν Δικαστήριο ως λόγο έφεσης.

Σημειώνεται ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου, λόγω θανάτου του πρώτου ενάγοντος - εφεσιβλήτου, κατόπιν της σχετικής δήλωσης της κοινής πληρεξούσιας δικηγόρου τους, τη δίκη συνεχίζουν οι συγκληρονόμοι του θανόντος - παιδιά του, λοιποί τρεις ενάγοντες, ατομικά (όπως ενάγουν) και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας (ελλείψει δηλώσεως για εκούσια επανάληψη δεν επαναλαμβάνεται η δίκη μετά τη βίαιη διακοπή της λόγω θανάτου του 1ου εναγομένου, για την εξ αδιαθέτου συγκληρονόμο αυτού κατά ποσοστό 1/4 σύζυγό του Κ.

Κ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 7/2006, ΟλομΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο των πρόσθετων λόγων της αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά προβάλλεται, κατ' άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, καθότι συνέχεται αναγκαίως με τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια της απόφασης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων και της 4ης αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε, με το υπ' αριθμ. ....65/24-6-2011 συμβόλαιο της συμ/φου Ε.

Λ., σύμβαση μεταβίβασης της όλης μισθωτικής σχέσεως και ότι οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ενέκριναν τη σύμβαση αυτή, σε πλήρη αντίθεση προς τις ύπερθεν παραδοχές του και παραβαίνοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 236 και 238 ΑΚ κατέληξε ότι οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ενέκριναν μία σύμβαση υπομισθώσεως των μίσθιων χώρων, η οποία ουδέποτε καταρτίστηκε και όχι την πράγματι καταρτισθείσα σύμβαση μεταβίβασης της όλης μισθωτικής σχέσεως που έγινε μεταξύ των αναιρεσειόντων και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.

Κατά τις παραδοχές του Εφετείου όπως διατυπώθηκαν παραπάνω, οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) με το προαναφερθέν συμβόλαιο της συμ/φου Ε. Λ. συνέστησαν την εταιρία "... ΕΠΕ" και παραχώρησαν τη χρήση του μισθίου σ' αυτή, όπου γίνεται ρητή μνεία περί υποκατάστασης της ΕΠΕ σε όλες τις εκκρεμείς έννομες σχέσεις της ατομικής επιχείρησης της 1ης εναγομένης και επομένως και της έννομης σχέσης της ενεργούς μίσθωσης ανάμεσα στους ενάγοντες -εκμισθωτές από τη μια πλευρά, και στην ίδια και τους λοιπούς εναγόμενους -μισθωτές από την άλλη πλευρά.

Οι ενάγοντες - εκμισθωτές (ήδη τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι) δεν συμμετείχαν στη σύμβαση αυτή, οπότε κατά την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν δεσμεύονταν παντελώς από αυτή, αλλά στη συνέχεια αποδέχθηκαν την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, συναινώντας σιωπηρά σ' αυτήν, χωρίς όμως να εκδηλώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, ρητώς ή σιωπηρώς, είτε εξ' αρχής είτε μεταγενέστερα, τη συναίνεσή τους και για μεταβίβαση, με εκχώρηση και στερητική αναδοχή χρέους, της μισθωτικής σχέσης από την πλευρά των μισθωτών στη συσταθείσα ΕΠΕ, έτσι ώστε να ευθύνεται στο εξής, έναντι αυτών, η τελευταία για την καταβολή των μισθωμάτων, όπως αντιθέτως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 361, 455 επ., 471, 593, 236, 238 ΑΚ, 11 και 44 ΠΔ 34/1995 των οποίων το πραγματικό καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και δεν αντιφάσκουν ούτε καταλείπονται αμφιβολίες και συνεπώς ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης (πρώτος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, "(422 § 1:) ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".

Και (424:) "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ.

α' ΕισΝΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του. Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.

Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 927/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, όπως αλληλοσυμπληρώνεται με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 17 και 11 (ορθώς μόνο 11) ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 339, 340, 438, 439, 442 και 443 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη της, κατόπιν ενστάσεως των εναγόντων - εφεσιβλήτων, τη με αριθ. ....919/11-11-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτών Φ.

Π., την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με την αιτιολογία ότι στην επιδοθείσα προς τους εφεσίβλητους κλήση δεν περιλαμβάνεται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση του μάρτυρα που επρόκειτο να εξεταστεί. Όπως προκύπτει από την κρίσιμη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που κατά λέξη έχει ως εξής: "...μη λαμβανομένης όμως υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων της προσκομιζόμενης από τους εκκαλούντες υπ' αριθμ. ...919/11-11-2016 ένορκης βεβαίωσης του Φ.

Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Β. συζ. Κ. Ρ., καθόσον στην επιδοθείσα προς τους εφεσίβλητους κλήση δεν περιλαμβάνεται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση του μάρτυρα που επρόκειτο να εξεταστεί...", κατ' ορθή, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, το Εφετείο, εφόσον δέχεται ανέλεγκτα ότι η επιδοθείσα από τους αναιρεσείοντες στους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους κλήση για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης δεν περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του μάρτυρα που επρόκειτο να εξεταστεί, έλαβε δε χώρα (η βεβαίωση αυτή) μετά την 1-1-2016 (11-11-2016) ημερομηνία ισχύος των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως εισήχθησαν με το Ν. 4335/2015, δεν έλαβε υπόψη του ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, αφού πρόκειται για ανύπαρκτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο και οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι (δεύτερος της αναίρεσης και δεύτερος των πρόσθετων λόγων) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη σύμβαση μεταβιβάσεως της όλης μισθωτικής σχέσεως και έκανε δεκτή την αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ενώ απέρριψε την δική τους προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, αν και αποδείχθηκε πλήρως ότι οι κυρίως ενάγοντες (εκμισθωτές) γνώριζαν πολύ καλά την παραχώρηση της μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης προς την "...

ΕΠΕ" που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του έτους 2011. Αποδέχθηκαν δε το γεγονός αυτό της παραχώρησης ρητώς, διά της εισπράξεως των δεδουλευμένων μισθωμάτων από την υπεισελθούσα στη μισθωτική σχέση νέα μισθώτρια, διά της πραγματοποίησης διαπραγματεύσεων με το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, διά την ανταλλαγής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας κ.λπ.

Σιωπηρώς δε αποδέχθηκαν τη συγκεκριμένη παραχώρηση, μη εναντιούμενοι στη χρήση του μισθίου από τη νέα μισθώτρια, ομολογούν δε αυτοί την εν λόγω παραχώρηση της χρήσης του μισθίου στη "... ΕΠΕ" στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Από τα ανωτέρω προκύπτει η υστέρα συναίνεση αυτών στη μεταβίβαση, οπότε αποδείχθηκε πλήρως ότι η ένδικη μίσθωση μεταβιβάστηκε νομίμως με την ...75/2011 συμβ/κή πράξη της Σ/φου Ε.

Λ. στην "... ΕΠΕ" με τη συναίνεση των εκμισθωτών, οπότε μισθώτρια ήταν η τελευταία και έπρεπε το μεν να απορριφθεί η αγωγή, το δε να γίνει δεκτό το δικό τους ένδικο βοήθημα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως και μάλιστα χωρίς την επίκληση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της τα νομίμως και εμπροθέσμως προσκομισθέντα από αυτούς μετ' επικλήσεως διά των εγγράφων προτάσεών τους αποδεικτικά μέσα (συμβ/κά έγγραφα, ιδιωτικά έγγραφα, ηλεκτρονική αλληλογραφία, φορολογικές δηλώσεις, παραστατικά κατάθεσης των μισθωμάτων σε τράπεζα, σχέδιο επαγγελματικής μίσθωσης, εξώδικες δηλώσεις και οχλήσεις, την από 8-4-2013 επιστολή της "...

ΕΠΕ" προς την 1η αναιρεσείουσα και την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση Φ. Π., συνολικά 15 κατ' αριθμό). Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν μνημονεύεται ειδικώς ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και εκτυπώσεις ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αντηλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων Ε.

Α. και Α. Π., (πλην της προαναφερθείσας ένορκης βεβαίωσης Δ. Π. που είναι ανυπόστατη, βλ. φύλλο 9, 1η & 2η σελ.). Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ότι η επίδικη μίσθωση μεταξύ των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων ουδέποτε λύθηκε, με το από 24-6-2011 δε συμβολ/κό έγγραφο μεταξύ των αναιρεσειόντων και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων η μίσθια πολυκλινική μετατράπηκε σε ΕΠΕ και οι τελευταίοι της παραχώρησαν τη χρήση του μισθίου, οι δε τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν συναινώντας σιωπηρά στην παραχώρηση αυτή της χρήσης του μισθίου, όμως ουδέποτε αυτοί συναίνεσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο, ρητώς ή σιωπηρώς, είτε εξ' αρχής είτε μεταγενέστερα και για μεταβίβαση, με εκχώρηση και στερητική αναδοχή χρέους, της μισθωτικής σχέσης, έτσι ώστε να ευθύνεται στο εξής έναντι αυτών η ΕΠΕ για την καταβολή των μισθωμάτων, απαλλασσομένων των αναιρεσιβλήτων, και ως εκ τούτου να απορρίψει την έφεση, κρίνοντας βάσιμη την αγωγή ως πρωτοδίκως, έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα με τον αναιρετήριο λόγο αποδεικτικά μέσα (πλην της προαναφερθείσας ένορκης βεβαίωσης Δ.

Π. που ορθά δεν έλαβε υπόψη της κατά τα ανωτέρω), ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία για ορισμένα εξ' αυτών. Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση των αναιρεσειόντων ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους τους προσέγγιση, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο λόγος αυτός (τέταρτος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται στην εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 663/2001).

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη τής, εκ της από 8-4-2013 επιστολής της "... ΕΠΕ" προς τους αναιρεσείοντες, όπου ομολογείται ποιος είναι ο πραγματικός συμβαλλόμενος μισθωτής, συναγόμενης εξώδικης ομολογίας, είναι απαράδεκτος, ενώ η επικαλούμενη πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκε υπόψη το έγγραφο αυτό απορρίφθηκε με τον προηγούμενο (4ο) λόγο αναίρεσης ως αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις, ήτοι όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Τυχόν ελλείψεις του διατακτικού συμπληρώνονται με το σκεπτικό, αφού η απόφαση αποτελεί ενιαίο σύνολο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι δεν περιέλαβε στο διατακτικό την κήρυξη της βιαίας διακοπής της δίκης ως προς τη συγκληρονόμο σύζυγο του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντος - εφεσιβλήτου Ι.

Π. Κ. Κ. που δεν δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη, προκειμένου να μειωθεί το οφειλόμενο απ' αυτούς στον πρώτο ποσό κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομίας της, τους καταδίκασε δε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων χωρίς να εξειδικεύει το βαθμό δικαιοδοσίας για τον οποίο τα καταλογίζει. Ωστόσο, το Εφετείο στο σκεπτικό του προσδιορίζει το ποσοστό με το οποίο έκαστος συγκληρονόμος συνεχίζει τη δίκη, κρίνοντας ότι λόγω θανάτου του πρώτου ενάγοντος - εφεσιβλήτου, κατόπιν της σχετικής δήλωσης της κοινής πληρεξούσιας δικηγόρου τους, τη δίκη συνεχίζουν οι συγκληρονόμοι του θανόντος - παιδιά του, λοιποί τρεις ενάγοντες, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας, και κατά τούτο υποχρεούνται οι αναιρεσείοντες (δεν επαναλαμβάνεται η δίκη ελλείψει δηλώσεως αναφορικά με τη συγκληρονόμο του αποβιώσαντος σύζυγό του Κ.

Κ. σε σχέση με το δικό της κληρονομικό μερίδιο 1/4), αναφέρει δε ότι απορριπτομένης της εφέσεως, οι εκκαλούντες λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας. Οι παραδοχές αυτές του σκεπτικού συμπληρώνουν παραδεκτώς το διατακτικό και επομένως, η απόφαση δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ο λόγος αυτός (έκτος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από όλα αυτά, δεδομένου ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης κατά του κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης που δέχθηκε την κύρια αγωγή απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί μεταβίβασης της όλης μισθωτικής σχέσεως στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων με τη συναίνεση των κυρίως εναγόντων (τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων), παρέλκει ελλείψει εννόμου συμφέροντος, η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη ως μη νόμιμης της προσεπίκλησής τους με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού το αιτητικό αυτής θεμελιώνεται στον εν λόγω αρνητικό της κύριας αγωγής ισχυρισμό τους, ο οποίος κρίθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ανεξαρτήτως όμως τούτου, που αποτελεί το πρωθύστερο, ο λόγος αυτός (1ος) αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ. 17 και 19 ΚΠολΔ, αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δικάζοντας την άνω προσεπίκλησή τους με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη εφαρμόζοντας μη ορθά το άρθρο 88 ΚΠολΔ αντί του άρθρου 76 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ενώ εν προκειμένω γίνεται επίκληση δικονομικών διατάξεων, ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή τη διάγνωση που έλαβε χώρα, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, εν προκειμένω δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το επικαλούμενο άρθρο 76 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν, μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως και πρόσθετου λόγου αυτής, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2017 και με αριθμό καταθέσεως 42/22-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 492/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και τους από 27-12-2018 με αριθμό καταθέσεως 148/28-12-2018 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ