Legislator Case Law & Legislation
1174/2015 AI generated

Supreme Court allows tenant to recover overpaid rent difference via Article 904 Civil Code good faith principle.

Case Number 1174/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially overturned the First Instance Court's decision regarding a commercial lease dispute. The tenant argued that the landlord had overpaid rent during a period of non-occupancy and requested the return of the difference based on good faith principles. The court held that the lower court erred in rejecting this claim by failing to apply Article 904 of the Civil Code, which mandates performance according to good faith and usage. Consequently, the case was remanded for further proceedings to determine the specific amount of overpaid rent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7(1), 7(4), 44 of Decree 34/1995; Article 904 of the Civil Code: In commercial and protected leases, the tenant may request rent adjustment based on good faith, and the landlord must return any overpaid amounts resulting from such adjustments.

Keywords

AI generated
commercial lease adjustment good faith principle overpaid rent recovery Article 904 Civil Code remand for further trial tenant protection rental difference calculation

Cited Legislation

AI generated
Articles 7(1) and 4, 44 of Decree 34/1995
Article 904 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1174 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1174/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Α. ΟΕ", που εδρεύει στους ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φανό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. του Α. και 2) Ε. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Μαρία Τσιμπούρα και Αντωνία Οικονομοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 762/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1560/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 11-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου λόγου, την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της από 26-6-2014 και με αριθμό καταθέσεως 502/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1560/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ. του ΚΠολΔ και την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας - ενάγουσας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν την διαφορά του ποσού μεταξύ του μεγαλύτερου μισθώματος που προκατέβαλε και του μικρότερου μισθώματος που οφείλει μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αναπροσαρμογής από του χρόνου της συζητήσεως της αγωγής της και μέχρι της λήξεως της μισθώσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 4 και 44 του Π.Δ/τος 34/1995 "κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευόμενων από το διάταγμα αυτό μισθώσεων, μπορεί να ζητηθεί η αναπροσαρμογή του μισθώματος που ορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλομένους και κατά το άρθρο 288 του Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ., παρέχει δε στο δικαστή τη δυνατότητα να προβεί κατά το άρθρο 288 του Α.Κ.

στην αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού μισθώματος, όταν λόγω της συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 328/2004).

Περαιτέρω, στην αγωγή για αναπροσαρμογή του μισθώματος σε μικρότερο ποσό από το συμφωνηθέν και καταβαλλόμενο (αγωγή μειώσεως του μισθώματος), επειδή η απόφαση που θα αναπροσαρμόζει σε μικρότερο ποσό (μειώνει) το μίσθωμα είναι διαπλαστική και ισχύει από της τελεσιδικίας της, σε περίπτωση που έχει προκαταβληθεί το μίσθωμα του μισθίου πριν από την τελεσίδικη αναπροσαρμογή του στο μικρότερο ποσό, ο μισθωτής που προκατέβαλε το μεγαλύτερο μίσθωμα πριν από την μείωση και αναπροσαρμογή του στο μικρότερο ποσό, δικαιούται να απαιτήσει την επιστροφή της διαφοράς του ποσού μεταξύ του μεγαλύτερου μισθώματος που προκατέβαλε και του μικρότερου μισθώματος που οφείλει μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αναπροσαρμογής και μάλιστα από της επιδόσεως της αγωγής αναπροσαρμογής του μισθώματος και εφεξής ως αχρεωστήτως καταβληθέν μίσθωμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 του Α.Κ.

και μάλιστα μπορεί να σωρεύσει και σχετικό καταψηφιστικό αίτημα στην αγωγή αναπροσαρμογής του μισθώματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολομ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολομ.ΑΠ 9/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: "... Δυνάμει της από 22-11-2007 σύμβασης μίσθωσης ακινήτου, οι εναγόμενοι, από τους οποίους ο πρώτος είναι κύριος μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό στοιχεία Κ-1, εκτάσεως 132,55 τ.μ. και ο δεύτερος κύριος μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό στοιχεία Κ-2, εκτάσεως 134,80 τ.μ., που βρίσκονται σε διώροφη οικοδομή στα ..., στη συμβολή των οδών ...

και ..., τις οποίες (ιδιοκτησίες) έχουν συνενώσει κατά χρήση με σκοπό τη λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων, πλυντηρίου, λιπαντηρίου και συναφών δραστηριοτήτων σε οικόπεδο, στο οποίο υπάρχει κτιριακή εγκατάσταση πρατηρίου διαθέσεως υγρών καυσίμων που περιλαμβάνει πλυντήριο - λιπαντήριο αυτοκινήτων και αίθουσα πωλήσεων, εκμίσθωσαν στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία το παραπάνω συνενωμένο κατά χρήση ακίνητο, πλην του κινητού εξοπλισμού που είχε εγκαταστήσει η ενάγουσα επί του πρατηρίου, στα πλαίσια της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με την εταιρία SHELL, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως πλυντήριο, λιπαντήριο, κατάστημα πωλήσεως ειδών αυτοκινήτου και αυτοκινητιστού, κατάστημα πωλήσεων ειδών υγειονομικού ενδιαφέροντος, πρόχειρου φαγητού, ποτών, αναψυκτικών και οποιωνδήποτε άλλων ειδών και υπηρεσιών πωλούνται ή παρέχονται από τα πρατήρια της SHELL στους πελάτες της (π.χ.

ΑΤΜ, υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας κ.λπ.), ως και για κάθε συναφή προς την εξυπηρέτηση των αυτοκινήτων εργασία. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δεκατετραετής, από 5-12-2007 έως 5-12-2021 και το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσόν των 5.238 ευρώ μηνιαίως, πλέον του τέλους χαρτοσήμου, εκ 3,6%. Με βάση δε τον 5.3 όρο της μίσθωσης, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στους εναγόμενους προκαταβολικά το σύνολο των μισθωμάτων όλων των μισθωτικών μηνών, που ανέρχεται σε 911.663,42 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, το οποίο αναλύεται ως εξής: 5.238 ευρώ μίσθωμα X 12 μήνες X 14 έτη + 31.679,42 τέλος χαρτοσήμου και ειδικότερα ότι στον πρώτο εναγόμενο θα καταβάλει το ποσόν των 440.831,71 ευρώ (ποσοστό 48,354%) και στο δεύτερο εναγόμενο θα καταβάλει το ποσόν των 470.831,71 ευρώ (ποσοστό 51.646%).

Τα ως άνω ποσά πράγματι καταβλήθηκαν στους εναγόμενους, όπως και οι ίδιοι συνομολογούν, με έξι επιταγές εκδόσεως της ενάγουσας, οι οποίες και πληρώθηκαν ... . Επομένως, λόγω της μεταβολής των συνθηκών πρέπει να γίνει μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος στο ποσό του ελεύθερου μισθώματος που ισχύει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης μέχρι την άσκηση της αγωγής και οι οποίες έχουν λάβει μόνιμο πλέον χαρακτήρα.

Κατόπιν τούτων προς περιορισμό της ζημίας της ενάγουσας μισθώτριας και άρση της διαταραχθείσας καλής πίστης, πρέπει να μειωθεί το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 4.190,40 ευρώ, το οποίο είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις διαμορφωθείσες συνθήκες, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την λήξη της σύμβασης (30-11-2011 έως 5-12-2021).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε στους εναγόμενους από την επίδοση της αγωγής (30-11-2011) και μέχρι τη συζήτησή της (13-2-2013), συνολικά το ποσόν των {(14 μήνες X 5.238 € = 73.332 + 2.639 για το χαρτόσημο) = 75.971,95 € + (5.238 + 188,56 χαρτόσημο = 5.426,56 : 30 = 180,88 € X 13 ημέρες του Φεβρουάριου 2013) = 2.351,44} = 78.323,39 ευρώ, ενώ όφειλε να τους καταβάλει, κατά το αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα, συνολικά το ποσόν των {(14 μήνες X 4.190,40 = 58.665,60 + 2.111,96 για το χαρτόσημο = 60.777,56 € + (4.190,40 + 150,85 χαρτόσημο = 4.341,25 : 30 = 144,71 X 13 ημέρες του Φεβρουάριου 2013) = 1.881,23} = 62.658,79.

Επομένως, για το χρονικό διάστημα από 30-11-2011 έως τις 13-2-2013, οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα την προκύπτουσα διαφορά, ανερχόμενη στο ποσόν των (78.323,39 - 62.658,79) 15.664,60 ευρώ και ειδικότερα, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του κάθε εναγομένου στο μηνιαίο μίσθωμα, ο πρώτος εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσόν των 7.574,46 ευρώ και ο δεύτερος εναγόμενος το ποσόν των 8.090,14 ευρώ ...

Κατόπιν τούτων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ... ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου οι λόγοι στην από 8-7-2013 έφεση με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται ... ότι κακώς της επιδικάσθηκαν μισθώματα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και όχι μέχρι τη λήξη της μίσθωσης ... είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι ...".

Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας ενάγουσας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν την διαφορά του ποσού μεταξύ του μεγαλύτερου μισθώματος που προκατέβαλε και του μικρότερου μισθώματος που οφείλει μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αναπροσαρμογής από του χρόνου της συζητήσεως της αγωγής της και μέχρι της λήξεως της μισθώσεως ως αχρεωστήτως προκαταβληθέντος επιπλέον μισθώματος, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ.

με εσφαλμένη υπαγωγή και κακή εφαρμογή, αφού δεν την εφήρμοσε ενώ συνέτρεχαν κατά τις παραδοχές της οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της. Συγκεκριμένα ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατ' εφαρμογή όρου της συμβάσεως μισθώσεως η αναιρεσείουσα ενάγουσα προκατέβαλε στους αναιρεσίβλητους εναγομένους κατά τη σύναψη της μισθώσεως όλα τα συμφωνηθέντα μισθώματα της 14ετούς διάρκειας της μισθώσεως που ανέρχονταν σε 5.238 ευρώ μηνιαίως, πλέον του τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, δηλαδή ότι προκατέβαλε 911.663,42 ευρώ για μισθώματα του μισθίου από 5-12-2007 έως 5-12-2021, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου επί των μισθωμάτων και ειδικότερα ότι κατέβαλε στον πρώτο αναιρεσιβαλλόμενο εναγόμενο το ποσόν των 440.831,71 ευρώ (ποσοστό 48,354%) και στο δεύτερο αναιρεσιβαλλόμενο εναγόμενο το ποσόν των 470.831,71 ευρώ (ποσοστό 51.646%), ανάλογα με τα ποσοστά ιδιοκτησίας τους επί του μισθίου και ενώ αναπροσαρμόζει και συγκεκριμένα μειώνει το μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της αγωγής αναπροσαρμογής μέχρι της λήξεως της μισθώσεως σε 4.190,40 ευρώ, δηλαδή το μειώνει κατά (5.238 - 4.190,40) 1.047,60 ευρώ μηνιαίως από του χρόνου της επιδόσεως της αγωγής αναπροσαρμογής μέχρι της λήξεως της μισθώσεως, εντούτοις, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 904 του Α.Κ., υποχρεώνει τους αναιρεσίβλητους εναγομένους να επιστρέψουν στην αναιρεσείουσα ενάγουσα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα μισθώματα μόνον την διαφορά των μισθωμάτων (συμφωνηθέντος μισθώματος και νέου κατ' αναπροσαρμογή μειωμένου μισθώματος) του χρονικού διαστήματος από της επιδόσεως της αγωγής αναπροσαρμογής μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής και όχι τη διαφορά όλων των μισθωμάτων από του χρόνου της επιδόσεως της αγωγής αναπροσαρμογής μέχρι και τη λήξη της μισθώσεως που δέχεται ότι προκαταβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα, απορρίπτοντας το αίτημά της να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν την διαφορά του ποσού μεταξύ του μεγαλύτερου μισθώματος που προκατέβαλε και του μικρότερου μισθώματος που οφείλει μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αναπροσαρμογής από του χρόνου της συζητήσεως της αγωγής της και μέχρι της λήξεως της μισθώσεως ως αχρεωστήτως προκαταβληθέντος επιπλέον μισθώματος.

Επομένως, ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας ενάγουσας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν την διαφορά του ποσού μεταξύ του μεγαλύτερου μισθώματος που προκατέβαλε και του μικρότερου μισθώματος που οφείλει μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αναπροσαρμογής από του χρόνου της συζητήσεως της αγωγής της και μέχρι της λήξεως της μισθώσεως ως αχρεωστήτως προκαταβληθέντος επιπλέον μισθώματος, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ.

και ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου της κρινόμενης αναιρέσεως, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, αφού αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου αναιρέσεως που έγινε δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας ενάγουσας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν την διαφορά του ποσού μεταξύ του μεγαλύτερου μισθώματος που προκατέβαλε και του μικρότερου μισθώματος που οφείλει μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αναπροσαρμογής από του χρόνου της συζητήσεως της αγωγής της και μέχρι της λήξεως της μισθώσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1560/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας ενάγουσας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν την διαφορά του ποσού μεταξύ του μεγαλύτερου μισθώματος που προκατέβαλε και του μικρότερου μισθώματος που οφείλει μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αναπροσαρμογής από του χρόνου της συζητήσεως της αγωγής της και μέχρι της λήξεως της μισθώσεως.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ