1175/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1175/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1175 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1175/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Ν. Β., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., 2. Β. συζ. Γ. Κ., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., 3. Δ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Ε. συζ. Γ. Χ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5. Η. Μ. του Α., κατοίκου ..., 6. Ε. συζ. Σ. Ζ.-Κ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., 7. Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 8. Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 9. Μ. χας Ν. Μ., κατοίκου ..., 10. Α. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 11. Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, Οι οποίοι (εκτός της 4ης και του 11ου) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μηνά Μιχάλοβιτς.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ.-Κ. Χ. (K.-K. H.) του Κ.-Χ., κατοίκου ..., και 2. Α. Χ. (A. H.) του Κ.-Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπράμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη, ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους (ΟλΑΠ 26/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (της 16-11-2011), με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, οι τέταρτη και ενδέκατος των αναιρεσειόντων Ε. συζ. Γ. Χ. και Χ. Μ. του Ν., οι οποίοι και επέσπευσαν με τους λοιπούς ομοδίκους τους αναιρεσείοντες τη συζήτηση, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι παριστάμενοι, όμως, λοιποί αναιρεσείοντες και (επίσης επισπεύδοντες) προσκομίζουν τα με αριθμό ... και .../16-11-2011 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Φιόρης Πέτρου, από τα οποία προκύπτει, ότι οι ως άνω απολειπόμενοι τέταρτη και ενδέκατος των αναιρεσειόντων χορήγησαν πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Αθηνών Μηνά Μιχάλοβιτς, πληρεξούσιο δικηγόρο και των παρισταμένων αναιρεσειόντων. Επομένως, ο ανωτέρω δικηγόρος είχε σχετική πληρεξουσιότητα από τους απολειπομένους αναιρεσείοντες και, συνεπώς, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, η επίσπευση που έγινε με τη σχετική εντολή του προαναφερθέντος δικηγόρου στη δικαστική επιμελήτρια για επίδοση στους αναιρεσιβλήτους, είναι έγκυρη ως προς τους απολειπομένους αναιρεσείοντες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρά την απουσία της τέταρτης και ενδέκατου των αναιρεσειόντων η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 983,984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται ολόκληρο το κοινό πράγμα ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν πρέπει να έχει παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία.
Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται, στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη διανομή ή δωρεά μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κατέχων το κοινό σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αποκλειστικά αυτό για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη συμφωνία αυτή αποδέχθηκαν την βούλησή του (βλ ΑΠ 485/1982).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "Γερολιμένας" του ΔΔ Γερολιμένα του Δήμου Οιτύλου του Ν. Λακωνίας εντός οικισμού, εμβαδού 205 τ.μ., το οποίο συνορεύει τριγύρω, ανατολικώς με την οδό ..., νοτίως με ιδιοκτησία Κ., βορείως με την οδό ...
και Δυτικώς με την οδό .... Εντός του άνω οικοπέδου υφίσταται γηστέρνα, αυλή και μία πεπαλαιωμένη λιθόκτιστη οικία, η οποία αποτελείται από το ισόγειο (καμάρα), τέσσερα (4) δωμάτια του πρώτου ορόφου και μία σοφίτα, συνολικού εμβαδού 90 τ.μ. Στο άνω ακίνητο είναι κύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι.
Το άνω ακίνητο το απέκτησαν οι τελευταίοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας στις 18-6-1997 μητέρας τους Ο. συζ. Κ. Χ. Χ., το γένος Μ. και Λ. Μ., της οποίας την κληρονομιά αποδέχτηκαν με την .../6-7-1999 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Αγγέλου Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου.
Η τελευταία δήλωση αποδοχής κληρονομιάς διορθώθηκε με την .../20-9-2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, διορθωτική και συμπληρωματική, η οποία διόρθωσε την έκταση του επιδίκου ακινήτου σε 387,10 τ.μ. και την επιφάνεια των κτισμάτων σε 265,28 τ.μ. Το ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου το απέκτησε ο καθένας των εναγομένων από τον πατέρα τους Κ.
Χ. Χ., δυνάμει των ... και .../19-10-2004 συμβολαίων Γονικής Παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Αγγέλου Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου. Ο πατέρας τους είχε αποκτήσει το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας τους και συζύγου του, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε και αυτός με την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς.
Κατά το ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς το απέκτησε από τον αδελφό τους Μ. Χ. του Κ. Χ., δυνάμει των ... και .../19-10-2004 συμβολαίων δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Αγγέλου Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ο αδελφός τους είχε αποκτήσει το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας τους, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε και αυτός με την προαναφερομένη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς.
Επίσης, αποδείχτηκε, ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και μητέρα τους Ουρανία σύζυγος Κ. Χ. Χ., το γένος Μ. και Λ. Μ. κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1962 και ασκούσε υλικές πράξεις μέχρι το χρόνο του θανάτου της το 1997. Ειδικότερα, επισκεπτόταν το ακίνητο τους καλοκαιρινούς μήνες, παρέμενε σε αυτό, πλήρωνε όλους τους λογαριασμούς ΔΕΗ και Ύδατος και κατέβαλε όλες τις αναγκαίες δαπάνες για την επισκευή και τη συντήρηση του ακινήτου.
Κατ' αυτό τον τρόπο η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε γίνει κυρία κατά το χρόνο του θανάτου της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως επιβεβαιώθηκε και από την κατάθεση του μάρτυρά τους. Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι το έτος 1984 η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων έδιωξε από το επίδικο τους αναιρεσείοντες και δεν τους επέτρεψε να μείνουν, που σημαίνει, ότι ήταν γνωστό σε όλους ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κατέχει και νεμόταν το ακίνητο για δικό της λογαριασμό και όχι για λογαριασμό όλων.
Το γεγονός δε, ότι στις 9-8-1994 στο Αστυνομικό Τμήμα Γερολιμένα ανέφερε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στη συγκυριότητα όλων, δεν ασκεί ουδεμία επιρροή, διότι στη συνέχεια ανακάλεσε τη δήλωσή της αυτή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν έγιναν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, ακολούθως δε, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή τους, στην οποία σωρευόταν και αγωγή διανομής, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι, όμως, που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνωστοποιήσεως της βουλήσεως της δικαιοπαρόχου των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, μητέρας τους προς τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων-αναιρεσειόντων, ότι από του έτους 1962 και εφεξής μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό της το έτος 1997 νέμεται ολόκληρο το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό της και ως προς τα κληρονομικά τους μερίδια σ' αυτό, δηλαδή δεν αναφέρει συγκεκριμένα το χρόνο της από μέρους της γνωστοποιήσεως της βουλήσεώς της περί αποκλειστικής νομής του εν λόγω ακινήτου από την ίδια, ώστε έκτοτε να αρχίσει η ταυτόχρονη κτητική και αποσβεστική παραγραφή, ως επίσης δεν αναφέρει και τον τρόπο της εν λόγω γνωστοποίησης, δηλαδή ποιες είναι οι συγκεκριμένες πράξεις της ως άνω δικαιοπαρόχου των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες γνωστοποίησε στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων-αναιρεσειόντων την θέλησή της να νέμεται εφεξής το επίδικο ακίνητο για δικό της.
Η δε παραδοχή του Εφετείου, "ότι η θέση ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε γίνει κυρία κατά το χρόνο του θανάτου της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενισχύεται και από το γεγονός, ότι το έτος 1984 η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων έδιωξε από το επίδικο τους αναιρεσείοντες και δεν τους επέτρεψε να μείνουν, που σημαίνει, ότι ήταν γνωστό σε όλους ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κατέχει και νεμόταν το ακίνητο για δικό της λογαριασμό και όχι για λογαριασμό όλων", αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου της ουσίας, καθώς επίσης αφήνει αδιευκρίνιστο το χρόνο και τον συγκεκριμένο τρόπο που κατέστη γνωστό στους λοιπούς συγκυρίους, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κατείχε και νεμόταν το επίδικο για δικό της αποκλειστικά λογαριασμό.
Επομένως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το ζήτημα της συμπληρώσεως ή μή της χρησικτησίας και του χρόνου παραγραφής και, συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, είναι βάσιμος.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, πράγμα, κατά την έννοια της άνω διάταξης αυτής, είναι και ο ισχυρισμός του συγκληρονόμου που κατέχει το όλο ακίνητο, ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά νέμεται μόνο για τον εαυτό του και ότι αυτό το γνωστοποίησε στους συγκληρονόμους του ή ότι οι τελευταίοι με άλλο τρόπο έλαβαν γνώση αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων μητέρα τους, η οποία, νεμόταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου από το έτος 1962 και ασκούσε τις αναφερόμενες υλικές πράξεις έκτοτε και μέχρι το χρόνο του θανάτου της το 1997 και έτσι κατά το τελευταίο χρόνο της είχε γίνει κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία είχε (πώς και πότε;) γνωστοποιήσει στους υπολοίπους συγκυρίους της, ότι πλέον νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό της, και έκτοτε παρήλθε 20ετία.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων προκύπτει, ότι οι τελευταίοι, προβάλλοντας την ένστασή τους ιδίας κυριότητας, ισχυρίστηκαν, ότι η αποβιώσασα δικαιοπάροχος μητέρα τους απέκτησε το επίδικο ακίνητο "από χρησικτησία, καθότι το ενέμετο και το κατείχε από πατρογονική κληρονομία ατύπως διανεμηθείσα το 1960 πλέον της τριακονταπεντετίας, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής καλή τη πίστη και διανοία κυρίου η ίδια αδιαταράκτως, αδιαλείπτως και ανεπιβουλεύτως, αφού το επίδικο ακίνητο το έτος 1962 της το παραχώρησε ατύπως ο πατέρας της και από τότε προέβη σε πολλές επισκευές σ' αυτό, προέβη σε σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος και κατέβαλε όλες τις δαπάνες προς τους κοινωφελείς οργανισμούς αλλά και δημοτικά τέλη, το συντηρούσε καθώς το οίκημα θα κατέρρεε".
Έτσι, όμως, οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, για τη νομιμότητα της προβαλλόμενης ένστασής τους ιδίας κυριότητας, δεν περιέλαβαν κατά τρόπο συγκεκριμένο και ορισμένο τον ισχυρισμό τους, ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους είχε γνωστοποιήσει στους υπόλοιπους συγκυρίους το έτος 1962 ή οποτεδήποτε άλλοτε, ότι πλέον νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό της.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με άρθρο 12 παρ.3 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 154/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ