Supreme Court allows appeal against lower court's application of statute of limitations to pre-2007 accidents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Western Greece, which had dismissed the plaintiff's claim based on the statute of limitations. The plaintiff argued that the five-year limitation period for insurance claims applied retroactively to accidents occurring before May 2007, whereas the lower court limited its application to accidents occurring after that date. The Court ruled that the lower court erred in interpreting the law, holding that the limitation period applies to all accidents regardless of the date, provided the claim was filed within the statutory timeframe.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 § 2 of Law 489/1976 and Article 7 of Law 3557/2007; The five-year statute of limitations for insurance claims applies retroactively to accidents occurring prior to the law's effective date, provided the claim is filed within the prescribed period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1174 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1174/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. χας Π. Χ., το γένος Χ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Σαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: …..με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. 191/27-4-2006 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2007 μη οριστική και 94/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζημίων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του (κωδικοποιηθέντος με το π.δ. 237/1986) Ν. 489/1976, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, ορίζεται ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής.
Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η εν λόγω διετής παραγραφή, που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος, αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 του Α.Κ., από την επομένη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στην διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρο 215 Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή κατάθεση στην γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Για την έναρξη της παραπάνω διετούς παραγραφής δεν έχει σημασία, αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση της αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνομένου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ. (ΑΠ 546/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 1307/2019, ΑΠ 204/2019).
Για την ως άνω διετή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα ως προς την διακοπή (άρθρο 255 επ. Α.Κ.) και αναστολή της παραγραφής (άρθρο 260 επ. Α.Κ.). Η παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 489/1976 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007 και ορίσθηκε ότι "2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".
Η νέα ρύθμιση, που προβλέπει επιμήκυνση του χρόνου της διετούς παραγραφής σε πενταετή, δεν περιέχει ειδικές μεταβατικές διατάξεις.
Συνεπώς, θα πρέπει να εφαρμοστούν αναλογικά οι γενικές μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ., με τις οποίες ορίζεται ότι "οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του.
Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα. Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα, και αρχίζει από αυτήν.
Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου". Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου 18 του ΕισΝ.Α.Κ., οι οποίες ρυθμίζουν μεν ζητήματα διαχρονικού δικαίου, που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, απηχούν όμως γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου και έχουν εφαρμογή, όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του Α.Κ.
και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διατάξεως νεότερου νόμου, συνάγεται ότι όταν οι διατάξεις νεότερου νόμου ορίζουν μακρύτερο χρόνο παραγραφής σε σχέση με το χρόνο παραγραφής που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, επί των αξιώσεων, που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγούμενου νόμου, αλλά δεν παραγράφηκαν ή αποσβέστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, διότι, αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων (ΑΠ 848/2018, ΑΠ 1051/2002, ΑΠ 258/2002, ΑΠ 1061/ 2002), πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 3557/2007.
Έτσι, αν η διετής παραγραφή άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14-5-2007) και συμπληρώθηκε μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία, δεν καθίσταται πενταετής (ΑΠ 1307/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1063/2013), ενώ αν η διετής παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007, τότε η προθεσμία αυτής επιμηκύνεται σε πενταετή και υπολογίζεται και ο χρόνος που διανύθηκε κατά το προϊσχύσαν δίκαιο (ΑΠ 848/2018).
Και στην πενταετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του ΑΚ γενικές ρυθμίσεις περί αναστολής και διακοπής (ΑΠ 546/2021, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013). Η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν προτάσεώς της από τον οφειλέτη, ο οποίος, λόγω της συμπληρώσεώς της, μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (ΑΚ 272).
Ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013 και εφαρμόζεται εν προκειμένω "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι, αν την παραγραφή διέκοψε η άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, αρχίζει σε κάθε περίπτωση -και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής, ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους- ευθύς μετά την έγερση της αγωγής, και διακόπτεται μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Έτσι, επί αξιώσεως που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή, στην οποία υπέκειτο, μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρήρχετο χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή που διακόπηκε. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί, μεταξύ άλλων και η κατάθεση κλήσεως προς ορισμό δικασίμου προς περαιτέρω συζήτηση, και μάλιστα χωρίς ανάγκη επιδόσεώς της, ως και ο ορισμός δικασίμου, αφού δι' αυτής συντελείται συνέχιση προς ολοκλήρωση της δίκης. Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διατάξεως, για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων.
Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξιώσεως (ΑΚ 247 επ.) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξιώσεως, όταν αυτός είχε ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.
Γι' αυτό, ο νόμος αναγνώριζε σοβαρούς λόγους, συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής ήταν και είναι, κατ' άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υποχρέου (πρβλ. ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017, ΑΠ 950/2015). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 42/2020) (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 258/2021, ΑΠ 42/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 2 του π.δ. 237/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, έκρινε ότι η ένδικη αξίωσή της έχει παραγραφεί εν επιδικία.
Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 134/2020 απόφασή του, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του ως άνω λόγου αναιρέσεως ζήτημα, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 24η Μαρτίου 2005 και περί ώρα 07:05' στο 84,5 km της Ε.Ο ….. και εντός της Κοινότητος …..του δήμου ……, έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Γ. Ρ., της κυριότητας του, το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης στην Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "...", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε το εναγόμενο κι ήδη εκκαλούν Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (…..) με την επωνυμία "...", ως ειδικός διάδοχος αυτής, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, συγκρούστηκε με το προπορευόμενο με αριθμ.
κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο που οδηγούσε ο θανών Π. Χ., σύζυγος της ενάγουσας Σ. Χ., επιχειρώντας ανεπίτρεπτη εξ αριστερών υπέρβαση, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου. Για τις από το εν λόγω ατύχημα αξιώσεις της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε, μαζί με άλλους δικαιούχους, ενώπιον του ...
την με αριθμ. 272/2005 αγωγή, ζητώντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ο οδηγός του ζημιογόνου ατυχήματος την με αριθμ. 477/2005 αγωγή, ζητώντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 213/2006 απόφαση του ..., με την οποία κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ο εναγόμενος οδηγός Γ.
Ρ., απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ως προς την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα Σ. Χ., απορρίφθηκε η 477/2005 αγωγή ως αβάσιμη και έγινε δεκτή η 272/2005 αγωγή ως προς τους λοιπούς τότε ενάγοντες και μη διαδίκους στην παρούσα δίκη. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης ασκήθηκαν οι από 9.10.2006 και 17.10.2006 εφέσεις από τον εναγόμενο Γ.
Ρ. και το υπεισελθόν αυτοδικαίως στη δικονομική θέση της ασφαλιστικής εταιρίας λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Επικουρικό Κεφάλαιο, καθώς και η με τις προτάσεις ασκηθείσα παραδεκτά αντέφεση της ήδη εκκαλούσας, εκδόθηκε δε σχετικώς η 293/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκαν τυπικά δεκτές και κατ' ουσίαν βάσιμες οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αντέφεση και στη συνέχεια αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη 213/2006 απόφαση του ..., κρίθηκαν συνυπαίτιοι στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ο θανών κατά ποσοστό 70% και ο εναγόμενος Γ.
Ρ. κατά ποσοστό 30%, επιδικάστηκαν δε ακολούθως τα στην απόφαση αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ενώ ως προς την ήδη εκκαλούσα Σ. Χ. η εν λόγω απόφαση δεν διέλαβε διάταξη περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατο του συζύγου της, καθώς το κεφάλαιο αυτό που είχε απορριφθεί λόγοι αοριστίας με την εκκαλούμενη 213/2006 απόφαση δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης από κανένα των διαδίκων.
Η τελεσίδικη αυτή απόφαση παράγει δεδικασμένο ως προς το κριθέν ζήτημα της συνυπαιτιότητας που εμποδίζει την εκ νέου έρευνα. Στο μεταξύ όμως η ενάγουσα Σ. Χ. άσκησε ενώπιον του ... την κρινόμενη από 27.11.2006 και αριθμ. έκθ. κατ. 461/2006 αγωγή, με την οποία ζήτησε, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αγωγικό αίτημα, την επιδίκαση:
α. χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, β. εξόδων κηδείας του θανόντος συζύγου της. γ. αποζημίωση λόγω ολοσχερούς καταστροφής του οχήματος της και δ. αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, τα πιο πάνω δε ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. 191/27.4.2006 αγωγή άλλων διαδίκων που δεν ενδιαφέρουν την προκειμένη υπόθεση, εκδόθηκε η 191/2007 μη οριστική απόφαση του ..., με την οποία αναβλήθηκε (ανεστάλη) η συζήτηση μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί των προαναφερόμενων εφέσεων κατά της 213/2006 απόφασης του ....
Μετά την δημοσίευση, στις 27.03.2008, της τελεσίδικης 293/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η ενάγουσα με την από 11.3.2010 (αρ. έκθ. κατ. 163/2010) κλήση της, η οποία επιδόθηκε στο ήδη εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο στις 7.6.2010, επανεφέρε προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης την κρινόμενη με αριθμ. 461/2006 αγωγή της, προσδιορίστηκε δε δικάσιμος η 13.10.2010, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση.
Με την από 22.7.2014 κλήση της η ενάγουσα επαναφέρε προς συζήτηση την υπόθεση, ορίστηκε δικάσιμος η 14.1.2015. οπότε ματαιώθηκε εκ νέου. Ήδη, με την με αριθ. 70/6.7.2016 κλήση της, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 18.1.2017, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η εκκαλούμενη 94/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, κατά το κρίσιμο για την παρούσα συζήτηση θέμα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για λογαριασμό της ενάγουσας Σ.
Χ. απέρριψε το σχετικό αίτημα λόγω δεδικασμένου, εκλαμβάνοντας, προδήλως εσφαλμένα, ότι η σχετική αξίωση της ενάγουσας είχε ικανοποιηθεί με την επιδίκαση ποσού 20.000,00 € με την 293/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Ωστόσο, το σφάλμα της εκκαλούμενης είναι προφανές, καθώς, όπως προεκτέθηκε, με την 213/2006 απόφαση του ...
το σχετικό αίτημα απορρίφθηκε λόγιο αοριστίας, η δε επ' αυτής εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση (293/2008) του Εφετείου Πατρών δεν ασχολήθηκε με το αίτημα αυτό, ως μη προσβληθέν με λόγο εφέσεως. Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα Σ. Χ. ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης κατά το απορριφθέν λόγοι δεδικασμένου κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά το κεφάλαιο αυτό.
Προς αντίκρουση της εφέσεως το παριστάμενο εφεσίβλητο με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης επαναφέρει την και πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί παραγραφής της σχετικής αξίωσης, κατ' αρθρ. 10 §§ 1, 2 του ν. 489/1976, ενώ η εκκαλούσα με την προσθήκη των προτάσεων της προβάλλει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, κατ' αρθρ. 261 εδ.
α' ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το αρθρ. 101 § 1 ταυ ν. 4139/2013. Ειδικότερα, το εφεσίβλητο ισχυρίζεται ότι η ένδικη αξίωση της εκκαλούσας -ενάγουσας, υπέπεσε, μετά τη δημοσίευση της με αριθμ. 293/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών, μέχρι και την κοινοποίηση της από 27.4.2014 (αρ. κατ. 356/2014) κλήσης της, με την οποία η ενάγουσα επαναφέρε προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης την από 1.12.2006 αγωγή της, η συζήτηση της οποίας είχε αναβληθεί με την 191/2007 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της 213/2006 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επί αντίθετων εφέσεων από το Εφετείο Πατρών, στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 10 §§ 1, 2 του ν. 489/1976 παραγραφή, καθώς παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας (αρθρ. 10 § 2 του πδ 237/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α 100/14.5.2007), άλλως διετίας (αρθρ. 10 § 1 του ίδιου π.δ.), εφόσον από την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Πατρών (27.03.2008) μέχρι και την κοινοποίηση στις 7.6.2010 της από 11.3.2010 (αρ.
κατ. 163/2010) κλήσης της παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας και συνεπώς σε κάθε περίπτωση η ένδικη αξίωση της παραγράφηκε εν επιδικία. Ο ισχυρισμός αυτός που συνιστά ένσταση εκ του άρθρου 10 §§ 1, 2 του ν. 489/1976 περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, προτείνεται παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Η εκκαλούσα - ενάγουσα ισχυρίζεται με την προσθήκη των προτάσεων της παρούσας συζήτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, επικαλούμενη σειρά διαδικαστικών πράξεων με αντίστοιχες ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτές διενεργήθηκαν, ότι η προβλεπόμενη παραγραφή διεκόπτετο και κάθε φορά άρχιζε νέα παραγραφή, είτε με την έκδοση αποφάσεως, είτε με την εγγραφή της αίτησης - κλήσεως στο πινάκιο, είτε με την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του πινακίου και την αναβολή, ή ματαίωση της συζητήσεως της, έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση να μην έχει διατρέξει χρόνος υπέρ της διετίας ή πενταετίας αντίστοιχα κάθε φορά και συνεπώς η σχετική ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύεται ότι πράγματι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 1.12.2006, ήτοι πριν την πάροδο διετίας από την ημέρα του ατυχήματος και συνεπώς διέκοψε την αρξαμένη παραγραφή. Με την 191/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναβλήθηκε η συζήτηση μέχρις εκδόσεως αποφάσεως από το Εφετείο Πατρών επί αντίθετων εφέσεων κατά της 213/2006 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Στις 28.3.2008 δημοσιεύθηκε η 293/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έκτοτε δε άρχισε νέα ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί παραγραφή. Συνομολογείται από τους διαδίκους ότι επόμενη διαδικαστική πράξη εκ μέρους της ενάγουσας αποτελεί η κατάθεση της με αριθμ. 163/2010 κλήσης, με την οποία επαναφέρε προς συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης την κρινόμενη αγωγή, η συζήτηση της οποίας είχε αναβληθεί μέχρις εκδόσεως απόφασης από το Εφετείο Πατρών, κατά τα προαναφερόμενα.
Η κλήση αυτή επιδόθηκε, όπως συνομολογείται, στο εναγόμενο στις 7.6.2010.
Συνεπώς, με αφετηρία, της νέας παραγραφής την 29.3.2008 μέχρι και την επίδοση της πιο πάνω κλήσης παρήλθε χρονικό διάστημα δυο ετών και επομένως η ένδικη αξίωση της ενάγουσας είχε παραγραφεί εν επιδικία [..................]. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η επίκληση εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων της διάταξης του άρθρου 10 § 2 του π.δ. 237/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α 100/14.5.2007), με την οποία η κατά του ασφαλιστή απαίτηση του τρίτου ζημιωθέντος παραγράφεται μετά πάροδο πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή και δεν ερευνάται, καθώς η διάταξη αυτή καταλαμβάνει ατυχήματα που προκλήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος της, ήτοι από 14.5.2007 και εντεύθεν [...................]".
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε 1) ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στις 24-3-2005, η δε, στρεφόμενη κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου ένδικη αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας ασκήθηκε στις 1-12-2006, πριν τη συμπλήρωση δηλαδή της ισχύουσας τότε, με βάση τη διάταξη του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976 διετούς παραγραφής, 2) ότι με την άσκηση της ένδικης αγωγής διεκόπη -κατ' άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013- η παραγραφή και άρχισε νέα, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν (διετής) παραγραφή, 3) ότι επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 191/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση μέχρις εκδόσεως αποφάσεως από το Εφετείο Πατρών επί αντιθέτων εφέσεων κατά της προγενέστερης, υπ' αριθμ. 213/2006 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από τη διαδικαστική δε αυτή πράξη του Δικαστηρίου άρχισε νέα, διετής, παραγραφή, 4) ότι στις 28-3-2008 δημοσιεύθηκε η εκδοθείσα επί των προαναφερομένων αντίθετων εφέσεων υπ' αριθμ. 293/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών και 5) ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως άρχισε νέα, διετής, παραγραφή, ενόψει του ότι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 10 § 2 του π.δ. 237/1986, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, που προβλέπει την επιμήκυνση της παραγραφής της κατά του ασφαλιστή απαιτήσεως του ζημιωθέντος τρίτου από διετή σε πενταετή, η οποία (κατά την εκτίμησή του) καταλαμβάνει μόνο ατυχήματα που προκλήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος της, ήτοι από 14.5.2007 και εντεύθεν.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 § 2 του (κωδικοποιηθέντος με το π.δ. 237/1986) Ν. 489/1976, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από τη δημοσίευση του ν. 3557/2007 (στις 14.5.2007) ισχύει πλέον το άρθρο 7 αυτού, το οποίο επιμηκύνει σε πενταετία το χρόνο παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξιώσεως, εφόσον αυτή, μέχρι την έναρξη ισχύος του, δεν έχει υποκύψει στη συντομότερη (διετή) παραγραφή.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 191/2007 αναβλητικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άρχισε νέα, διετής παραγραφή, που διεκόπη με την έκδοση της υπ' αριθμ. 293/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, κατά τη δημοσίευση της οποίας (στις 28-3-2008), δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί η (αρξάμενη με την έκδοση της αναβλητικής αποφάσεως) διετής παραγραφή, η παραγραφή που άρχισε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 293/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών είναι πλέον πενταετής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, που τέθηκε σε ισχύ την 14.5.2007. Από την επομένη όμως της δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. 293/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ήτοι από την 29.3.2008, μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη εκ μέρους της ενάγουσας, την κατάθεση δηλαδή και επίδοση στο εναγόμενο- αναιρεσίβλητο, στις 7.6.2010, της υπ' αριθμ. 163/2010 κλήσεως, με την οποία η ενάγουσα- αναιρεσείουσα επανέφερε προς συζήτηση και έκδοση οριστικής αποφάσεως την κρινόμενη αγωγή, παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας, με επακόλουθο να μην έχει παραγραφεί εν επιδικία η ένδικη αξίωση της ενάγουσας.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση εκτίμησε ότι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του (κωδικοποιηθέντος με το π.δ. 237/1986) Ν. 489/1976, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, που επιμηκύνει το χρόνο της παραγραφής από διετία σε πενταετία, καταλαμβάνει μόνο ατυχήματα που επισυνέβησαν μετά την έναρξη ισχύος της, ήτοι από 14.5.2007 και εντεύθεν, και, κατόπιν τούτου, αφού δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο "Επικουρικό Κεφάλαιο", ένσταση παραγραφής, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, δεκτού γενομένου ως βασίμου του σχετικού, μοναδικού λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 520 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 134/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ