Supreme Court dismisses appeal on Sunday pay and leave pay increase claims against employer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding Sunday pay and annual leave compensation. The appellant argued she was entitled to a 100% increase for denied leave in 2001, but the court found she failed to prove the employer refused the request. Consequently, the court ruled that without proof of the employer's fault, the statutory right to the additional 100% pay does not arise.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8900/1945, 25825/1951, 748/1966; The right to a 100% pay increase for denied annual leave requires proof of the employer's fault or negligence, which is absent if the employee did not formally request the leave.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1174 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1174/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικολάου Πάσσου), Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ξυλούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Καστελλόριζο Ιχθυοκαλλιέργειες ΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ζερβού, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 554/2005 και 266/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 8900/1945 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την υπ' αριθμ. 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών και από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966 προκύπτει, ότι ο εργαζόμενος κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές, επιτρεπτώς ή μη, και με μηνιαίο μισθό αμειβόμενος δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή και εξαιρέσιμη εορτή προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού του και μόνο σε περίπτωση που ο εργαζόμενος αυτός στερείται παράνομα και την εβδομαδιαία ανάπαυσή του σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας δικαιούται επιπλέον και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του, ως αποζημίωση του εντεύθεν αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη του, δηλαδή κάθε τι που ο τελευταίος θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο, αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με την αγωγική αξίωση της ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας της κατά τις αναφερόμενες Κυριακές και αργίες του από 17-11-1998 έως 9-4-2002 χρονικού διαστήματος, ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από 17-11-1998 έως 9-4-2002, που απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, απασχολήθηκε επί 8 ώρες (από 08.00' έως 16.00') κατά 127 Κυριακές και 12 εξαιρέσιμες εορτές (άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3755/1957, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 147/1973), χωρίς να λάβει, για κάθε Κυριακή και αργία, την κατά νόμο προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού της, κατόπιν δε τούτων το Εφετείο υπολόγισε τα οφειλόμενα στην αναιρεσείουσα για την αιτία αυτή και της επιδίκασε συνολικά το ποσό των 2.597,09 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες), τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε δέχθηκε χωρίς πρόταση των διαδίκων πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τις σχετικές του αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του, ότι το Εφετείο έσφαλε με το να μη δεχθεί ότι η επί 8ωρο απασχόληση της αναιρεσείουσας κατά τις ως άνω Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές, με την οποία (απασχόληση) αυτή υπερέβαινε τις 40 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, αποτελούσε υπερεργασία (ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση μετά την 1-4-2001) και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται οι παραβιασθείσες διατάξεις, ούτε σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως.
Πέραν, όμως, τούτων, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, του άρθρου 6 της από 14-2-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 81), του άρθρου 9 της υπ' αριθμ. 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/ 1983, του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 και του άρθρου 4 του Ν. 2874/ 2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005), προκύπτουν τα εξής:
α) ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και η πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου, β) η υπερεργασία είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνον στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και γ) η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός εάν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ανώτατο όριο των 8 ωρών ημερησίας απασχολήσεως ή των 9 ωρών για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα.
Επομένως, μετά ταύτα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις παραπάνω αιτιάσεις του, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα και τους λόγους της εφέσεως, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις (παράπονα) κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, που αναφέρονται σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστή.
Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι από αυτή οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (άρθρο 534 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή στην ουσία η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, και την απόρριψη εξ ολοκλήρου της αγωγής, γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου) είχε προβεί σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ με τον τρίτο λόγο της εφέσεως πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των έγγραφων αποδείξεων, εξ αιτίας της οποίας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στην αναιρεσείουσα επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας.
Ο λόγος αυτός της εφέσεως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ήταν ορισμένος, όπως άλλωστε ορισμένη και παραδεκτή ήταν και η έφεση της αναιρεσίβλητης, και, συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τον ως άνω λόγο ως ορισμένο και τον εξέτασε, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή που δεν προβλήθηκαν νομίμως, ούτε παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες, αφενός ότι παρανόμως έλαβε υπόψη του τον παραπάνω τρίτο λόγο της εφέσεως, παρόλο που δεν είχε προταθεί νομίμως και ήταν ανύπαρκτος και ανυπόστατος και αφετέρου ότι δεν απέρριψε τον λόγο αυτόν ως άκυρο λόγο αοριστίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1346/1983, στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3302/2004, και τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου Α.Ν. 539/1945, κάθε μισθωτός, εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχολήσεως δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ' αναλογία με τον χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στον χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια 24 εργάσιμων ημερών ή αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, 20 εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες ή μέχρι και τις 22 εργάσιμες ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Για καθένα από τα επόμενα ημερολογιακά έτη, δηλαδή τρίτο έτος και επόμενα έτη, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει, από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, κανονική ετήσια άδεια 26 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται επί εξαήμερο ή 22 εργάσιμων ημερών αν εργάζεται επί πενθήμερο, με αποδοχές, ίσες με ένα μηνιαίο μισθό ή 26 ημερομίσθια, τόσο επί εξαήμερης εργασίας όσο και επί πενθήμερης εργασίας.
Κατά την διάρκεια της αδείας του ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τις συνήθεις αποδοχές, εκείνες δηλαδή που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν κατά τον αντίστοιχο χρόνο. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου (Α.Ν. 539/45), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 15 του Ν. 4504/1966, η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως, η οποία σκοπεί μόνον στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωση για τη χορήγηση της αδείας και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την υπό του μισθωτού άσκηση του δικαιώματός του για άδεια μετ' αποδοχών, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδεια έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ως άνω Α.Ν. 539/1945, το οποίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/195, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγηση σε μισθωτό αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως, άμα τη λήξει του έτους, κατά το οποίο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, αυξημένας κατά 100%.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), για τη θεμελίωση, όμως, της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει τον χαρακτήρα ποινής, απαιτείται και υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε.
Επομένως, ο τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί α) ότι η αναιρεσείουσα εδικαιούτο μόνο των αποδοχών αδείας για τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002, όχι δε και την προσαύξηση αυτών κατά 100%, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι κατά τα έτη αυτά ζήτησε την άδειά της και η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε την χορήγησή της και β) ότι για αποδοχές αδείας του έτους 2001 εδικαιούτο η αναιρεσείουσα τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό της, ήτοι το ποσό των 350.000 δραχμών και όχι το ποσό των 364.000 δραχμών (350.000 : 25 Χ 26 ημέρες αδείας), παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2010 αίτηση της Κ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 266/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ