Legislator Case Law & Legislation
1174/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bank judgment, remanding case due to procedural error in inadmissibility ruling.

Case Number 1174/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the National Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's judgment. The Court found the lower appellate court erred in declaring the bank's appeal inadmissible regarding a specific procedural point concerning the calculation of claims. Consequently, the decision was annulled in part, and the case was remanded for further examination by a newly constituted court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: When a lower appellate court incorrectly declares an appeal inadmissible on a point that should have been examined, the Supreme Court may annul that specific portion of the decision and remand the case for further proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility procedural error remand for retrial third party intervention bank dispute judicial review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178, 180, 182, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 10604/2017 of the Plurality Court of First Instance of Thessaloniki
Decision No. 3320/2015 of the Single Court of First Instance of Thessaloniki
Decision No. 9798/2018 of the Single Court of First Instance of Thessaloniki
Decision No. 2446/2019 of the Single Court of Appeal of Thessaloniki

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1174 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1174/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Ν. του Σ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μπαλτά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "DOVALUE GREECE", πρώην με την επωνυμία "EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαρακτινιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21/7/2014 (2) ανακοπές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3320/2015 και 9798/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και η 2446/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό, 2446/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά των με αριθμούς, 9798/2018 και 3320/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής δε πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015, ''Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....'', ''τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις''. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, ''οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης''. Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 753/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία, ''do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις'', με το από 13-7-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-7-2023 και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσείουσα και στην αναιρεσίβλητη (βλ.

τις με αριθμούς, 2796ΣΤ/31-7-2023 και 5768Β/31-7-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών Επιμελητών, στο Εφετείο Πειραιά και Θεσσαλονίκης, Δ. Μ. και Γ. Τ. , αντίστοιχα), ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της, ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, ''FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY (ΦΡΟΝΤΙΕΡ ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΑΚ''), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (αρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, υπό την προηγούμενη επωνυμία της, ''EUROBANK FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις'' (απόφαση 220/1/13-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ΦΕΚ Β 880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα.

Η τελευταία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεών της, δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην άνω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, ''FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY'', που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 4-2-2022 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών.

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας - υπερής η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων σε ελβετικό φράγκο, κατά της οποίας, εκδόθηκαν οι με αριθμούς, 10516/2014 και 10077/2014 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που προσβλήθηκαν με τις ένδικες ανακοπές.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1β, εδ. α ΚΠολΔ, κατά την οποία έφεση συγχωρείται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων του πρώτου βαθμού, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή ανταγωγή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων, 308, 309 και 539 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας και οι οποίες περιέχουν διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα, έτσι ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ανάκλησή τους (ΑΠ 964/2020).

Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση σώρευσης περισσότερων βάσεων ή αιτημάτων ή συνεκδίκασης περισσότερων αγωγών, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Η απόφαση αυτή, που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές της διατάξεις. Η οριστική κρίση του Δικαστηρίου διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και μόνο στο σκεπτικό, αλλά ρητά και σαφώς κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας για την παραδοχή ή απόρριψη του εξεταζόμενου αιτήματος ή δικαιώματος (ΑΠ 1826/2022, ΑΠ 869/2022, ΑΠ 964/2020).

Συνεπώς, δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση η απόφαση, με την οποία, το δικαστήριο, εξετάζοντας λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, δεν αποφαίνεται για το λόγο αυτό, με οριστική παραδοχή ή απόρριψή του στο σύνολό του και έτσι δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του (πρβλ. 964/2020, ΑΠ 358/2011, ΑΠ 300/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 869/2022, ΑΠ 1324/2019, ΑΠ 1309/2015).

Έτσι, μέσω του λόγου αυτού, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 1292/2022, ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 370/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ήδη αναιρεσίβλητη (ανακόπτουσα), με τις με αριθμούς κατάθεσης, 16894 και 16895/28-7-2014 (δύο) ανακοπές της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε την ακύρωση, α) των, 10516/2014 και 11077/2014 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα (καθής οι ανακοπές), τα ποσά των 151.026,82 και 527.546,74 ελβετικών φράγκων, αντίστοιχα, όπως τα ποσά αυτά αντιστοιχούν σε ευρώ, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, πλέον τόκων και εξόδων, για απαιτήσεις της από δύο συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου, σε ελβετικό φράγκο και β) των από 25-6-2014 (δύο) επιταγών προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου καθεμιάς των ανακοπτόμενων διαταγών πληρωμής.

Με τον τρίτο λόγο αμφοτέρων των ανακοπών, η ανακόπτουσα επικαλέστηκε ακυρότητα, ως αόριστων και ακατάληπτων (καταχρηστικών), των 4ου, 9ου και 14ου όρων των επίδικων δανειακών συμβάσεων, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής, που αφορούσαν την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο, τόσο των τμηματικών καταβολών, όσο και της καταγγελίας των δανειακών συμβάσεων, με τους οποίους ειδικότερα οριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι, α) σε περίπτωση τμηματικής καταβολής, το εκάστοτε ισότιμο ποσό του ελβετικού φράγκου σε ευρώ, θα προσδιορίζεται με βάση την τιμή αγοράς από την τράπεζα του ελβετικού φράγκου, κατά την ημερομηνία της κάθε εκταμίευσης, β) σε περίπτωση μη ολοσχερούς εξόφλησης δύο μηναίων δόσεων η δανείστρια δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και να καταστήσει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δυνάμενη να μετατρέψει το νόμισμα του δανείου σε ευρώ, με βάση την ισχύουσα τιμή αγοράς του ελβετικού νομίσματος κατά την ημέρα μετατροπής και γ) οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο....

και θα εξοφλούνται... κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει με μετροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημέρα πληρωμής της δόσης. Με τον ίδιο δε (τρίτο) λόγο, στο ιστορικό του, η ανακόπτουσα ζήτησε την ακύρωση των όρων αυτών και μετά την ακύρωσή τους, τον υπολογισμό της απαίτησης της δανείστριας Τράπεζας (καθής η ανακοπή), με βάση την ισοτιμία ελβετικού φράγκου - ευρώ, που ίσχυε κατά το χρόνο υπογραφής των δανειακών συμβάσεων και εκταμίευσης των χορηγηθέντων σε αυτή ποσών (Μάϊος 2007).

Επί των άνω ανακοπών, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η 3320/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, το Δικαστήριο αυτό, αφού έκρινε ότι, ''οι άνω όροι, που ήταν προδιατυπωμένοι από την καθής και περιλαμβάνονται στους Γ.Ο.Σ., χωρίς να έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, κατά το μέρος που ρυθμίζουν την ισοτιμία, με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, που πραγματοποιεί η ανακόπτουσα καθόλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου της, είναι αόριστοι και ασαφείς και ως εκ τούτου καταχρηστικοί και άκυροι'', δέχθηκε τις ανακοπές και ακύρωσε αμφότερες τις διαταγές πληρωμής, καθώς και τις άνω επιταγές προς πληρωμή.

Παράλληλα, με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι στο δικόγραφο των ανακοπών (στον τρίτο λόγο αυτών), σωρεύεται αναγνωριστική αγωγή, με αίτημα, την αναγνώριση ότι, οι απαιτήσεις της ανακόπτουσας από τις ένδικες δανειακές συμβάσεις, πρέπει να υπολογιστούν με βάση την ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου, όπως ίσχυε κατά το χρόνο αποδέσμευσης του κεφαλαίου των ένδικων συμβάσεων τοκοχρεολυτικού δανείου, την 31η Μαϊου 2007, παρέπεμψε κατά το μέρος αυτό, τις ανακοπές για συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Το ίδιο δε Δικαστήριο, στο σκεπτικό της απόφασής του έκρινε ότι, μετά τις παραδοχές του περί ακυρότητας των άνω όρων, δημιουργείται κενό, όσον αφορά τον υπολογισμό των ένδικων απαιτήσεων με το οποίο, δεν μπορεί να ασχοληθεί το ίδιο και παρέπεμψε κατά το μέρος αυτό τις ανακοπές ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την επισήμανση, όμως, ότι ''οι δόσεις της ανακόπτουσας από τις δανειακές συμβάσεις πρέπει να υπολογίζονται με βάση την ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου, που ίσχυε κατά την αποδέσμευση αυτών (δανείων), την 31η Μαϊου 2007''.

Έτσι, στην ως άνω απόφαση περιλαμβάνονται οριστικές διατάξεις που αφορούν την ακύρωση των ανακοπτόμενων διαταγών πληρωμής, κατά παραδοχή του άνω τρίτου λόγου των ένδικων ανακοπών, ο οποίος, όμως, δεν εξετάστηκε στο σύνολό του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα ως προς τον προσδιορισμό της οφειλής, αντίθετα το τελευταίο ζήτημα παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Στη συνέχεια, η ανακόπτουσα με τη με αριθμό κατάθεσης, 15503/2015 κλήση της, εισήγαγε προς συζήτηση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις ανακοπές, κατά το παραπεμφθέν σ' αυτό, μέρος τους. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την 10604/2017 οριστική απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την κλήση, δεχόμενο ότι, ''η ανακόπτουσα δεν είχε υποβάλει αίτημα δικαστικής προστασίας για τη συμπλήρωση του κενού των δανειακών συμβάσεων, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας των όρων τους, ως καταχρηστικών''.

Ακολούθως, μετά την έκδοση της τελευταίας απόφασης, η καθής οι ανακοπές, με την από 21-12-2017 κλήση της, επανέφερε αυτές προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έτσι ώστε, όπως εκτίθεται στην κλήση, να απορριφθούν οι ανακοπές στο σύνολό τους. Το τελευταίο Δικαστήριο, με την 9798/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την άνω κλήση, δεχόμενο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αποφάνθηκε για το πιο πάνω ζήτημα που παραπέμφθηκε ενώπιόν του, και ουδόλως παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο, με συνέπεια να μην συντρέχει λόγος επαναφοράς της υπόθεσης με κλήση.

Κατά της τελευταίας απόφασης και κατά της προεκδοθείσας με αριθμό, 3320/2015 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, η καθής οι ανακοπές άσκησε την από 22-8-2018 έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή τους και την απόρριψη των ανακοπών. Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης, με αριθμό 2446/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής, απορρίφθηκε η έφεση κατά αμφοτέρων των άνω αποφάσεων, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η έφεση της αυτή όσον αφορά την µε αρ. 3320/2015 απόφαση ασκήθηκε εκπρόθεσµα.

Ειδικότερα, από την επικαλούµενη και προσκομιζόµενη από την εφεσίβλητη (ανακόπτουσα) υπ' αριθµ. 6600/2-4-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιµελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά, Σ. Μ. , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της εκκαλουµένης υπ' αριθμ. 3320/2015 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθµίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε, µε εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανακόπτουσας (ήδη εφεσίβλητου), στην καθ? ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, στις 2-4-2015.

Σύµφωνα λοιπόν µε όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, η προθεσµία για την άσκηση της κρινόµενης έφεσης άρχισε στις 3-4-2015 από την επομένη της επιδόσεως που έλαβε χώρα στις 2-4-2015 και η τριακονθήµερη προθεσµία άσκησής της (έφεσης) συμπληρώθηκε στις 3-5-2015.

Συνεπώς, η κρινόµενη έφεση της καθ' ης η ανακοπή, που ασκήθηκε στις 7-9-2018 (αριθ. κατάθ. 2774/2478/7-9-2018), εφόσον ασκήθηκε µετά την πάροδο τριάντα ηµερών από την επίδοση της εκκαλουµένης απόφασης, είναι εκπρόθεσµη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως βάσιµα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη. Η ως άνω απόφαση είναι οριστική εφόσον η απόφαση του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, η οποία δέχεται την αναρµοδιότητα αυτού καθ? ύλην και παραπέμπει την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο υπόκειται σε έφεση (άρθρο 513 δ 1α ΚΠολΔ), ενώ κατ' άρθρο 46 εδ.

β1 του ιδίου Κώδικα η απόφαση του παραπέµποντος δικαστηρίου, όταν καταστεί τελεσίδικη, είναι υποχρεωτική τόσο ως προς την αναρµοδιότητα του παραπέµψαντος, όσο και ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Επομένως η έφεση αυτή, που ασκήθηκε εκπροθέσµως µετά την άπρακτη παρέλευση της κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού της εφεσιβλήτου, ο οποίος ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Περαιτέρω η έφεση κατά της υπ' αριθ. 9798/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε αντιµωλία των διαδίκων έχει ασκηθεί νοµότυπα και εµπρόθεσµα.... Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιµο των λόγων της,...... Η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) µε την µε αρ.

κατ. 21032/2017 κλήση έφερε προς συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου τις..... µε αρ. κατ. 16894/2014 και 16895/2014 ανακοπές κατά των 10516/2014 και 11077/2014 διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, που άσκησε η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη), µετά την έκδοση της µε αρ. 3320/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε αυτές, τις έκανε δεκτές, ακύρωσε τις ανακοπτόµενες διαταγές πληρωμής και παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ως καθ' ύλην αρμόδιο την εκδίκαση του σωρευόµενου, κατά τα εκτιθέµενα στην ως άνω απόφαση, αναγνωριστικού αιτήματος περί της συμπλήρωσης του κενού που δημιουργήθηκε µετά την αναγνώριση της ακυρότητας των προσβαλλόμενων γενικών όρων συναλλαγών.

Όπως προκύπτει από το περιεχόµενο του δικογράφου των ως άνω ανακοπών, τέτοιο αίτηµα ουδόλως υποβλήθηκε από την ανακόπτουσα, αντιθέτως δε, αυτή ζητούσε την ακύρωση των ως άνω διαταγών πληρωμής προβάλλοντας ως λόγο ακύρωσης αυτών, μεταξύ άλλων, το ανεκκαθάριστο και αβέβαιο της απαίτησης λόγω της ακυρότητας ως καταχρηστικού του όρου των δανειακών συµβάσεων σε ελβετικά φράγκα µε τον οποίο προβλεπόταν ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονταν σε ελβετικά φράγκα και θα εξοφλούνται στο ισότιμο ποσό σε ευρώ µε βάση την τιµή πώλησης απ? την τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ηµεροµηνία καταβολής της δόσης.

Η καταχρηστικότητα του εν λόγω γενικού όρου συναλλαγών κρίθηκε ως προδικαστικό ζήτημα από το δικαστήριο που συνεκδίκασε τις ανακοπές, ενώ δεν προβλήθηκε ποτέ αυτοτελές αίτηµα της ανακόπτουσας για συμπλήρωση του κενού, που θα δηµιουργείο µετά την ακύρωση του όρου ως καταχρηστικού. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, έκρινε, ως δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, µε την µε αρ. 10604/2017 απόφασή του, ότι, "η ως άνω µε αρ.

κατ. 15503/2015 κλήση, µε την οποία επιχειρείται η επίσπευση της συζήτησης της µε αρ. κατ. 16894/24-7-2014 ανακοπής κατά της υπ αρ. 10516/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της µε αρ. κατ. 16895/28-7-2014 ανακοπής κατά της υπ' αρ. 11077/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον η ανακόπτουσα δεν έχει υποβάλει αίτηµα δικαστικής προστασίας για τη συμπλήρωση του κενού των δανειακών συµβάσεων µετά την αναγνώριση της ακυρότητας όρου τους ως καταχρηστικούς".

Το ως άνω Δικαστήριο αποφάνθηκε µε την απόφασή του για το ζήτημα και ουδόλως παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Συνεπώς, η µε αρ. κατ. 21032/2017 κλήση µε την οποία επιχειρείται η επίσπευση των ως άνω ανακοπών για το ανωτέρω αναφερόμενο ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, καθόσον δεν συνέτρεχε νόµιµος λόγος επαναφοράς της υπόθεσης µε κλήση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούσε την 3320/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, δεχόμενο ότι η άνω απόφαση ήταν οριστική, κατ' άρθρο 513 παρ. 1 εδ.

α ΚΠολΔ, κατά το παραπεμπτικό της, όμως, μέρος, ενώ κατά το μέρος που αφορούσε την 9798/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η κλήση, με την οποία επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι ανακοπές ήταν απαράδεκτη, διότι μετά την άνω κρίση του Πολυμελούς, δεν συνέτρεχε λόγος επαναφοράς της υπόθεσης με κλήση.

Ήδη, η αναιρεσείουσα (καθής οι ανακοπές), με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, όσον αφορά την απόρριψη της έφεσής της, κατά της 3320/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον η τελευταία απόφαση, παρά το γεγονός ότι περιείχε οριστικές διατάξεις, κατά το χρόνο επίδοσής της, στις 2-4-2015, ήταν μη οριστική και μη εκκλητή, ακόμη και για τις οριστικές της διατάξεις, με συνέπεια να μην έχει αρχίσει η προθεσμία της έφεσης κατ' αυτής, από την επίδοσή της.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων, που προαναφέρθηκε, η αντιμωλία εκδοθείσα με αριθμό 3320/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν δεκτές αμφότερες οι ανακοπές κατά παραδοχή του προαναφερθέντος τρίτου λόγου αυτών, ήταν εν μέρει οριστική, αφού πράγματι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για τον άνω τρίτο λόγο της ανακοπής στο σύνολό του, αντίθετα μέρος αυτού του λόγου, με το οποίο εκτίμησε ότι εισαγόταν αναγνωριστική αγωγή, για την κάλυψη του κενού, που δημιουργήθηκε από την ακυρότητα των προαναφερόμενων όρων, το παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου η ίδια η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, μετά την έκδοση της απόφασης αυτής εισήγαγε την υπόθεση με κλήση προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως αρμόδιο κατά παραπομπή Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί για το άνω ζήτημα. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι η κλήση με την οποία επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση τις άνω ανακοπές, μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, είναι απαράδεκτη, ως εκ της μη συνδρομής λόγου για επαναφορά της υπόθεσης με κλήση, απορρίπτοντας κατόπιν τούτου, την έφεσή της κατά της 9798/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, καθώς πράγματι υπήρχε αδίκαστο μέρος αναφορικά με τις ανακοπές, αφού μετά την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί ακυρότητας των άνω όρων, δεν καθορίστηκε με πιο τρόπο θα γίνει στη συνέχεια ο υπολογισμός των απαιτήσεών της, από τις ένδικες δανειακές συμβάσεις.

Ωστόσο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας την άνω κλήση της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη και κατόπιν τούτου και την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της άνω 9798/2018 απόφασης, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον πράγματι μετά την έκδοση της αρ. 10604/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη τελεσίδικης, με την οποία κρίθηκε ότι δεν είχε υποβληθεί με τις ένδικες ανακοπές αίτημα περί της συμπλήρωσης του κενού που δημιουργήθηκε µετά την αναγνώριση της ακυρότητας των προσβαλλόμενων γενικών όρων συναλλαγών, δεν υπήρχε στάδιο περαιτέρω εκδίκασης των ανακοπών κατά το πιο πάνω μέρος.

Επομένως, ο άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ενόψει δε των εκτεθέντων και η περιεχόμενη στο δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτίαση ότι, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που δεν ερεύνησε την άνω κλήση, είναι αβάσιμη, αφού το Δικαστήριο ερεύνησε την κλήση και την απέρριψε, ως απαράδεκτη.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του άνω πρώτου λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 3320/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην ίδια (αρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο για την αίτηση αναίρεσης, όσο και για την πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε κατά ένα μέρος (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 180, 182 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 29-7-2020 αίτηση αναίρεσης και την από 13-7-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Αναιρεί τη με αριθμό 2446/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της που αφορά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3320/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Δέχεται την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ