Appeal dismissed because common sense teachings were misused to prove facts rather than interpret law under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three parties against a second-instance court decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court violated common sense teachings by accepting a claim based on long-term possession despite the appellant being a lawyer who would not have requested such measures. The court ruled that these teachings were misapplied because they referred to the substance of the case rather than serving as a legal rule for interpreting law or assessing evidence value. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure; A violation of common sense teachings constitutes a ground for appeal only if such teachings were misused to interpret legal rules or apply facts to them, rather than to indirectly prove facts or assess the probative value of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1174 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1174/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Aπριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Β. Κ. του Κ., 2)Κ. χήρας Κ. Κ., το γένος Ι. Φ., κατοίκων ... και 3)Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Γερασίμου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ζ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2002 του ιδίου Δικαστηρίου και 1123/2003 του Εφετείου Πατρών, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων λόγω αρμοδιότητας. Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την 51/2005 απόφασή του και το Εφετείο Πατρών την 30/2012, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/4/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης,οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη - από 21.12.1999- διεκδικητική των επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ως εκ της μη ακριβούς περιγραφής αυτών.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ότι ισχυρισμό περί αοριστίας- ο οποίος και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.- πρόβαλαν στο Δικαστήριο της ουσίας
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ. περί της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.
γ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398 και 406 έως 409 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη του προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες βεβαιώσεις τρίτων οι οποίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια προηγηθείσας δίκης και οι οποίες δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο διάφορο των εγγράφων, γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (Α.Π. 700/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής των επίδικων τμημάτων ακινήτου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αυτοί είναι οι αποκλειστικοί κύριοι των επίδικων τμημάτων ακινήτου και συγκεκριμένα τόσο το πρακτικό 38/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, στο οποίο περιέχονται καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιόν του, όσο και τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς πράξεων ...
και .../1998 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Καλλιρρόης Μπατή και με αριθμό πράξης .../1998 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά Ζωής Πίνη, που λήφτηκαν με επιμέλειά τους κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου τους αναιρεσιβλήτου στα πλαίσια δίκης επί προηγούμενης συναφούς - από 10-9-1997 αγωγής του τελευταίου κατ' αυτών - αναιρεσειόντων - και βεβαίωσαν ότι ο αντίδικός τους αναιρεσίβλητος με αίτησή του στο Ειρηνοδικείο Καλαβρύτων ζήτησε να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η τσιμεντόστρωση των επίδικων τμημάτων ακινήτων από αυτούς.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
Α) οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στα πλαίσια προηγούμενης δίκης επί της κρινόμενης αγωγής και οι οποίες περιέχονται στα υπ' αριθμ. 38/2002 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων ... Γ)... 2) οι επικαλούμενες από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) ένορκες βεβαιώσεις α) υπ' αριθμ. ...
και .../1998 που λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Καλλιρρόης Μπατή... γ) υπ' αριθμ. .../1998, που λήφτηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά Ζωής Πίνη ... νομίμως κατόπιν νομοτύπου κλητεύσεως του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) στα πλαίσια δίκης επί της από 10-9-1997 ... συναφούς αγωγής του ενάγοντος ... ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια".
Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, τα οποία και μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
IV. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικός από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ. 1 εδαφ. β' και 560 παρ. 1 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.
Α.Π. 2/2008, 8,10,11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα μέρους των επίδικων τμημάτων ακινήτου, εμβαδού, περίπου 8 και 14 τ.μ.
αντίστοιχα με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς τα τμήματα αυτά ακινήτου αυτός και ο δικαιοπάροχός του Ι. Β. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και ακολούθως να δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ότι "ο αναιρεσίβλητος, έχοντας μάλιστα την ιδιότητα του δικηγόρου, σε καμμία περίπτωση δεν θα προέβαινε στην άσκηση της προαναφερόμενης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων εναντίον (τους), για την τσιμεντόστρωση εδάφους που ανήκε κατά κυριότητα".
Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Απριλίου 2012 αίτηση των 1)Β. Κ. του Κ. κ.ά. για αναίρεση της 30/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζονται στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ