Legislator Case Law & Legislation
1175/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility due to prior annulment of the contested decision.

Case Number 1175/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a labor court decision regarding OPAE's salary calculations. The appellants argued that the lower court incorrectly applied collective agreements and rejected their claim of prescription, while the opposing party maintained the salary adjustments were already included in the base pay. The court ruled the appeal inadmissible because the contested decision had already been annulled in a previous ruling, rendering the current appeal legally unnecessary and without effect.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested decision has already been annulled in a prior ruling, as the annulment renders the appeal legally unnecessary and without effect.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal prior annulment legal necessity collective agreements prescription defense labor dispute supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 179(b) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 250(17), 253, 260, 261, 262, 277 of the Civil Code
Articles 29 of the Collective Agreements dated 5-7-1994, 5-11-1997, 1-1-2003, 3-12-2004

Cited Case Law

AI generated
Decision 1174/2018 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1175 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1175/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. του Γ., κατοίκου ... 2) α) Χ. χήρας Χ. Α., ) Ι. Α. του Χ., κατοίκων ..., γ) Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ. Α., 3) Θ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 4) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ... 5) Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., 6) Κ. Α.-Ν. του Α., κατοίκου ..., 7) Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 8) Χ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 9) Μ.

Α. του Π., κατοίκου ... 10) Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 11) Μ. Α. του Λ., κατοίκου ..., 12) Χ. Α. του Η., κατοίκου ..., 13) Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 14) Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 15) Χ. Α., 16) Β. Α. του Π., κατοίκου ... 17) Χ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 18) Ι. Α. του Λ., κατοίκου ... 19) Θ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 20) α) Α. χήρας Ε. Α., ) Μ. Α. του Ε., ) Δ.-Α. Α. του Ε., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ε.

Α., 21) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 22) Ι. Α. του Ε., κατοίκου ... 23) Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., 24) Ι. Α. του Θ., κατοίκου ..., 25) α) Μ. Α. του Ν., ) Ε. Α. του Χ. και ) Κ. Α. του Χ., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ. Α., 26) Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., 27) Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 28) Μ.-Θ. Β. του Μ., κατοίκου ... 29) Ε. Β. του Π., κατοίκου ... 30) Μ.

Τ. χήρας Α. Β., κατοίκου ... ως μόνης εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος Α. Β., 31) Π. Β. του Η., κατοίκου ..., 32) Μ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 33) Η. Β. του Γ., κατοίκου ..., 34) α) Ε. χήρας Γ. Β., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... β) Δ. Β. του Γ., κατοίκου ..., γ) Γ. Β. του Γ., κατοίκου ... ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Β., 35) Γ.

Β. του Δ., κατοίκου ... 36) Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., 37) Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 38) Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 39) Π. Β. του Μ., κατοίκου ..., 40) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 41) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 42) Μ. Γ.-Σ. του Ε., κατοίκου ..., 43) Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 44) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 45) Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 46) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 47) Δ.

Γ. του Ν., κατοίκου ..., 48) Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 49) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 50) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 51) Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 52) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 53) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 54) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 55) Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 56) Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 57) Λ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 58) Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 59) Π.

Γ. του Δ., κατοίκου ..., 60) Λ.-Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 61) Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 62) Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 63) Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 64) Α. Θ. του Ι., πρώην συζύγου Α. Ε., κατοίκου ... 65) Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 66) Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ... 67) α) Ε. χήρας Α. Ζ., το γένος Ι. Τ., β) Α. Ζ. του Α., κατοίκων ..., γ) Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Α.

Ζ., 68) Χ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 69) Α. Ζ. του Δ., κατοίκου ... 70) Ζ. Ζ. του Α., κατοίκου ... 71) Ά. Ζ. του Β., κατοίκου ..., 72) Γ. Η. του Π., κατοίκου ..., 73) Μ. Η. του Γ., κατοίκου ..., 74) Θ. Η. του Χ., κατοίκου ..., 75) Χ. Θ. του Ε., κατοίκου ..., 76) α) Α. Θ. του Δ. και ) Σ. Θ. του Γ., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Π. Θ., 77) Δ.

Ι.-Β. του Α., κατοίκου ..., 78) α) Β. χήρας Χ. Κ. το γένος Β. Κ., κατοίκου ... β) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., γ) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... δ) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ε) Μ. συζύγου Ε. Β., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ. Κ., 79) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 80) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 81) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 82) Γ.

Κ. του Ι., κατοίκου ..., 83) Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 84) α) Ε. χήρας Ι. Κ., ) Δ. Κ. του Ι., ) Β. Κ. του Ι. και δ) Ε. Κ. του Ι., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ι. Κ., 85) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 86) Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 87) Λ. Κ. του Π., κατοίκου ... 88) Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 89) Β. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 90) Γ. Κ.

του Π., κατοίκου ... 91) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 92) Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 93) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 94) Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 95) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... 96) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 97) Ρ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 98) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 99) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 100) Ι. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 101) Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 102) Ε. Κ.

του Ί., κατοίκου ..., 103) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 104) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 105) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 106) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 107) Η. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 108) Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 109) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 110) Φ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 111) Ε. Λ.-Π. του Α., κατοίκου ..., 112) Ε. Λ.-Τ. του Δ., κατοίκου ..., 113) Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 114) Π.

Λ. του Θ., κατοίκου ..., 115) Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 116) Ε. Λ.-Β. του Κ., κατοίκου ..., 117) Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 118) Μ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 119) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., 120) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 121) Θ. Μ. του Ε., κατοίκου ... 122) Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 123) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 124) Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 125) Μ. Π. του Σ., πρώην συζύγου Κ.

Μ., κατοίκου ..., 126) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." (ΟΠΑΠ Α.Ε.) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 2438/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 24-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 104 και 665 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως η τελευταία ίσχυε μετά την προσθήκη σ' αυτήν τρίτου εδαφίου με το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 4055/2012 και πριν από την έμμεση κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του προαναφερθέντος χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως), προκύπτουν τα εξής:

Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή.

Η πληρεξουσιότητα παρέχει το δικαίωμα στον πληρεξούσιο να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.

Α.Π. 13/2008). Εξ άλλου από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες του άρθρου 576 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί μεν αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για τη συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα, διαφορετικά η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη.

Όμως ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση αν ο κατά τα ανωτέρω μη εμφανισθείς ή μη μετέχων στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του (Α.Π. 520/2014). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 13-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 2438/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νομίμη δικάσιμο αυτής (7-2-2017) όλοι οι αναιρεσείοντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, χωρίς όμως να προσκομίζεται έγγραφο με το οποίο να χορηγείται η σχετική πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο από το δέκατο πέμπτο αναιρεσείοντa.

Οι λοιποί νομίμως παριστάμενοι αναιρεσείοντες προσκομίζουν την .../3-2-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Γ., από την οποία προκύπτει ότι η συζήτηση επισπεύδεται από όλους τους αναιρεσείοντες (επομένως και από τον απολιπόμενο), αφού με έγγραφη παραγγελία του ανωτέρω δικηγόρου έγινε η επίδοση.

Ενόψει όμως του ότι κατά τα προεκτεθέντα δεν προκύπτει ότι ο απολιπόμενος αναιρεσείων είχε χορηγήσει στον προαναφερθέντα δικηγόρο τη σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα και του ότι δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης της αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς αυτόν (απολιπομένο αναιρεσείοντα), πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν.

Εφόσον δε αυτός συνδέεται με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί ως προς τους τελευταίους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013).

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξ άλλου από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής αποτελεί το έννομο συμφέρον, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψή του από τα στοιχεία της δικογραφίας.

Το έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανατροπή της οποίας επιδιώκεται εκ μέρους του με την άσκηση της αναίρεσης. Επομένως, αν υπό τις προβαλλόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες, η επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα έννομη συνέπεια δεν ανατρέπεται και μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θεμελιούται έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης, οι λόγοι της οποίας είναι αλυσιτελείς, αφού δεν επιδρούν στο επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 363/2016, 145/2014, 537/2011).

Περαιτέρω κατά τα άρθρα 1 ν. 435/1976 και 4 ν. 2874/2000, όπως το δεύτερο αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 ν. 3385/2005 και ήδη με το άρθρο 74 παρ. 10 ν. 3863/2010, οι μισθωτοί που απασχολούνται πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται επιπλέον αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, που είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ποσοστά.

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου που αναλογεί σε κάθε ώρα απασχόλησης κατά τις ημέρες απασχόλησης σε υπερεργασία ή σε υπερωριακή εργασία, με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις που κατά το χρόνο αυτό ισχύουν. Δηλαδή δεν ερευνάται το ύψος των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου (μισθωτού) υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ενδιαφέρει μόνο το κατά τον κρίσιμο χρόνο οφειλόμενο και καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται πρόσθετες τακτικές παροχές που δεν καταβάλλονται κατά το χρόνο που ο εργαζόμενος παρέχει υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία (Ολ. Α.Π. 3, 4 και 5/1999). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ.

και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 προκύπτει ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της εργασίας.

Εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά περιλαμβάνονται στις "τακτικές αποδοχές", μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου (Ολ.

Α.Π. 16/2011, 5/2011, Α.Π. 274/2015) αλλά και το οικονομικό κινητρο ("πριμ") προς αύξηση της παραγωγικότητας (σχετ. Α.Π. 379/2006, 130/1989). Κριτήριο για την υπαγωγή μιας παροχής στην έννοια των τακτικών αποδοχών αποτελεί η σταθερή καταβολή της έστω και μία φορά το έτος και η αντιστοιχία της σε εργασία που προηγήθηκε, δηλαδή η παροχή να αποτελεί αντάλλαγμα παροχής τακτικών υπηρεσιών.

Συνεπώς η έννοια των τακτικών αποδοχών δεν προσφέρεται ως βάση για να εξευρεθεί το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, διότι διαφορετικά θα δημιουργούνταν φαύλος κύκλος με τον υπολογισμό προσαυξήσεων επί προσαυξήσεων, αφού για παράδειγμα τα επιδόματα εορτών και αδείας θα προσαύξαναν το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, το οποίο ακολούθως θα προσαύξανε πάλι τις τακτικές αποδοχές, δηλαδή τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Εξ άλλου για την εξεύρεση του οφειλόμενου επιδόματος ("πριμ") παραγωγικότητας συνυπολογίζεται και η πραγματοποιηθείσα εκ μέρους του μισθωτού κατά τη διάρκεια του έτους υπερωριακή απασχόληση. Η εν λόγω παροχή έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τα επιδόματα εορτών και αδείας, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν υπολογίζεται προκειμένου να εξευρεθεί το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο για τον υπολογισμό των αποδοχών της υπερεργασίας ή των υπερωριών.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 29 της από 5-7-1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε.": "Για τους διαγωνισμούς ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ και ΠΡΟΤΟ καταβάλλεται στο προσωπικό του ΟΠΑΠ τον πρώτο μήνα του επόμενου χρόνου εφάπαξ πριμ παραγωγικότητας ίσο με τα 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στις 31/12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής, επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστό 5% για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων (των εβδομάδων) κατά 50 %".

Ο ίδιος όρος περιελήφθη και στην από 5-11-1997 Ε.Σ.Σ.Ε., καθώς και στις επόμενες, οι οποίες περιέλαβαν πανομοιότυπους όρους, όμως τα άνω ποσοστά αυξήθηκαν διαδοχικά με μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για να φθάσουν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2005-2007, το μεν ποσοστό προσαύξησης των 2/3 των τακτικών αποδοχών στο 8% (από 1-1-2003 Ε.Σ.Σ.Ε.), το δε ποσοστό προσαύξησης των εβδομάδων διεξαγωγής διαγωνισμών στις 100 εβδομάδες (από 3-12-2004 και 5-9-2007 Ε.Σ.Σ.Ε.).

Ενόψει των ανωτέρω ο τρόπος υπολογισμού του επιδόματος παραγωγικότητας που δικαιούνταν οι τακτικοί υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΟΠΑΠ Α.Ε. κατά την επίδικη περίοδο ακολουθούσε τον εξής τύπο: 2/3 των τακτικών αποδοχών Δεκεμβρίου προηγούμενου έτους + (2/3 τακτικών αποδοχών x 8% x 100 εβδομάδες) = ποσό πριμ παραγωγικότητας.

Τέλος με την από 5-9-2007 Ε.Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε." ορίστηκε ότι: "Για τον προσδιορισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης συνυπολογίζεται και το πριμ παραγωγικότητας του άρθρου 29 της παρούσας. Η διαφορά που προκύπτει από τον εν λόγω συνυπολογισμό θα καταβάλλεται κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και την απόδοση του πριμ".

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-6-2008 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες λύονταν αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής τους, προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία κατά τους αναφερόμενους για τον καθένα χρόνους και απασχολήθηκαν έκτοτε ως υπάλληλοι αυτής.

Ότι από το έτος 1990 η εναγομένη κατέβαλλε στους εργαζομένους της επιχείρησής της τακτικά και ανελλιπώς το προβλεπόμενο από το άρθρο 29 της από 5-11-1997 Ε.Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε." και των μεταγενέστερων όμοιων Ε.Σ.Σ.Ε. επίδομα ("πριμ") παραγωγικότητας, το οποίο, παρότι αυξάνει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων της, δεν το συνυπολόγιζε σ' αυτές για την εξεύρεση του ωρομισθίου που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για την υπερωριακή τους απασχόληση και την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές, με αποτέλεσμα το ποσό που ελάμβαναν ως αποζημίωση να υπολείπεται αυτού που εδικαιούντο.

Ότι για το λόγο αυτό άσκησαν κατά της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου τις αναφερόμενες αγωγές, με τις οποίες ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τη διαφορά αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή τους απασχόληση και για την εργασία τους κατά τις Κυριακές κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2006.

Ότι επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι αναφερόμενες οριστικές αποφάσεις του πιο πάνω δικαστηρίου, οι οποίες ήδη έχουν καταστεί αμετάκλητες. Ότι μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων και στις 27-6-2006 η εναγομένη, σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων, κατέβαλε τα επιδικασθέντα σ' αυτούς ποσά, έκτοτε δε συνυπολογίζει το επίδομα παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους για την εξεύρεση του ωρομισθίου που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για την υπερωριακή τους απασχόληση και την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές.

Ότι με την καταβολή της αποζημίωσης για τις ανωτέρω αιτίες προσαυξήθηκαν οι ετήσιες αποδοχές τους κατά το επιδικασθέν ποσό, η προσαύξηση δε αυτή από την 1-1-1998 είχε ως συνέπεια την προσαύξηση και του επιδόματος παραγωγικότητας κατά μήνα και κατ' έτος για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 27-6-2006. Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2004 η εναγομένη αντισυμβατικά, παράνομα και υπαίτια δεν τους κατέβαλε την προσαύξηση του επιδόματος παραγωγικότητας.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό (δήλη ημέρα), άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού με αυτήν εζητείτο ο επανυπολογισμός του επιδόματος ("πριμ") παραγωγικότητας με βάση την επανυπολογισμένη και αναδρομικά καταβληθείσα άπαξ του έτους διαφορά αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, η οποία (διαφορά) προέκυψε από την καταβολή του ίδιου του επιδόματος παραγωγικότητας, με την επίκληση του ότι αυτό περιλαμβάνεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων.

Όμως η καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας στο τέλος του έτους, που οδηγεί σε αναδρομική καταβολή αμοιβής (διαφοράς) για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, θεωρούμενη ως τμήμα των τακτικών αποδοχών, δεν μπορεί αυτή η ίδια να οδηγεί σε νέο υπολογισμό του (προσαύξηση του επιδόματος), με την αιτιολογία ότι η καταβληθείσα διαφορά υπερωριών κ.λπ.

κατέστη πλέον τμήμα των καταβαλλόμενων αποδοχών, καθόσον τέτοιος διπλός υπολογισμός (μία φορά κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου και μία φορά κατά την προσαύξησή του) δεν προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Για το λόγο αυτό το παρόν δικαστήριο με την 1174/2018 απόφασή του, δέχθηκε την από 10-12-2015 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης ΟΠΑΠ Α.Ε.

κατά της και εδώ προσβαλλόμενης απόφασης, εξάφανισε αυτήν ως προς τους εκεί αναιρεσιβλήτους (εδώ αναιρεσείοντες, πλην των αναφερομένων με τα στοιχεία 6, 15, 25α , 25β, 25γ, 30, 31, 34α, 34β, 34γ, 37, 38, 45, 51, 67α, 67β, 67γ, 73, 78α, 78β, 78γ, 78δ, 78ε, 97, 116 και 118), αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους της έφεσης της εναγομένης, απέρριψε την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους εκεί αναιρεσιβλήτους (εδώ αναιρεσείοντες, πλην των αναφερομένων με τα στοιχεία 6, 15, 25α , 25β, 25γ, 30, 31, 34α, 34β, 34γ, 37, 38, 45, 51, 67α, 67β, 67γ, 73, 78α, 78β, 78γ, 78δ, 78ε, 97, 116 και 118).

Ήδη με το μόνο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 250 αριθ. 17, 253, 260, 261, 262, 277 Α.Κ. και 29 των από 5-7-1994, 5-11-1997, 1-1-2003, 3-12-2004 Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε.", δέχθηκε (στο σύνολό της ως προς τους ενάγοντες με τα στοιχεία 6, 15, 25α , 25β, 25γ, 30, 31, 34α, 34β, 34γ, 37, 38, 45, 51, 67α, 67β, 67γ, 73, 78α, 78β, 78γ, 78δ, 78ε, 97, 116 και 118 και εν μέρει ως προς τους λοιπούς) την ένσταση παραγραφής της εναγομένης και απέρριψε την αντένσταση αυτών περί διακοπής της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος αφού, λαμβανομένου υπόψη του ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, και αν ακόμα γινόταν δεκτός αυτός (ο λόγος αναίρεσης), η παραδοχή του δεν θα είχε οποιαδήποτε επίδραση στο επιβλαβές για τους αναιρεσείοντες διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση ως προς τους λοιπούς (πλην του δέκατου πέμπτου) αναιρεσείοντες, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς το δέκατο πέμπτο αναιρεσείοντα.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς την από 13-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 2438/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ