Legislator Case Law & Legislation
1175/2007 AI generated

1175/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1175/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1175/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσείουσα, την 8η Νοεμβρίου 2006 κατέθεσε στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, το με χρονολογία 8 Νοεμβρίου 2006 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. ΄Οπως προκύπτει από την υπ' αρθμ. 8.361Β/9η Νοεμβρίου 2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά ......., αντίγραφο του άνω δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, την 9η Νοεμβρίου 2006 ημέρα Πέμπτη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1175 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1175/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΑΛΦΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πανούση.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μουσά Νικόλαο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4808/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5539/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2006 αίτησή της και τους από 8-11-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατo την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".

Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 3Οήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 33/96). Στην υπόθεση που εξετάζεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με πράξη του από 19 Ιουλίου 2006 όρισε αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης την 11η Δεκεμβρίου 2006.

Η αναιρεσείουσα, την 8η Νοεμβρίου 2006 κατέθεσε στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, το με χρονολογία 8 Νοεμβρίου 2006 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. ΄Οπως προκύπτει από την υπ' αρθμ. 8.361Β/9η Νοεμβρίου 2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά ......., αντίγραφο του άνω δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, την 9η Νοεμβρίου 2006 ημέρα Πέμπτη.

Έτσι, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, συμπίπτει με την 10η Δεκεμβρίου 2006, ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έτους 2006. Επειδή όμως η και η προηγούμενη ημέρα ήταν ημέρα Σαββάτου, η πιο πάνω 30vθήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 19.00 ώρα της μεθεπόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 12.12.2006, μετά δηλαδή τη συζήτηση της αναίρεσης, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία των τριάντα ημερών.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην περίπτωση αυτή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, και το αίτημα αυτής όπως υποβλήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής στο δικαστήριο της ουσίας. Αν δε η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για έλλειψη ορισμένων, απαιτουμένων κατά το νόμο στοιχείων, για τη νομική της θεμελίωση, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα στοιχεία αυτά στο αναιρετήριο, διότι μόνο έτσι μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ. 28/1998). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος δε στο στάδιο αυτό προξενήσει ζημία υπαίτια στον άλλο, υποχρεούται να τον αποζημιώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.

Ως ζημία, η οποία αποκαθίσταται κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, συνδυαζομένων και με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, νοείται μόνο το αρνητικό διαφέρον (διαφέρον διάψευσης εμπιστοσύνης), δηλαδή η θετική ή αποθετική ζημία, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, συμπεριφορά του άλλου μέρους, που εκδηλώθηκε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για κατάρτιση σύμβασης και προκλήθηκε στον παθόντα διότι αυτός καλοπίστως πίστεψε στην επικείμενη κατάρτιση της σύμβασης.

Δεν νοείται ως ζημία στην περίπτωση αυτή και δεν αποκαθίσταται το διαφέρον εκπληρώσεως της συμβάσεως, ό,τι δηλαδή θα είχε ο παθών αν καταρτίζονταν η ματαιωθείσα τελικά σύμβαση, και προκειμένου περί ασφαλιστικής σύμβασης το συμφωνηθέν ως καταβλητέο από τον ασφαλιστή ασφάλισμα στην περίπτωση που θα επέρχονταν ο ασφαλιστέος κίνδυνος, διότι η ζημία αυτή έχει άλλη γενεσιουργό αιτία (μη εκπλήρωση της καταρτισμένης σύμβασης από τον οφειλέτη) και ως εκ τούτου δεν τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την κατά παράβαση των χρηστών και συναλλακτικών ηθών υπαίτια συμπεριφορά του ασφαλιστή ή του προστηθέντος από αυτόν, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, (Ολ.

ΑΠ 37/2006) δεδομένου μάλιστα του ότι το μέρος που κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν ετήρησε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη συμπεριφορά, δεν ήταν υποχρεωμένο, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 ΑΚ καθιερούμενης ελευθερίας του προσώπου να συνάπτει ή να μη συνάπτει συμβάσεις και να καθορίζει το περιεχόμενο αυτών, να καταρτίσει τη σύμβαση που τελικά δεν καταρτίστηκε. (Ολ.

ΑΠ 37/2005). Από αυτά, συνάγεται περαιτέρω, ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή με την οποία ο ενάγων επικαλούμενος, αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του εναγομένου ή του προστηθέντος από αυτόν, κατά το στάδιο των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεως, η οποία τελικά και δεν καταρτίστηκε, ζητά ως αποζημίωση ό,τι θα είχε αν καταρτίζονταν η μη καταρτισθείσα τελικά σύμβαση, όπως είναι και η σύμβαση ασφάλειας πυρκαϊάς, κατά την οποία σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου ο ασφαλιστής, που έναντι ανταλλάγματος (ασφαλίστρου) καλύπτει τον ασφαλισμένο μέχρις ενός συμφωνηθέντος ποσού, υποχρεούται να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο μέχρι του ποσού αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την αγωγή της, κατά την κυρία βάση αυτής, ως μη νόμιμη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 και 298 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στην αίτησή της, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που εξέθετε στο δικόγραφο της αγωγής της προς νομική θεμελίωση της ασκουμένης με αυτή εις βάρος της αναιρεσίβλητης αξίωσης προς αποζημίωση, λόγω πταίσματος της εναγομένης κατά το στάδιο των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων για κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης κατά πυρκαϊάς, ούτε επίσης εκθέτει αναλυτικά ως προς ποία κρίσιμα σημεία της η αγωγή της κρίθηκε ως μη νόμιμη και ειδικότερα δεν παραθέτει τι εξέθετε στην αγωγή της σχετικά με το ζητούμενο ποσό αποζημίωσης κατά κονδύλιο και αιτία, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν τα ζητούμενα ποσά αποζημίωσης ενέπιπταν ή όχι στην έννοια του αρνητικού διαφέροντος.

Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του περί του νόμου βασίμου της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 λόγοι αναίρεσης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο (πρώτο σκέλος) αναίρεσης, από τους αριθμούς (8 και 14 του εν λόγω άρθρου, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την επικουρική περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής της, ως αόριστη, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και καθιστούσαν την επικουρική βάση της αγωγής.

της ορισμένη, ποσοτικά και ποιοτικά, παρά δε το νόμο απέρριψε την βάση αυτή ως αόριστη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε με την αγωγή της για τη νομική θεμελίωση της επικουρικής, περί αδικοπραξίας, βάση και το αίτημα αυτής, ούτε επίσης αναφέρει τα επί μέρους κονδύλια και την αιτία ενός εκάστου που συγκροτούσαν το ζητούμενο συνολικό ποσό της αποζημίωσης.

Αποσπασματικά μόνο αναφέρει, ορισμένα πραγματικά περιστατικά που αυτή επικαλέστηκε, παραπέμπουσα κατά τα λοιπά σε σελίδες της αγωγής της και τις προτάσεις της, με τις οποίες όπως ισχυρίζεται συμπλήρωσε την αγωγή της. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί ότι από το άρθρο 361 ΑΚ προκύπτει φυσική ευχέρεια της εναγομένης να συνάπτει ή να αποκρούει τη σύναψη σύμβασης, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από την εναγομένη και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει τι επιδίκασε το εφετείο, ως κεφάλαιο δίκης, στην αναιρεσίβλητη που δεν ζητήθηκε από αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.02.2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΑΛΦΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ KINΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5.5539/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ