Legislator Case Law & Legislation
1174/2018 AI generated

1174/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1174/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1174/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε., κατοίκου ..., 55) Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 56) Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 57) Χ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 58) Α. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 59) Ζ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 60) Ά. Ζ. του Β., κατοίκου ..., 61) Γ. Η. του Π., κατοίκου ..., 62) Θ. Η. του Χ., κατοίκου ..., 63) Χ. Θ. του Ε., κατοίκου ... 64) α) Α. Θ. του Δ. και ) Σ. Θ. του Γ., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Π.

Keywords

AI generated
compensation for overtime normal loss of working hours deficit working hours unemployment benefits overpayment retroactive short-time compensation overpaid insurance benefits
AI generated
770/2017
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110παρ.
1100/2017
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.
1256/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1255/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1284/2019
Η από 27-11-2014 (με αριθμό κατάθεσης 1006/4-12-2014) αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, και το από 28-3-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αίτησης(με αριθμό κατάθεσης 41/29-3-2018), κατά της 977/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης εφέσεως του ενάγοντος κατά της 2947/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν κατά συνεκδίκαση (άρθρο 246 ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 και 569 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1174 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1174/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." (ΟΠΑΠ Α.Ε.) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) α) Χ. χήρας Χ. Α., ) Ι. Α. του Χ., κατοίκων ..., γ) Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ. Α., 3) Θ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 4) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 5) Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., 6) Χ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 7) Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 8) Μ. Α. του Π., κατοίκου ..., 9) Θ.

Α. του Γ., κατοίκου ..., 10) Μ. Α. του Λ., κατοίκου ..., 11) Χ. Α. του Η., κατοίκου ..., 12) Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 13) Π. Α. του Α., κατοίκου ... 14) Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 15) Χ. Α. του Κ., κατοίκου ... 16) Ι. Α. του Λ., κατοίκου ..., 17) Θ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 18) α) Α. χήρας Ε. Α., ) Μ. Α. του Ε., ) Δ.-Α. Α. του Ε., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ε.

Α., 19) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 20) Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., 21) Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., 22) Ι. Α. του Θ., κατοίκου ..., 23) Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., 24) Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 25) Μ.-Θ. Β. του Μ., κατοίκου ..., 26) Ε. Β. του Π., κατοίκου ..., 27) Μ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 28) Η. Β. του Γ., κατοίκου ... 29) Γ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 30) Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., 31) Π.

Β. του Μ., κατοίκου ... 32) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 33) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 34) Μ. Γ.-Σ. του Ε., κατοίκου ..., 35) Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 36) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 37) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 38) Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 39) Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 40) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 41) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 42) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ... 43) Α.

Γ. του Χ., κατοίκου ..., 44) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 45) Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 46) Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 47) Λ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 48) Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 49) Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 50) Λ.-Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 51) Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 52) Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 53) Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 54) Α. Θ. του Ι., πρώην συζύγου Α.

Ε., κατοίκου ..., 55) Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 56) Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 57) Χ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 58) Α. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 59) Ζ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 60) Ά. Ζ. του Β., κατοίκου ..., 61) Γ. Η. του Π., κατοίκου ..., 62) Θ. Η. του Χ., κατοίκου ..., 63) Χ. Θ. του Ε., κατοίκου ... 64) α) Α. Θ. του Δ. και ) Σ. Θ. του Γ., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Π.

Θ., 65) Δ. Ι.-Β. του Α., κατοίκου ..., 66) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 67) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 68) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ... 69) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 70) Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 71) α) Ε. χήρας Ι. Κ., ) Δ. Κ. του Ι., ) Β. Κ. του Ι. και ) Ε. Κ. του Ι., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ι. Κ., 72) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 73) Δ.

Κ. του Β., κατοίκου ..., 74) Λ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 75) Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ... 76) Β. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 77) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 78) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ... 79) Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 80) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 81) Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 82) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 83) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 84) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 85) Σ. Κ.

του Ν., κατοίκου ... 86) Ι. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 87) Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 88) Ε. Κ. του Ί., κατοίκου ..., 89) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 90) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 91) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ... 92) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 93) Η. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 94) Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 95) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 96) Φ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 97) Ε. Λ.-Π.

του Α., κατοίκου ..., 98) Ε. Λ.-Τ. του Δ., κατοίκου ..., 99) Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 100) Π. Λ. του Θ., κατοίκου ..., 101) Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 102) Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 103) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... 104) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 105) Θ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 106) Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 107) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 108) Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 109) Μ.

Π. του Σ., πρώην συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ..., 110) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των αναιρεσιβλήτων: Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 2438/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 11-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και του προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ. αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (Ολ.

Α.Π. 12/2013, 14/2008, 8/1998). Έτσι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί ότι σε μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα επειδή υπάρχει ή πρόκειται να προκύψει σε μελλοντική δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου συναφής διαφορά, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του (Ολ.

Α.Π. 14/2008, 8/1998). Επομένως τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται για την ένωση ορισμένων επαγγελματιών από το ότι, σε δίκη μέλους της με τρίτο, έχει ανακύψει ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει τα οικονομικά συμφέροντα των μελών της, η προστασία των οποίων αποτελεί το σκοπό της ένωσης, λόγω υφιστάμενης ή μέλλουσας όμοιας διαφοράς άλλου μέλους της με τρίτο (Ολ.

Α.Π. 8/1998). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 669 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμοζόταν και στην αναίρεση κατά το άρθρο 675Α του ίδιου κώδικα, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν από την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή λόγω του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης: "Αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα: 1) να ασκούν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, εκτός αν τα μέλη έχουν ρητώς εκδηλώσει την αντίθεσή τους, έχουν πάντως το δικαίωμα να παρέμβουν, 2) να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση, 3) να παρέμβουν σε κάθε δίκη που αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία μετέχουν ή διάταξης που εξομοιώνεται προς τις διατάξεις τέτοιας συλλογικής σύμβασης, για την προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της δίκης".

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 7 ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" προκύπτει ότι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων μπορούν να καταστούν μόνο εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι συνταξιούχοι.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 23-1-2017 πρόσθετη παρέμβασή του, η οποία ασκήθηκε νόμιμα με την κατάθεση του οικείου δικογράφου ενώπιον του Αρείου Πάγου και με την επίδοση αυτού στον αναιρεσείοντα (βλ. την ...30-1-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Γ.), παρενέβη προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων το σωματείο με την επωνυμία "...", επικαλούμενο ότι έχει έννομο προς τούτο συμφέρον, συνιστάμενο στην προστασία των συνταξιοδοτικών και οικονομικών συμφερόντων των μελών του όπως προβλέπεται από το καταστατικό του.

Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι το προσθέτως παρεμβαίνον σωματείο δεν συνιστά επαγγελματική ένωση κατά την προπαρατεθείσα έννοια και συνακόλουθα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων με βάση τις διατάξεις του προϊσχύοντος άρθρου 669 Κ.Πολ.Δ.

Αλλά ούτε κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρα 80 και 81 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) είναι παραδεκτή η πρόσθετη παρέμβαση, αφού τα περιστατικά που επικαλείται το προσθέτως παρεμβαίνον δεν συγκροτούν το αναγκαίο έννομο συμφέρον στο πρόσωπό του για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεδομένου ότι η τυχόν έκδοση αρνητικής για τους αναιρεσιβλήτους απόφασης δεν πρόκειται να θίξει δικαίωμά του ή να επηρεάσει δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο τη θέση του παρεμβαίνοντος.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση, να μην καταδικασθεί όμως το προσθέτως παρεμβαίνον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας διότι η τελευταία δεν υποβλήθηκε σε χωριστή δικαστική δαπάνη σε σχέση με την πρόσθετη παρέμβαση.

Κατά τα άρθρα 1 ν. 435/1976 και 4 ν. 2874/2000, όπως το δεύτερο αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 ν. 3385/2005 και ήδη με το άρθρο 74 παρ. 10 ν. 3863/2010, οι μισθωτοί που απασχολούνται πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται επιπλέον αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, που είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ποσοστά.

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου που αναλογεί σε κάθε ώρα απασχόλησης κατά τις ημέρες απασχόλησης σε υπερεργασία ή σε υπερωριακή εργασία, με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις που κατά το χρόνο αυτό ισχύουν. Δηλαδή δεν ερευνάται το ύψος των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου (μισθωτού) υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ενδιαφέρει μόνο το κατά τον κρίσιμο χρόνο οφειλόμενο και καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται πρόσθετες τακτικές παροχές που δεν καταβάλλονται κατά το χρόνο που ο εργαζόμενος παρέχει υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία (Ολ. Α.Π. 3, 4 και 5/1999). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ.

και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 προκύπτει ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της εργασίας.

Εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά περιλαμβάνονται στις "τακτικές αποδοχές", μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου (Ολ.

Α.Π. 16/2011, 5/2011, Α.Π. 274/2015) αλλά και το οικονομικό κινητρο ("πριμ") προς αύξηση της παραγωγικότητας (σχετ. Α.Π. 379/2006, 130/1989). Κριτήριο για την υπαγωγή μιας παροχής στην έννοια των τακτικών αποδοχών αποτελεί η σταθερή καταβολή της έστω και μία φορά το έτος και η αντιστοιχία της σε εργασία που προηγήθηκε, δηλαδή η παροχή να αποτελεί αντάλλαγμα παροχής τακτικών υπηρεσιών.

Συνεπώς η έννοια των τακτικών αποδοχών δεν προσφέρεται ως βάση για να εξευρεθεί το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, διότι διαφορετικά θα δημιουργούνταν φαύλος κύκλος με τον υπολογισμό προσαυξήσεων επί προσαυξήσεων, αφού για παράδειγμα τα επιδόματα εορτών και αδείας θα προσαύξαναν το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, το οποίο ακολούθως θα προσαύξανε πάλι τις τακτικές αποδοχές, δηλαδή τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Εξ άλλου για την εξεύρεση του οφειλόμενου επιδόματος ("πριμ") παραγωγικότητας συνυπολογίζεται και η πραγματοποιηθείσα εκ μέρους του μισθωτού κατά τη διάρκεια του έτους υπερωριακή απασχόληση. Η εν λόγω παροχή έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τα επιδόματα εορτών και αδείας, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν υπολογίζεται προκειμένου να εξευρεθεί το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο για τον υπολογισμό των αποδοχών της υπερεργασίας ή των υπερωριών.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 29 της από 5-7-1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε.": "Για τους διαγωνισμούς ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ και ΠΡΟΤΟ καταβάλλεται στο προσωπικό του ΟΠΑΠ τον πρώτο μήνα του επόμενου χρόνου εφάπαξ πριμ παραγωγικότητας ίσο με τα 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στις 31/12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής, επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστό 5% για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων (των εβδομάδων) κατά 50 %".

Ο ίδιος όρος περιελήφθη και στην από 5-11-1997 Ε.Σ.Σ.Ε., καθώς και στις επόμενες, οι οποίες περιέλαβαν πανομοιότυπους όρους, όμως τα άνω ποσοστά αυξήθηκαν διαδοχικά με μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για να φθάσουν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2005-2007, το μεν ποσοστό προσαύξησης των 2/3 των τακτικών αποδοχών στο 8% (από 1-1-2003 Ε.Σ.Σ.Ε.), το δε ποσοστό προσαύξησης των εβδομάδων διεξαγωγής διαγωνισμών στις 100 εβδομάδες (από 3-12-2004 και 5-9-2007 Ε.Σ.Σ.Ε.).

Ενόψει των ανωτέρω ο τρόπος υπολογισμού του επιδόματος παραγωγικότητας που δικαιούνταν οι τακτικοί υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΟΠΑΠ Α.Ε. κατά την επίδικη περίοδο ακολουθούσε τον εξής τύπο: 2/3 των τακτικών αποδοχών Δεκεμβρίου προηγούμενου έτους + (2/3 τακτικών αποδοχών x 8% x 100 εβδομάδες) = ποσό πριμ παραγωγικότητας.

Τέλος με την από 5-9-2007 Ε.Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε." ορίστηκε ότι: "Για τον προσδιορισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης συνυπολογίζεται και το πριμ παραγωγικότητας του άρθρου 29 της παρούσας. Η διαφορά που προκύπτει από τον εν λόγω συνυπολογισμό θα καταβάλλεται κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και την απόδοση του πριμ".

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-6-2008 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες λύονταν αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής τους, προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία κατά τους αναφερόμενους για τον καθένα χρόνους και απασχολήθηκαν έκτοτε ως υπάλληλοι αυτής.

Ότι από το έτος 1990 η εναγομένη κατέβαλλε στους εργαζομένους της επιχείρησής της τακτικά και ανελλιπώς το προβλεπόμενο από το άρθρο 29 της από 5-11-1997 Ε.Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε." και των μεταγενέστερων όμοιων Ε.Σ.Σ.Ε. επίδομα ("πριμ") παραγωγικότητας, το οποίο, παρότι αυξάνει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων της, δεν το συνυπολόγιζε σ' αυτές για την εξεύρεση του ωρομισθίου που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για την υπερωριακή τους απασχόληση και την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές, με αποτέλεσμα το ποσό που ελάμβαναν ως αποζημίωση να υπολείπεται αυτού που εδικαιούντο.

Ότι για το λόγο αυτό άσκησαν κατά της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου τις αναφερόμενες αγωγές, με τις οποίες ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τη διαφορά αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή τους απασχόληση και για την εργασία τους κατά τις Κυριακές κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2006.

Ότι επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι αναφερόμενες οριστικές αποφάσεις του πιο πάνω δικαστηρίου, οι οποίες ήδη έχουν καταστεί αμετάκλητες. Ότι μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων και στις 27-6-2006 η εναγομένη, σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων, κατέβαλε τα επιδικασθέντα σ' αυτούς ποσά, έκτοτε δε συνυπολογίζει το επίδομα παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους για την εξεύρεση του ωρομισθίου που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για την υπερωριακή τους απασχόληση και την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές.

Ότι με την καταβολή της αποζημίωσης για τις ανωτέρω αιτίες προσαυξήθηκαν οι ετήσιες αποδοχές τους κατά το επιδικασθέν ποσό, η προσαύξηση δε αυτή από την 1-1-1998 είχε ως συνέπεια την προσαύξηση και του επιδόματος παραγωγικότητας κατά μήνα και κατ' έτος για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 27-6-2006. Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2004 η εναγομένη αντισυμβατικά, παράνομα και υπαίτια δεν τους κατέβαλε την προσαύξηση του επιδόματος παραγωγικότητας.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό (δήλη ημέρα), άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες και για ορισμένους από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους εργάζονται ή εργάζονταν στο παρελθόν στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." (ΟΠΑΠ Α.Ε.) ως υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες λύονται αυτοδικαίως με την πλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς τους και ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της ως άνω εταιρίας.

Το ωράριο απασχόλησης των εναγόντων στην εναγομένη, τα αναλογούντα σε αυτούς επιδόματα και οι εν γένει αποδοχές τους ρυθμίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) που καταρτίζονται διαδοχικά πριν από το έτος 1990 και εντεύθεν μεταξύ της εναγομένης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΠΑΠ Α.Ε.", του οποίου όλοι οι ενάγοντες είναι (και για ορισμένους από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους ήταν) μέλη.

Συγκεκριμένα με το άρθρο 29 της από 5-11-1997 Ε.Σ.Σ.Ε. ορίζεται ότι "Για τους διαγωνισμούς ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ και ΠΡΟΤΟ καταβάλλεται στο προσωπικό του ΟΠΑΠ τον πρώτο μήνα του επόμενου χρόνου εφάπαξ "πριμ παραγωγικότητας" ίσο με τα 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στις 31/12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής, επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστό 5% για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων (των εβδομάδων) κατά 69,24% (88 εβδομάδες)".

Στη συνέχεια τα ως άνω ποσοστά αυξήθηκαν διαδοχικά με μεταγενέστερες Ε.Σ.Σ.Ε. (βλ. το άρθρο 29 των... μεταγενέστερων σχετικών Ε.Σ.Σ.Ε.). Επίσης στις ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ότι λόγω καθιερώσεως από την 1-2-1981 της εβδομάδας των πέντε (5) ημερών εργασίας, οι ώρες εργασίας των υπαλλήλων κάθε εβδομάδα ορίζονται σε τριάντα επτά και μισή (37,5), ότι οι ώρες εργασίας κάθε ημέρα είναι συνεχείς και ορίζονται από ώρα 07.00 έως 14.30 όλο το χρόνο και ότι ο υπολογισμός και εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης θα γίνεται με προσαύξηση προς 75%.

Παρά ταύτα η διοίκηση της εναγομένης δεν συνυπολόγιζε για την εξεύρεση του ωρομισθίου και αντίστοιχα τον υπολογισμό της αμοιβής για την παροχή της υπερωριακής απασχόλησης των εναγόντων στις τακτικές αποδοχές τους το "πριμ παραγωγικότητας". Συνεπεία αυτού οι ενάγοντες άσκησαν αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, οι οποίες στρέφονταν κατά της εναγομένης και με τις οποίες αξίωναν να συμπεριληφθεί για την εξεύρεση του ωρομισθίου και για τον υπολογισμό της αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία (εργασίμων ημερών και Κυριακών) και των επιδομάτων εορτών και αδείας για τα έτη 1998 και 1999 το "πριμ παραγωγικότητας", το οποίο αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών τους, επιμεριζόμενο κατά μήνα και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τις προκύπτουσες για καθένα από αυτούς διαφορές αποδοχών.

Επί των αγωγών αυτών των εναγόντων και λοιπών συναδέλφων τους εκδόθηκαν οι... 250/2005, 251/2005 και 252/2005 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Περιστερίου (διαδικασίας εργατικών διαφορών) και οι... 732/2005 και 755/2005 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών), οι οποίες δέχθηκαν ότι το επίδομα ("πριμ") παραγωγικότητας καταβαλλόταν τακτικά και αδιάλειπτα, κατά τρόπο σταθερό και ομοιόμορφο, στο σύνολο των υπαλλήλων της εναγομένης, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτό εργασίας, στο τέλος κάθε χρόνου από το έτος 1990 και εντεύθεν, εφόσον το προέβλεπαν και προηγούμενες Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, χωρίς να συνδέεται με καμία έκτακτη εργασία ή ιδιαίτερη επίδοση των εναγόντων ή με οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης, στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους και χωρίς η εργοδότρια εταιρία να εκφράσει κάποια επιφύλαξη μείωσης ή διακοπής του, ότι πρόκειται για παροχή που χορηγήθηκε στους ενάγοντες με κανονιστικές ρυθμίσεις, δεν έχει το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και από το σαφές κείμενο της ρυθμίσεως δεν προκύπτει επιφύλαξη διακοπής της παροχής από την εναγομένη, αλλά πρόθεση διατύπωσης του τρόπου καταβολής αυτής, η χορήγηση της οποίας συνεχίστηκε και εφεξής με τις μεταγενέστερες Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και μάλιστα αυξανόμενη κατ' έτος, ότι το "πριμ" παραγωγικότητας αποτελούσε τακτικές αποδοχές με την πιο πάνω έννοια και επιμεριζόμενο κατά μήνα προσαύξανει τις τακτικές αποδοχές των εναγόντων και για το λόγο αυτό πρέπει να συνυπολογίζεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους για την εξεύρεση του ωρομισθίου κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα υπερωριακή εργασία (εργασίμων-Κυριακών) του καθενός από αυτούς, καθώς και για τα επιδόματα εορτών, και υποχρέωσαν την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα σε αυτές (δικαστικές αποφάσεις) επιδικαζόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για τις αξιώσεις που αφορούσαν σε υπερωρίες από την επόμενη ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί η κάθε δικαιούμενη οφειλή, για το επίδομα εορτών (δώρο) Πάσχα από την 1η Μαΐου του ίδιου έτους και για τις αξιώσεις που αφορούν στο επίδομα εορτών (δώρο) Χριστουγέννων από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους μέχρι την εξόφληση.

Μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έλαβε χώρα την 30-6-2005, και τη δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, που έλαβε χώρα την 30-12-2005, η διοίκηση της εναγομένης, μετά την από 18-5-2006 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση του συλλόγου εργαζομένων του προσωπικού της (με την οποία τα μέλη του συλλόγου παραιτήθηκαν όλων των αγωγών κατά της εναγομένης, καθώς και του εκ του νόμου δικαιώματός τους και δήλωσαν ότι θα θεωρήσουν ότι εξοφλούνται πλήρως και ολοσχερώς, χωρίς καμία περαιτέρω αξίωση κατά της ΟΠΑΠ Α.Ε., εφόσον τους καταβληθούν τα οφειλόμενα για την ως άνω αιτία ποσά των ετών από 1998 μέχρι και 2005 με τις κάτωθι διαφοροποιήσεις) κατέστησε γνωστό ότι το διοικητικό συμβούλιο αυτής αποφάσισε την καταβολή σε όλους τους δικαιούχους από το μη συνυπολογισμό του "πριμ" παραγωγικότητας στην εξεύρεση του ωρομισθίου για τον καθορισμό της αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης:

α) των οφειλομένων ποσών για τα έτη 1998 και 1999 μετά των νομίμων τόκων από τότε που κάθε ποσό οφείλεται, όπως και το σύνολο των επιδικασθεισών δικαστικών δαπανών και β) των οφειλομένων για την ανωτέρω αιτία ποσών για τα έτη 2000 έως και 2005 χωρίς τόκους και ότι η ανωτέρω ρύθμιση θα ισχύει και για το χρονικό διάστημα από την 31η Δεκεμβρίου 2005 και εντεύθεν...

Εν συνεχεία, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης που ελήφθη κατά την 24η συνεδρίαση της 8-6-2006, εγκρίθηκε η καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών στους ενάγοντες και οι τελευταίοι υπέγραψαν, μετά την καταβολή αυτή, υπεύθυνες δηλώσεις με τις οποίες δήλωναν ότι "...εξοφλήθηκαν πλήρως και ολοσχερώς και ουδεμία αξίωση διατηρούν κατά της (εναγομένης) εταιρίας, σχετικά με τα ποσά που διεκδικούσαν και προκύπτουν από το μη υπολογισμό του 'πριμ' παραγωγικότητας στις υπερωρίες των ετών 1998 έως και 2005, σύμφωνα με το περιεχόμενο των αποφάσεων 21/17-5-2006, θ 5ο και 24/8-6-2006 θ 2ο, καθώς επίσης (και ότι) παραιτούνται ρητά από το δικόγραφο και το δικαίωμα των αγωγών που έχουν καταθέσει (αρ.

καταθ. 522, 523, 524, 525, 526 και 527/29-12-2005 και 150, 151, 152/3-4-2006...)". Κατόπιν τούτου, ήτοι μετά τον εξώδικο συμβιβασμό των διαδίκων, η εναγομένη δεν κατέθεσε έφεση ούτε άλλο ένδικο μέσο κατά των προαναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Περιστερίου και Αθηνών και ως εκ τούτου αυτές κατέστησαν τελεσίδικες...

και παράγουν δεδικασμένο... ως προς το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την υποχρέωση της εναγομένης να συνυπολογίζει στις τακτικές αποδοχές του προσωπικού της και για την εξεύρεση του ωρομισθίου για τον καθορισμό της αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, το καταβαλλόμενο "πριμ" παραγωγικότητας και ως προς το χρονικό διάστημα που αφορούν, το οποίο (δεδικασμένο) λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ.) και δεσμεύει τόσο τους διαδίκους όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί...

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η προσαύξηση από του έτους 1998 και εφεξής του ποσού των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων λόγω συνυπολογισμού του "πριμ" παραγωγικότητας στις τακτικές αποδοχές τους (αφού σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με τις προαναφερόμενες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις αυτό εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών) είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση του ποσού του "πριμ" παραγωγικότητας που αναλογούσε σε καθένα από αυτούς, δοθέντος ότι ως βάση υπολογισμού αυτού τίθενται, σύμφωνα με το περιεχόμενο των Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του προηγούμενου έτους.

Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες (και για ορισμένους από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους) ζήτησαν από την εναγομένη εταιρία να τους καταβάλει τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ του "πριμ" παραγωγικότητας που αυτή τους κατέβαλε πράγματι κατά τα έτη 1998 έως 2004 και του "πριμ" παραγωγικότητας που θα έπρεπε να τους καταβάλει, όπως η διαφορά αυτή προσδιορίζεται χρονικά και ποσοτικά για καθένα ενάγοντα στο αγωγικό δικόγραφο και δέχθηκε και η εκκαλουμένη...

Παρά ταύτα η διοίκηση της εναγομένης αρνείται μέχρι και σήμερα την καταβολή αυτή. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι στην από 6-9-2007 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε.", που υπογράφηκε μεταξύ αφενός της εναγομένης εταιρίας και αφετέρου του Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΠΑΠ Α.Ε.

και η οποία ισχύει από 1-1-2007 περιέχεται άρθρο με τον τίτλο "Νέο άρθρο", με το οποίο ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τον προσδιορισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης συνυπολογίζεται και το πριμ παραγωγικότητας του άρθρου 29 της παρούσας. Η διαφορά που προκύπτει από τον εν λόγω συνυπολογισμό θα καταβάλλεται κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και την απόδοση του πριμ".

Με τη ρύθμιση αυτή και ειδικότερα με τον ως άνω τρόπο καταβολής της προκύπτουσας διαφοράς από τον συνυπολογισμό του "πριμ παραγωγικότητας" για τον προσδιορισμό του καταβαλλόμενου ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης και συγκεκριμένα "κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και απόδοση του 'πριμ' ", δεν συνάγεται συμφωνία της εναγομένης εταιρίας και του συλλόγου των εργαζομένων σε αυτή να μην υπολογίζεται η ως άνω διαφορά κατά τον υπολογισμό του "πριμ παραγωγικότητας", αφού και μετά την προσθήκη του νέου αυτού άρθρου, δεν μεταβλήθηκε ο καθοριζόμενος με τις ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε.

τρόπος υπολογισμού αυτού, δηλαδή εξακολούθησε τούτο ("πριμ παραγωγικότητας") να υπολογίζεται με βάση τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στις 31-12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής". Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες - οι οποίες αφορούν την παραδοχή της ένστασης παραγραφής (πλήρως μεν όσον αφορά τους ενάγοντες με τα στοιχεία 6, 15, 25α , 25β, 25γ, 30, 31, 34α, 34β, 34γ, 37, 38, 45, 51, 67α, 67β, 67γ, 73, 78α, 78β, 78γ, 78δ, 78ε, 97, 116 και 118, μερικώς δε όσον αφορά τους λοιπούς) και την απόρριψη της αντένστασης διακοπής της, καθώς και τον υπολογισμό των οφειλομένων σε καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες ποσών, και οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω - το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους τους, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της ως προς τους ενάγοντες με τα στοιχεία 6, 15, 25α , 25β, 25γ, 30, 31, 34α, 34β, 34γ, 37, 38, 45, 51, 67α, 67β, 67γ, 73, 78α, 78β, 78γ, 78δ, 78ε, 97, 116 και 118 (ήδη μη διαδίκους), την δέχθηκε δε μερικώς ως προς τους λοιπούς και υποχρέωσε την εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αφού επανυπολόγισε το επίδομα ("πριμ") παραγωγικότητας με βάση την επανυπολογισμένη και αναδρομικά καταβληθείσα άπαξ του έτους διαφορά αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, η οποία (διαφορά) προέκυψε από την καταβολή του ίδιου του επιδόματος παραγωγικότητας, με το σκεπτικό ότι αυτό περιλαμβάνεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων, ενώ αν ερμήνευε ορθώς τις ανωτέρω διατάξεις θα έπρεπε να δεχθεί ότι η καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας στο τέλος του έτους, που οδηγεί σε αναδρομική καταβολή αμοιβής (διαφοράς) για υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, θεωρούμενη ως τμήμα των τακτικών αποδοχών, δεν μπορεί αυτή η ίδια να οδηγεί σε νέο υπολογισμό του (προσαύξηση του επιδόματος), με την αιτιολογία ότι η καταβληθείσα διαφορά υπερωριών κ.λπ.

κατέστη πλέον τμήμα των καταβαλλόμενων αποδοχών, καθόσον τέτοιος διπλός υπολογισμός (μία φορά κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου και μία φορά κατά την προσαύξησή του) δεν προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσιβλήτους, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί κατά το μέρος της αυτό και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.).

Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθούν κατ' ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να απορριφθεί ως αλυσιτελής η έφεση των εναγόντων, με την οποία αυτοί παραπονούνταν για την μη παραδοχή του αιτήματος τοκοδοσίας από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό (δήλη ημέρα), να γίνει δεκτή η έφεση της εναγομένης κατά το δεύτερο λόγο της, με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για την παραδοχή της αγωγής ως νόμιμης και κατ' ουσίαν βάσιμης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσιβλήτους, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή, που είχε το προπαρατεθέν περιεχόμενο, ως μη νόμιμη για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.

Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την 2438/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσιβλήτους. Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και δικάζει τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 122/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Περιστερίου και τους πρόσθετους λόγους της έφεσης της εναγομένης.

Απορρίπτει την από 23-10-2009 έφεση των εναγόντων και δέχεται την από 7-12-2009 έφεση της εναγομένης.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσιβλήτους.

Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και δικάζει την από 10-6-2008 αγωγή.

Απορρίπτει αυτήν.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ