1175/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ...-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης.
Legislator headnote
AI generated1175/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2015 αίτησή της.
Full text
Απόφαση 1175 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1175/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπρεγιάνο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ...-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:110/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2008 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 19-3-2009 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1476/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου.
Εκδόθηκε η 369/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 22-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι "αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά τον οποίον έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.
Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ’ έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος.
Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επιδόσεως στον υπόχρεο εφεσίβλητο της αποφάσεως του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους.
Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο. Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση-εκουσία συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ΟΛ ΑΠ 5/2001).
Επίσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 περ. 9 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (ί) όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος, ως "αιτήσεως" νοουμένης κάθε αυτοτελούς αιτήσεως, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου καθώς και οι διαδικαστικές-δικονομικές αιτήσεις, και (ιι) όταν το δικαστήριο επιδίκασε αίτημα διαφορετικό από αυτό που έχει ζητηθεί.
Εν προκειμένω , επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου για καταβολή αμοιβής για πρόσθετη εργασία που παρείχε στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (...), εκδόθηκε η με αριθμό 110/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως με την οποία επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 23.713,01 ευρώ, ενώ σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 127/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο και κατέβαλε συνολικά το ποσό των 61.000 Ευρω.
Στη συνέχεια η παραπάνω απόφαση αναιρέθηκε με την 1476/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ τελικώς εκδόθηκε η με αριθμ. 369/2014 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσείουσας, όπως αυτή ισχυρίζεται και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων της, ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που αυτά βρισκόταν πριν εκτελεσθούν η 110/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και η 127/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και πριν καταβληθεί από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 61.000 Ευρώ και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει ποσό 61.000 Ευρώ εντόκως νομίμως από τότε που αυτό καταβλήθηκε και δή ποσό 7.000 Ευρώ εντόκως νομίμως από 23.2.2006, ποσό 10.000 Ευρώ εντόκως νομίμως από 27.8.2008 και ποσό 44.000 Ευρώ εντόκως νομίμως από 13.10.2008.
Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή, παρόλο που η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είχε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν προταθεί παραδεκτά με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου από την αναιρεσείουσα, άφησε αδίκαστο το αίτημα τούτο, χωρίς να το δέχεται ή να το απορρίπτει, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της αποφάσεως αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 221 παρ. 1 και 222 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τις οποίες η κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και την εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια αυτής δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, κατόπιν μεταγενέστερης αγωγής, νέα δίκη για την ίδια διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, συνάγεται ότι για να υπάρξει εκκρεμοδικία δεν αρκεί η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλ’ απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας αυτών. (ΑΠ 140/1997, 908/2007).
Τέλος, το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε στην περίπτωση του άρθρου 914 ΚΠολΔ ή αναιρέθηκε στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την εξαφάνιση ή την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέσθηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του. (ΑΠ 1504/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η αναιρεσείουσα κατέθεσε την 23/6/2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν την 10-5-2016, με την οποία αφού εξέθετε ότι σε εκτέλεση της 110/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως καθώς και της 127/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, κατέβαλε σ’ αυτόν συνολικώς το ποσό των 61.000 ευρώ.
Ότι κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως άσκησε η εναγομένη-αναιρεσείουσα αίτηση αναιρέσεως η οποία έγινε δεκτή και στη συνέχεια με την 369/2014 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου απορρίφθηκε η αγωγή του ενάγοντα. Ότι με την αγωγή της ζητούσε την καταβολή του ως άνω ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι εφόσον η αναιρεσείουσα άσκησε την πιο πάνω αγωγή της, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν την 10-5-2016, ενώ η αίτηση αναιρέσεως επιδόθηκε σ’ αυτόν την 2-6-2016 και στηρίζονται αμφότερες στην αυτή νομική και ιστορική αιτία, δεν έχει έννομο συμφέρον για αναίρεση της 369/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, με την αγωγή ζητείται η καταβολή ποσού των 61.000 ευρώ με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του ενάγοντος, με την δε αναίρεση ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην προγενέστερη της εκτελέσεως κατάσταση με βάση τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, επομένως στηρίζεται σε διαφορετική νομική αιτία και υφίσταται έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας, προς άσκηση του δικαιώματός της σε επαναφορά.
Στη συνέχεια, αφού έγινε δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμ. 9 του ως άνω άρθρου πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. . Εφόσον δε δεν χρειάζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, άλλη διευκρίνιση θα πρέπει ο ‘ Αρειος Πάγος, να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει την έφεση κατά το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτοβαθμίου αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου εφετείου προτάσεις της υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεσή της και απορριφθεί η αγωγή του, σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ’ αυτόν σε εκτέλεση της προσωρινά εκτελεστής αποφάσεως 110/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως καθώς και της 127/2008 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, με το νόμιμο τόκο από τότε που καταβλήθηκαν.
Από τις προσκομιζόμενες με ημερομηνίες 23-2-2006 ,27-8-2006, 13-10-2006 νόμιμες αποδείξεις παραλαβής αξιογράφων (επιταγών), προκύπτει ότι η εκκαλούσα παρέδωσε στον εφεσίβλητο 3 επιταγές ποσών 7.000 ευρώ, 10.000 ευρώ και 44.000 ευρώ αντίστοιχα, σε εξόφληση της προσωρινά εκτελεστής αποφάσεως 110/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως καθώς και της 127/2008 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, ήτοι συνολικά ποσού 61.000 ευρώ, το οποίο πρέπει ο τελευταίος να υποχρεωθεί να επιστρέψει, κατά παραδοχή της αίτησης αυτής της εκκαλούσας ως ουσιαστικά βάσιμης, με το νόμιμο τόκο της επιδόσεως στον υπόχρεο αναιρεσίβλητο-εφεσίβλητο της 369/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του.
Τούτο δε διότι υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει αφού έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας. (ΚΠολΔ 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 15.6.2015 αίτηση αναιρέσεως της 369/2014 αποφάσεως του Εφετείο Ναυπλίου.
ΑΝΑΙΡΕΙ την ως άνω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εξήντα ενός χιλιάδων (61.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της 369/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ