1174/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1174/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται από την ηττηθείσα διάδικο (εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα) η 58/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεσή της κατά της 138/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνη.
Full text
Απόφαση 1174 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1174/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπουτσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κούτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2018 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται από την ηττηθείσα διάδικο (εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα) η 58/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεσή της κατά της 138/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνη.
Με την τελευταία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφενός υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη) λόγω μη εκπλήρωσης της εκ πωλήσεως παροχής του και αφετέρου απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμη την εξ αδικοπραξίας αξίωσή της.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υπό την έννοια ότι αποφάσισε χωρίς σχετικό αίτημα ή για περισσότερο του αιτηθέντος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, καθιερώνοντας έτσι στην πολιτική δίκη την αρχή της διαθέσεως και την αρχή της συζητήσεως ως θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Η αρχή της διαθέσεως δεν αποτελεί παρά το δικονομικό συμπλήρωμα της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και περιεχόμενο της είναι ότι η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται, και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Από τις αιτήσεις των διαδίκων δεσμεύεται το δικαστήριο, ώστε και αν το ίδιο έχει πεισθεί για το αντίθετο, δεν επιτρέπεται να επιδικάσει κάτι περισσότερο ή διάφορο από αυτό που ζητήθηκε ή να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνον ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου.
Αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, κατά την οποία, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 2 και 523 παρ. 1 ιδίου Κωδικός, συνάγεται ότι, εάν η εκκαλουμένη απόφαση περιέχει περισσότερες οριστικές διατάξεις επί αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας (κεφάλαια της αποφάσεως), μεταβιβάζονται στον δεύτερο βαθμό μόνον όσα εξ αυτών προσεβλήθησαν με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τους προσθέτους λόγους ή με αντέφεση και ότι το αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης οριοθετείται περαιτέρω από τους λόγους της εφέσεως και της αντεφέσεως, οι οποίοι προσδιορίζουν την έκταση του ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η έρευνα συνεπώς και η επιδίκαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κεφαλαίου της εκκαλουμένης αποφάσεως που δεν έχει προσβληθεί με έφεση ή με αντέφεση, δηλαδή παρά την έλλειψη σχετικής αιτήσεως, θεμελιώνει την εκ του άρθρου 559 ,αρ. 9 εδ' α ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ1070/2019, ΑΠ1033/2018, ΑΠ 1415/2007).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 3-11-2014 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ τους στη Μυτιλήνη στις 22-9-2013, της πώλησε και παρέδωσε τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα (δέρματα) που φορτώθηκαν σε φορτηγό μεταφορικής της επιλογής της αγοράστριας, προκειμένου να μεταφερθούν την επομένη ακτοπλοϊκώς στην έδρα της, με την πρόσθετη συμφωνία παραμονής του ρυμουλκού με το φορτίο στις εγκαταστάσεις της πωλήτριας μέχρι τον απόπλου του πλοίου την επομένη (24-9-2013), αυτή δε (αγοράστρια) της παρέδωσε στις 23-9-2013 χάριν καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος δύο επιταγές συνολικού ποσού 29.707,50 ευρώ και ότι η πωλήτρια υπαναχώρησε από την ανωτέρω σύμβαση αφαιρώντας τα πωληθέντα εμπορεύματα από το φορτηγό με την συγκατάθεση ή την ανοχή της μεταφορικής εταιρείας, γνωστοποιώντας τούτο με σχετική δήλωση στην ενάγουσα και επιστρέφοντας σ' αυτήν τις παραδοθείσες χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος επιταγές.
Επικαλούμενη περαιτέρω ότι συντρέχει περίπτωση συρροής αξιώσεων λόγω της κατά τα άνω υπαναχώρησης της πωλήτριας αλλά και εξ αδικοπραξίας διότι απώλεσε το ποσό των 10.141,25 ευρώ που μετά πιθανότητας προσδοκούσε ότι θα αποκόμιζε γιατί είχε προσυμφωνήσει τη μεταπώληση τους σε πελάτες της αντί του ανωτέρω ποσού, ζήτησε ως αποζημίωση την επιδίκαση του ποσού αυτού, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης γιατί από την ως άνω παράνομη και υπαίτια πράξη της πωλήτριας υπέστη πλήγμα η φήμη, το εμπορικό της κύρος και η αξιοπιστία της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 138/2017 απόφασή του απέρριψε την εξ αδικοπραξίας αξίωση ως νομικά αβάσιμη και δέχθηκε την αξίωση από τη σύμβαση πωλήσεως κατ' ουσίαν, κρίνοντας όμως ότι τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής συνιστούν υπαίτια αδυναμία παροχής της πωλήτριας και όχι υπαναχώρηση. Η εναγομένη άσκησε κατ' αυτής έφεση, προσβάλλοντας το κεφάλαιο κατά το οποίο η αγωγή είχε γίνει δεκτή (ενδοσυμβατική ευθύνη).
Το Εφετείο εξέδωσε την 58/2018 απόφασή του (προσβαλλομένη) με την οποία έκρινε ότι η αγωγική αξίωση έχει έρεισμα στην αδικοπραξία (που ήδη ερευνήθηκε και απορρίφθηκε πρωτοδίκως), χωρίς ωστόσο να έχει ασκήσει έφεση ή αντέφεση η ενάγουσα για την απόρριψή της. Επίσης, δεν προβλήθηκε αντίστοιχος λόγος εφέσεως από την εναγομένη (που άλλωστε ωφελήθηκε από την απόρριψη).
Ακολούθως, το Εφετείο, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, αντικατέστησε απλώς τις αιτιολογίες με τις κατ' αυτό ορθές και απέρριψε την ασκηθείσα έφεση, διότι έκρινε ότι, εφόσον η ενάγουσα είχε αξίωση από αδικοπραξία, δικαιούταν την επιδίκαση των διαφυγόντα κερδών, οπότε η πρωτόδικη απόφαση ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και για το λόγο αυτό απέρριψε την έφεση αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, το οποίο, χωρίς να έχει ασκήσει η αναιρεσίβλητη ενάγουσα έφεση ή αντέφεση, ώστε να μεταβιβασθεί ενώπιόν του και το απορριφθέν από το πρωτόδικο δικαστήριο κεφάλαιο της εξ αδικοπραξίας αξιώσεως, [δεδομένου ότι η εναγομένη ως ωφελούμενη από την απόρριψη δεν είχε έννομο συμφέρον να την προσβάλει κατά τούτο και πράγματι δεν την προσέβαλε], αποφάσισε επί κεφαλαίου της αγωγής χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος και συγκεκριμένα ερεύνησε και επιδίκασε το κεφάλαιο της εξωσυμβατικής ευθύνης που δεν είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του, παραβιάζοντας την αρχή της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης (κατ' άρθρο 106ΚΠολΔ).
Συνεπώς υπέπεσε στην εκ του αρ. 559 αρ. 9α ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο σχετικός (2ος) αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 του ΚΠολΔ) προς περαιτέρω εκδίκαση, προκειμένου να ερευνηθεί η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο της ενδοσυμβατικής ευθύνης που πράγματι ήχθη ενώπιον του Εφετείου. Πρέπει τέλος να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 58/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ