Supreme Court partially allows appeal on overtime pay calculations but dismisses other grounds for inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding labor disputes. The appellant argued that overtime pay calculations and interest on debts were incorrectly handled, while the employer contended the lower court's findings were correct. The court accepted the claim that specific overtime vouchers were not properly considered but rejected the other grounds as vague or unsupported by the record.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 395, 671 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure: When an appeal raises a valid ground regarding the non-consideration of specific evidence, the appealed decision must be revoked in that part and remitted for further examination, while other inadmissible or vague grounds are rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1175 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1175/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΜΕΤΚΑ) Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Μπακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 782/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5993/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/3/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 24/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 339, 395 κα 671 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που γίνονται ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, για να προσαχθούν στις δίκες επί εργατικών διαφορών, που επιτρέπονται, αποτελούν, όταν προσάγονται στη δίκη για την οποία έχουν δοθεί, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα με συνέπεια ότι για να μη υπάρχει αμφιβολία περί του αν ελήφθησαν ή όχι υπόψη το Δικαστήριο πρέπει να τις μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και να αναφέρεται ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις λήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου.
Εν προκειμένω από την επισκόπηση του κυρίου σώματος των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο προκύπτει ότι ο τελευταίος επικαλέστηκε ότι προσκομίζει τις με αριθμούς 4619 και 4620/15.3.2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκαν νόμιμα μετά προηγούμενη νομότυπη κλήτευση της αναιρεσίβλητης προκύπτουσα από την επικαλούμενη έκθεση επιδόσεως.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, από τις οποίες αποδεικνύονταν τα αγωγικά κονδύλια για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά Κυριακές και αργίες, δεν ελήφθησαν υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος στην ουσία του και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι μνημονεύονται μεν ως ληφθείσες υπόψη άλλες ένορκες βεβαιώσεις όχι όμως και οι παραπάνω, πράγμα το οποίο αφήνει αμφιβολία περί του αν πράγματι ελήφθησαν υπόψη οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις.
Κατά το άρθρο 655 Α.Κ. επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρξει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Εξάλλου μισθός κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. 'Αρα μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα της υπερεργασίας του, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού.
Επομένως και για τις αμοιβές αυτές, τάσσεται από το άρθρο 655 Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ. α' Α.Κ. Εξάλλου διάκριση του μισθού σε υπό στενή και υπό ευρεία έννοια, με περιορισμό και εφαρμογή των παραπάνω κανόνων μόνο στον υπό στενή έννοια μισθό, δεν υπάρχει στο νόμο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς καθορισμένη βάσει των ορισμών του νόμου, αλλά ανάγονται στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.
Το εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση από το άρθρο 342 Α.Κ. του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω ευλόγων αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη και την έκταση του χρέους (Ολ.ΑΠ 39/2002).
Αντίθετα δεν αποτελούν μισθό σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως και η προσαύξηση (αστική ποινή) που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης για παράνομη υπερωριακή εργασία του μισθωτού, αφού δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και δεν ορίζεται για τα χρέη αυτά από το νόμο δήλη ημέρα πληρωμής τους, με συνέπεια ότι οι τόκοι των παραπάνω οφειλών αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 341, 345 και 655 Α.Κ., διότι απορρίφθηκε από το Εφετείο το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση τόκων επί του κονδυλίου της αποζημιώσεως και της προσαυξήσεως για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος από το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι υπερωρίες αυτές.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η πλημμέλεια μη λήψεως υπόψη ομολογίας της αναιρεσίβλητης περί γενομένης συμφωνίας καταβολής στον αναιρεσείοντα δύο επιδομάτων συνολικού ύψους 220.000 δραχμών μηνιαίως, η οποία ομολογία φέρεται ότι έγινε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της ομολογίας αυτής από τον αναιρεσείοντα.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, ότι δεν συμφωνήθηκε, ούτε καταβάλλονταν τακτικά και σταθερά τα αιτούμενα επιπλέον του μηνιαίου μισθού επιδόματα ενοικίου και εργοταξιακό ποσού 60.000 και 160.000 δραχμών αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλάβει το Εφετείο στην απόφασή του, ούτε αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, οι οποίες προσδιορίζουν το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως γενομένου δεκτού του παραπάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά τα κονδύλια αμοιβών υπερεργασίας, υπερωριών εργασίας κατά Σάββατα, Κυριακές και αργίες και του υπολογισμού ή μη τούτων στις διαφορές επιδομάτων αδείας και δώρων εορτών και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την 5993/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως κατά το παραπάνω μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ