Legislator Case Law & Legislation
1174/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding creditor's right to prove fraud under Law 3869/2010.

Case Number 1174/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's rejection of a debt restructuring request. The debtor argued that the bank concealed assets and should have known about insolvency risks, but the court ruled these claims were irrelevant to the statutory requirement of proving fraud at the time of loan origination. Consequently, the court upheld the lower court's decision to reject the restructuring application.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 10 Law 3869/2010: The creditor bears the burden of proving fraud at the time of loan origination; claims regarding hidden assets or lack of knowledge of insolvency are inadmissible as they do not constitute the statutory ground for fraud.

Keywords

AI generated
debt restructuring Law 3869/2010 fraud in loan origination burden of proof insolvency proceedings appeal dismissal creditor rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 Law 3869/2010
Art. 10 Law 3869/2010
Art. 3 para. b' Law 3869/2010
Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ο μοναδικός λόγος της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Art. 8 para. 6 para. b' Law 3869/2010
Art. 577 para. 1 Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 746 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1174 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1174/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 439/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου κατά της αναιρεσείουσας, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτήν χρεών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 7/2014 απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου που την έκανε δεκτή. Μετά από έφεση της αναιρεσείουσας-καθής η αίτηση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 439/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας που απέρριψε την έφεση από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής η καθής η αίτηση-εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577 § 1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ο μοναδικός λόγος της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:

α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 515/2018 οπ.π).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 14 ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει απορριπτέα την (προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως ενώπιόν του με αυτοτελή λόγο έφεσης) ένσταση της αναιρεσείουσας πιστώτριας Τράπεζας περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων α) 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και β) 330 ΑΚ.

Και τούτο διότι αξίωσε για την εφαρμογή του περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, περιορίζοντας εσφαλμένα το πεδίο εφαρμογής του σε περιπτώσεις απατηλής συμπεριφοράς του οφειλέτη (δηλαδή άμεσου δόλου), ενώ για την παραδοχή της ως άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος.

Κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η ως άνω ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας - καθής η αίτηση Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης της περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, είχε το εξής περιεχόμενο: "Στην προκειμένη περίπτωση ο αντίδικος αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων και πιστωτικών καρτών, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι ήταν αδύνατο να εξυπηρετήσει συνολικά, άρα η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του αντιδίκου υπήρξε εξ ορισμού από του χρόνου της λήψης των δανείων και των πιστωτικών καρτών, οπότε ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι τα τραπεζικά - πιστωτικά ιδρύματα ακολουθούσαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να τον δανειοδοτούν, ο αντίδικος είχε τον τελευταίο λόγο.

Συνεπώς με βάση τις παραπάνω σκέψεις, εφ' όσον ο αντίδικος περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής με δικό του δόλο, η κρινόμενη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριό Σας λόγω δόλιας περιέλευσης του αντιδίκου σε αδυναμία πληρωμής". Ακολούθως όπως προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπιση του δικογράφου της εφέσεως, στον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι επανέφερε τον ως άνω ισχυρισμό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτίθενται επακριβώς τα εξής: "Όπως προκύπτει από την υπ.

αριθμ. 7/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου και τα προσκομιζόμενα έγγραφα ο εφεσίβλητος παρουσιάζει ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 112.911,50 ευρώ προς την τράπεζά μας, έχοντας συνάψει με την πρώην τραπεζική εταιρία "... Α.Ε." δύο συμβάσεις στεγαστικών δανείων χρεωστικού υπολοίπου κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης 104.394 ευρώ και μια σύμβαση πιστωτικής κάρτας χρεωστικού υπολοίπου 8.517 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσίβλητος υπέστη δραματική μείωση των εισοδημάτων του γεγονός που τον οδήγησε στην παύση των πληρωμών του απέναντί μας, ενώ αποδείχθηκε ότι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται στο ποσό των 986,23 ευρώ και το κόστος διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του κρίθηκε ότι αγγίζει το ποσό των 820,00 ευρώ μηνιαίως.

Η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων του εφεσίβλητου, προκαλεί ερωτηματικά σχετικά με την δολιότητα ή μη που τον διέπει. Από την εκκαλούμενη απόφαση συνάγεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του τα προσκομιζόμενα από τον αντίδικο έγγραφα καθώς και τα όσα ισχυρίζεται σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, στην με αριθμό κατάθεσης 2/07-01-2013 αίτησή του.

Μάλιστα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η αδυναμία αποπληρωμής του εφεσίβλητου οφείλεται σε δολιότητα καθώς όπως αναγράφεται στην εκκαλούμενη απόφαση, "Ειδικότερα δεν νοείται δολιότητα από μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά το ορισμένο αυτής απαιτεί και η προβολή περαιτέρω πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν την δόλια συμπεριφορά του δανειολήπτη όπως είναι και η από τον οφειλέτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας από τους πιστωτές".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του ότι ένας οφειλέτης που έχει ακίνητη περιουσία και εμφανίζει εισοδήματα που ανταποκρίνονται στις δανειακές υποχρεώσεις του δεν μπορεί να θεωρηθεί κακόπιστος οφειλέτης. Ο εφεσίβλητος, όμως, εξακολουθεί να αμείβεται με ένα αξιόλογο, για τα οικονομικά δεδομένα της ελληνικής πραγματικότητας, μισθό, να διατηρεί μια αξιοσημείωτη ακίνητη περιουσία και να πετυχαίνει διαγραφή χρέους ύψους 104.394 ευρώ.

Σύμφωνα, με το πνεύμα του νόμου, υπερχρεωμένος οφειλέτης και άρα δυνάμενος να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων περί ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών είναι εκείνος που είτε δεν έχει εισοδήματα είτε έχει πενιχρά εισοδήματα, κατηγορίες στις οποίες δεν εντάσσεται ο εφεσίβλητος και άρα λανθασμένα το δικαστήριο έκανε δεκτή την υπό κρίση αίτησή του.

Επιπλέον, η δολιότητα του εφεσίβλητου αποδείχθηκε και από το γεγονός ότι στην με αριθμό κατάθεσης 2/07-01-2013 αίτησή του ισχυρίζεται ότι η μοναδική πηγή εισοδημάτων του αποτελεί η εργασία του από την οποία λαμβάνει το ποσό των 886,32 ευρώ μηνιαίως ενώ η ακροαματική διαδικασία ανέδειξε ότι το ποσό αυτό που αποκομίζει από την εργασία του αυξάνεται και από την καλλιέργεια της γης.

Όμως σε κανένα σημείο της αίτησής του δεν προέκυπτε ενασχόλησή του με την γεωργία και αποκόμιση κέρδους από αυτήν. Μάλιστα δεν προέβη σε καμία αναφορά σχετικά με το αν καλλιεργεί δικά του αγροτεμάχια, σε ποια έκταση και το είδος της καλλιέργειας. Η απόκρυψη των στοιχείων που συμβάλλουν στον σχηματισμό μιας πλήρους και ολοκληρωμένης οικονομικής εικόνας του εφεσίβλητου οφειλέτη καθιστά την αίτησή του απορριπτέα καθώς η απουσία παράθεσης των στοιχείων αυτών δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση ότι ο εφεσίβλητος αποκρύπτει εισοδήματα από άλλες πηγές, εξασφαλίζοντας τη διαβίωσή του και κατά συνέπεια τόσο το Δικαστήριο όσο και οι πιστωτές βρίσκονται σε αδυναμία να διαπιστώσουν τα πραγματικά περιστατικά και να ανταποκριθούν στο βάρος της απόδειξης δόλου".

Το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον λόγο αυτό της έφεσης κατά το μέρος που αναφέρεται στην απόρριψη της ένστασης, ως αβάσιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα η εκκαλούσα διαλαμβάνει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, βάλλει κατά της εκκαλουμένης διότι δεν αξιολόγησε ορθώς τη δολιότητα του εφεσίβλητου και δη ότι αποκρύβει στην αίτησή του στοιχεία που συμβάλλουν στο σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και το γεγονός αυτό υποδηλώνει τη δολιότητα του οφειλέτη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη περί της έννοιας της δολιότητας του οφειλέτη στα πλαίσια του Ν. 3869/2010". Με την παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δίκασε ως εφετείο και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που με την ως άνω με αριθμ. 7/2014 εφεσιβαλλομένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την περί δολιότητας ένσταση της αναιρεσίβλητης πιστώτριας, με την οποία η τελευταία, επικαλούμενη χωρίς εξειδίκευση στον πρώτο βαθμό την, κατά το χρόνο λήψης του ένδικου στεγαστικού δανείου και των πιστωτικών καρτών, γνώση του αιτούντος περί μόνιμης αδυναμίας του προς πληρωμή δεν παραβίασε τις ως ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ.

Ειδικότερα σύμφωνα με τα όσα έχουν παραπάνω παρατεθεί, η ως άνω ένσταση, κατ' ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι η αναιρεσείουσα, που είχε κατά το νόμο το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του δόλου του οφειλέτη, παραλείπει κατά την προβολή της ένστασής της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να αναφέρει το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, το χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών, (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί, αν πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο δανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Εξάλλου, η αιτίαση, ότι κατά τον χρόνο ανάληψης της ένδικης οφειλής ο αιτών απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία είναι αλυσιτελής, διότι ο σχετικός ισχυρισμός αναφέρεται στην έλλειψη μίας εκ των ουσιαστικών προϋποθέσεων του ν. 3869/2010, ήτοι της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του αιτούντος, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση και ερευνάται στο πλαίσιο της βασιμότητας της υπό κρίση αίτησης και όχι των αναγκαίων κατά νόμο στοιχείων για το ορισμένο του αυτοτελούς, περί δόλου κατά την ανάληψη οφειλής του δανειολήπτη ισχυρισμού.

Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για την απόκρυψη των περιουσιακών στοιχείων, πέρα του ότι είναι αντιφατικές εν σχέσει με την επίκληση εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ η εφαρμογή των οποίων, όπως εκτέθηκε, προϋποθέτει γνώση του οφειλέτου στο χρόνο ανάληψης της οφειλής για αδυναμία ικανοποίησης του πιστωτή, προσιδιάζουν σε παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 10 του Ν. 3869/ 2010 στην οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός περί ανειλικρινούς δηλώσεως του αιτούντος κατά την έναρξη της διαδικασίας με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, αλλά και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών, ο οποίος όμως δεν προεβλήθη.

Τέλος η παρεμβολή της πλεοναστικής αιτιολογίας, για τη δυνατότητα των τραπεζών να πληροφορούνται προηγουμένως, πριν χορηγήσουν τις πιστώσεις, τις δυνατότητες των δανειστών για την αποπληρωμή των δανείων, που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του ως Εφετείο δικάσαντος Δικαστηρίου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1008/ 2007).

Επομένως ο ως άνω, μόνος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, συνακολούθως δε και η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται...", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Οκτωβρίου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 439/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ