Supreme Court dismisses appeal against administrative court ruling on local government liability for damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Municipality of Spata Artemidos' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the municipality's liability for damages. The municipality argued procedural errors and lack of jurisdiction, but the court found the appeal inadmissible because the lower court had considered and rejected the relevant arguments. Consequently, the appeal was dismissed, and the municipality was ordered to pay the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court has considered and rejected the appellant's arguments, rendering the appeal inadmissible or unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1175 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1175/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σπάτων Αρτέμιδος", ως καθολικού διαδόχου του τέως "Δήμου Σπάτων Αττικής" που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσιμίχα.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Κ. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τρύφωνα Βασίλαινα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2116/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4928/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον Δήμος με την από 16/10/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 29/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο κατά το άρθρο 559 αρ.4 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση η οποία κατά νόμο υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ.γ Κ.Πολ.Δ., Ολ.ΑΠ 20/2008).
Εξάλλου με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν υπαχθεί σ' αυτήν. Περαιτέρω κατά την παρ. 2 περ η του ίδιου άρθρου, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργάνων τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού αυτού νόμου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διατάξεως, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, ενώ κατά το άρθρο 106 Εισ.Ν.
ΑΚ οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για την ευθύνη των Δήμων, των Κοινοτήτων ή των άλλων προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι κάθε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που συνδέονται μαζί τους είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και οι υλικές ενέργειες οι οποίες τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας αντίστοιχα ή εξαιτίας τους και δε συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, των δήμων κλπ., ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως αφορώσα διοικητική διαφορά ουσίας (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1395/2009, ΑΠ 503/2009, ΑΠ 932/2005, ΑΠ 1781/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) εξέθετε ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και ότι ο εναγόμενος Δήμος κατέλαβε τμήμα αυτού στο οποίο κατασκεύασε υδατοδεξαμενή προς εξυπηρέτηση των δημοτών του και την απέβαλε παρανόμως από την άσκηση της νομής της σ' αυτό και ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της το αποδώσει, καθώς επίσης να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του, συνιστάμενη στη μείωση της αξίας του επιδίκου ακινήτου και στη δαπάνη για την κατεδάφιση του κτίσματος καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ίδια παράνομη συμπεριφορά.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου-αναιρεσείοντος Δήμου, που δικάσθηκε σα να ήταν παρών, την οποία εξαφάνισε και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη διεκδικητική αγωγή και ως κατά ένα μέρος βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή περί αποζημιώσεως.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει και δίκασε την περί αποζημιώσεως αξίωση της αναιρεσίβλητης, παραβιάζοντας κατά την κρίση του αυτή και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 Κ.Πολ.Δ.
και 94 παρ. 1, 2 του Συντάγματος ενώ δεν είχε δικαιοδοσία να δικάσει αφού εισάγεται με αυτήν όχι διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αλλά διοικητική διαφορά ουσίας, στηριζόμενη στα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.ΑΚ και υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον η επικαλούμενη στην αγωγή συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσείοντος, η οποία συγχρόνως συνιστά και αδικοπραξία, τελέσθηκε στα πλαίσια της λειτουργίας του αστικού δικαιώματος της κυριότητας και συνδέεται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του τελευταίου και συνεπώς η ένδικη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ως τέτοια υπάγεται σύμφωνα με το άρθρο 1 εδα Κ.Πολ.Δ.
στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. του άρθρου 5 του Ν. 2308/1995 "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου. Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις" ένα μήνα μετά την τελευταία από τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο άρθρο δημοσιεύσεις ανακοίνωσης για την ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και των προσωρινών πινάκων με μνεία του δικαιώματος υποβολής ενστάσεως κατά της εγγραφής στα προσωρινά αυτά κτηματολογικά στοιχεία έως τις κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, απαγορεύεται με ποινή ακυρότητας, η σύνταξη συμβολαίων για τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία, αν δε μνημονεύεται στο συμβόλαιο και δεν επισυνάπτεται σ' αυτό σχετικό κτηματογραφικό απόσπασμα, εκδιδόμενο από το αρμόδιο γραφείο Κτηματολογίου (ήδη μετά την τροποποίηση που επήλθε στο εν λόγω άρθρο με την παρ.15 του άρθρου 2 του Ν. 3127/2003 αν δε μνημονεύεται στο συμβόλαιο και δεν επισυνάπτεται σ' αυτό πιστοποιητικό υποβολής δήλωσης, που εκδίδεται από το αρμόδιο γραφείο Κτηματολογίου).
Σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου κατά τη διάρκεια της ισχύος της κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορεύσεως δεν επιτρέπεται χωρίς προσκόμιση του προβλεπόμενου στην παρ.1 κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη μετά το Ν. 3127/2003 του πιστοποιητικού υποβολής δήλωσης που προβλέπεται στην παρ. 1) η συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως που έχει ως αντικείμενο εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία.
Εγγραπτέες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 ιβ του Ν. 2664/1998 είναι εκτός άλλων, οι κατά το άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ. αγωγές και ανακοπές και όλες οι πράξεις οι οποίες εγγράφονται με βάση την κείμενη εκάστοτε νομοθεσία στα βιβλία που τηρούνται στα υποθηκοφυλακεία και συνεπώς η προσκόμιση του αναφερόμενου στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 2308/1995 κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη πιστοποιητικού υποβολής της σχετικής δήλωσης) είναι απαραίτητη για τη συζήτηση της σχετικής αγωγής, Η μη προσκόμιση του εν λόγω κτηματογραφικού αποσπάσματος (ήδη πιστοποιητικού υποβολής της σχετικής δήλωσης) συνεπάγεται απαράδεκτο της συζητήσεως της αγωγής με τέτοιο αντικείμενο.
Προϋποτίθεται όμως ότι το ακίνητο που διεκδικείται, στο οποίο αναφέρεται η αγωγή, βρίσκεται στην κτηματογραφούμενη περιοχή, όπως αυτή οριοθετείται από την υπουργική απόφαση που την κήρυξε υπό κτηματογράφηση σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2308/1995 και ότι η αγωγή συζητείται κατά το οριζόμενο από το νόμο διάστημα από τη συμπλήρωση ενός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της σχετικής με την ανάρτηση των προσωρινών κτηματογραφικών στοιχείων ανακοινώσεως, έως το χρόνο των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία, που γίνεται μετά την έκδοση από τον ΟΚΧΕ διαπιστωτικής πράξης περάτωσης της όλης διαδικασίας κτηματογραφήσεως.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα μόνον από το δικονομικό δίκαιο. Σε περίπτωση παραλείψεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως ή και προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της ακροάσεως και της υπερασπίσεως (Ολ.ΑΠ 2/2001).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 237, 522, 524 παρ. 2, 528, 535 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως από τον εναγόμενο, που δικάσθηκε σα να ήταν παρών πρωτοδίκως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς δηλαδή να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της και ότι στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να έχει προτείνει πρωτοδίκως αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που δικάσθηκε πρωτοδίκως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο σα να ήταν παρών και έχει ηττηθεί, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με τις προτάσεις του ή με την έφεση ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή αφού η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε πιστοποιητικό υποβολής δήλωσης ή κτηματογραφικό απόσπασμα με τα στοιχεία της Β' ανάρτησης σύμφωνα με την παρ. 15 του άρθρου 1 του Ν. 3127/2003, αλλά απόσπασμα προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων Α' ανάρτησης σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2308/1995.
Όμως ο αναιρεσείων, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο παραπάνω άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλών εναγόμενος, που δικάσθηκε πρωτοδίκως σα να ήταν παρών είχε προβάλει, όπως είχε υποχρέωση κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη το προαναφερόμενο περί απαράδεκτου της αγωγής ισχυρισμό, που στηρίζει το σχετικό αναιρετικό λόγο.
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος αφού, όπως προαναφέρθηκε, η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2308/1995, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3127/2003 συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζητήσεως της αγωγής η παράλειψη κήρυξης της οποίας δεν ιδρύει τον από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναίρεσης, καθ' όσον το προσωρινό απαράδεκτο δεν επιβάλλεται από τη διάταξη αυτή προς κατοχύρωση της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν στη προσβαλλομένη απόφαση κατ' εκτίμηση ως πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της ευθείας παραβίασης της παρ. 15 του άρθρου 1 του Ν.3127/2003 που αναφέρεται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η διάταξη αυτή, θεσπίζει κανόνα δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν ιδρύει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο. Εξάλλου στο άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2664/1998 ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε κάθε μια από τις κατά τον Ν. 2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών.
Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του ορίζεται για κάθε μια από τις κτηματογραφούμενες περιοχές με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και την τήρηση των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή διατυπώσεων. Η απόφαση αυτή του ΟΚΧΕ, στην οποία ορίζονται και τα όρια της υπαγόμενης στο Κτηματολόγιο περιοχής, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στο άρθρο 11 αρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι σε κάθε ακίνητο και κάθε άλλο αυτοτελές ιδιοκτησιακό αντικείμενο αντιστοιχεί ένα κτηματολογικό φύλλο, στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι κτηματολογικές εγγραφές που αφορούν το ιδιοκτησιακό αντικείμενο στο δε άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι στα κτηματολογικά φύλλα καταχωρίζονται α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) ..., στ) ..., ζ) ..., η) ..., ι) ..., ια) ..., ιβ) οι κατά το άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ.
αγωγές και ανακοπές ...,. και στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η παράλειψη της εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα στις περιπτώσεις ι, ιβ ..., της παρ. 1 επάγεται τις έννομες συνέπειες που προβλέπουν οι αντίστοιχες διατάξεις του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου. Περαιτέρω στο άρθρο 23 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου τα έμμισθα ή άμισθα Υποθηκοφυλακεία, στων οποίων την τοπική αρμοδιότητα εμπίπτουν οι κτηματογραφημένες περιοχές λειτουργούν ως κτηματολογικά γραφεία.
Από την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου οι εγγραφές που αφορούν ακίνητα των κτηματογραφημένων περιοχών γίνονται μόνο στα κτηματολογικά βιβλία και λοιπά τηρούμενα στοιχεία. Τα βιβλία που τηρούσε έως την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο επέχουν θέση αρχείου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφασης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Όπως και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένστασή του περί απαραδέκτου της έφεσης επειδή δεν είχε γίνει εγγραφή της αγωγής και στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου, ενώ λειτουργούσε το κτηματολόγιο του Δήμου Σπάτων στην κτηματική περιφέρεια την οποία βρίσκεται το επίδικο.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον η σχετική αιτίαση δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Αν πάλι ήθελε εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον ο σχετικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, με την παραδοχή, που είναι αντίθετη με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι επειδή κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της κτηματογράφησης και μέχρι την ολοκλήρωση αυτής οι εγγραφές γίνονται στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία κατ' άρθρο 23 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2664/1998 και ότι στα βιβλία διεκδικήσεως του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων έχει εγγραφεί κατ' άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ.
η ένδικη αγωγή. Τέλος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ :
Απορρίπτει την από 16-11-2012 αίτηση του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Σπάτων Αρτέμιδος" περί αναιρέσεως της 4928/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ