Legislator Case Law & Legislation
1174/2012 AI generated

1174/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1174/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1174/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1174 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1174/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Λ. Π., θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 2. Ν. Κ. Κ., κατοίκου ..., 3. Χ. θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 4. Ι. συζ. Χ. Φ., θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 5. Π. Κ. Κ., κατοίκου ... και 6. Σ. συζ. Α. Τ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου .... Η πρώτη - Α. Κ. - παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φατούρο οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Χ. του Δ., 2. Ι. Χ. του Δ., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Χ. χας Δ. Χ., 3. Μ. συζ. Κ. Κ., θυγ. Ι. Α., 4. Ι. Α. του Π., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Π. Α. του Ι., 5. Ε. Ι. Α., 6 Π. Α. Κ. και 7 Α. Μ. του Κ., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ό. χας Κ. Μ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικτσιρή, ο οποίος ανακάλεσε την από 31-10-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαρτίου 1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 136/2007 του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης για τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 101, 118 αρ. 3, 159 αρ. 2, 160 παρ.1, 268 στοιχ.α', 287 παρ.1, 517 εδ.α', 520, 522 ΚΠολΔ και 34, 35 ΑΚ προκύπτει, ότι εάν η έφεση απευθύνεται κατά προσώπου που έχει πεθάνει πριν την άσκησή της, το δικόγραφο αυτής, ως απευθυνόμενο κατά προσώπου ανυπάρκτου, είναι άκυρο, εκτός αν ο εκκαλέσας διάδικος δεν είχε λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, μέχρι την άσκηση της έφεσής του, το θάνατο του αντιδίκου του οπότε, όντας παραδεκτής - στην τελευταία αυτή περίπτωση - της άσκησης της έφεσης, αναβιώνει η εκκρεμοδικία και συνεχίζεται η δίκη, επέρχεται δε διακοπή της - της δίκης - , εφόσον γνωστοποιηθεί ο λόγος της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιός τους, η πληρεξουσιότητα του οποίου εξακολουθεί και παύει μόνο όταν διακοπεί ως άνω η δίκης, όχι δε και από τον αντίδικο του διαδίκου που πέθανε, τυχόν δε τέτοια δήλωσή του δεν επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, ο δε σχετικός ισχυρισμός του απορρίπτεται ως αλυσιτελής, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον.

Επομένως, το Εφετείο, με το να μην κηρύξει με την προσβαλλόμενη απόφασή του απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και είχαν απευθύνει κατά της εφεσίβλητης, Χ. συζ. Δ. Χ. θυγ. Ι. Α., ως μη έχοντας λάβει γνώση πριν την άσκησή της ότι η εφεσίβλητη αυτή είχε πεθάνει, αλλά να προβεί στη συζήτησή της χωρίς να έχουν κληθεί να συνεχίσουν τη δίκη οι κληρονόμοι της και - ως έχοντας πριν τη συζήτησή της (τη 16-5-2007) αποβιώσει και οι εφεσίβλητοι, Π.

Ι. Α. και Ό. χήρα Κ. Μ. - χωρίς επίσης να έχουν κληθεί να συνεχίσουν τη δίκη (και) οι κληρονόμοι τους, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, αφού η δίκη νόμιμα συνεχίστηκε, ενόψει του ότι δεν διακόπηκε με γνωστοποίηση των ως άνω λόγων - θανάτων - διακοπής της από την πλευρά των εφεσιβλήτων και του πληρεξουσίου αυτών -εφεσιβλήτων - που πέθαναν και νομιμοποιούνταν να προβούν στη γνωστοποίησή τους, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από Οκτωβρίου 1982 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Θ. Π., με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι η ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων διαχωρίζεται από την επίδικη έκταση με παλαιό και διατηρημένο πετρόκτιστο μανδρότοιχο και ότι αυτό επιβεβαιώνεται και από τις θεωρήσεις υπό του προϊσταμένου της Πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών (5-1-1992) και υπό του Διευθυντού του ΕΟΤ (22-12-1983) του προεκτιθέμενου τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο καταρτίσθηκε με εντολή και υπόδειξη του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Κ. Κ. (και) επί του οποίου αποτυπώνεται η ευρύτερη ιδιοκτησία του, αν και από το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα προκύπτει, ότι, "το κτήμα του Κ.Κ. είναι μεγαλύτερο και το παρουσιαζόμενο στο τοπογραφικό διάγραμμα (που επικαλούνται οι αντίδικοι - αναιρεσίβλητοι -) αποτελεί τμήμα του όλου και είναι έκτασης 11043 τμ". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου του.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του και να απορρίψει την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους - με την οποία ισχυρίστηκαν ότι έχουν γίνει συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου με τρόπο παράγωγο και συγκεκριμένα με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή του πατέρα τους, Κ.

Π. Κ., και στη συνέχεια και της μητέρας τους, Ε. χήρας Κ. Κ., που αποβίωσαν στις 7-6-1990 και 11-8-1996, αντίστοιχα, αφού αποδέχτηκαν την κληρονομία τους και μετέγραψαν την περί αποδοχής της κληρονομίας τους δήλωσή τους, και επικουρικά με τρόπο πρωτότυπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον νεμήθηκαν έκτοτε το επίδικο μέχρι την άσκηση της αγωγής επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας με συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους - παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα τους πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), ότι ο πέμπτος από τους αναιρεσείοντες (Π.

Κ.) άσκησε κατά του Ι. Λ. Π. την από 30-1-1997 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, διεκδικητική αγροτεμαχίου 3070 τμ, και ότι οι ήδη αναιρεσείοντες (ενάγοντες) στην ένδικη αγωγή τελικά αναφέρουν ότι το ίδιο αγροτεμάχιο αποτελεί την επίδικη έκταση και είναι εμβαδού 10868,94 τμ, πράγμα το οποίο υποδηλώνει την αβεβαιότητα των αναιρεσειόντων (εναγόντων) ως προς την ακριβή έκτασή της, και ότι εμπίπτει η εν λόγω έκταση στον τίτλο κτήσης - από 1-7-1904 ιδιωτικό πωλητήριο έγγραφο - του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, Α.

Σ.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ως προς τους ισχυρισμούς των διαδίκων όχι χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα με αριθμό 269/3-12-1997 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί μετά από νόμιμη κατ' άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ κλήτευση των αντιδίκων, την από Σεπτεμβρίου 2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Κ.

Γ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με τη 269/261/43ΤΜ/1997 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα.

ΙV. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για το σχηματισμό της κρίσης του επί πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 86, 106, 119 παρ.2, 120 παρ.1 και 121 παρ.1 του ν. 3463/2006 Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που ίσχυαν κατά την έκδοση της πιο κάτω βεβαίωσης και καθορίζουν τις αρμοδιότητες του Δημάρχου, του Προέδρου Κοινότητας και του Προέδρου Δημοτικού Διαμερίσματος, προκύπτει ότι οι τελευταίοι δεν έχουν την αρμοδιότητα να εκδίδουν πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις που αναφέρονται σε ζητήματα κυριότητας ακινήτων, τα οποία δεν έχουν ισχύ δημόσιου εγγράφου, αλλά αποτελούν απλές βεβαιώσεις του εκδόσαντος ως ιδιώτη - τρίτου - που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον το τελευταίο δεν δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, είτε κατά πρόταση διαδίκου, είτε αυτεπαγγέλτως, ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις λήφτηκαν, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες στη δίκη για τα αποδεικτικά θέματα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη την προσκομισθείσα από τους αναιρεσιβλήτους .../3-9-2001 βεβαίωση του Προέδρου του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγ.

Πολύκαρπου Ραχών Η. Κ., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, παρέχει την πιστοποίηση, ότι "το κτήμα κληρονόμων Μ. Κ. - δικαιοπαρόχου των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) βρίσκεται στη θέση "Τσιμπίδη Πούντα" ανάμεσα στις περιοχές Μεσαχτή και Λιβάδι της ευρύτερης περιοχής "Λακωνία" και πρόκειται για την ίδια περιοχή "Βαλέττα" που "ταιριάζει και ευθυγραμμίζεται με τον τίτλο των εναγομένων" (αναιρεσιβλήτων), χωρίς όμως να κρίνει ότι η εν λόγω βεβαίωση δεν λήφτηκε, προκειμένου να χρησιμεύσει ως μαρτυρία στη δίκη για τα αποδεικτέα θέματα και ειδικότερα προς ανταπόδειξη της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσειόντων.

Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη τη .../3-9-2001 βεβαίωση του Προέδρου του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγίου Πολυκάρπου Ραχών Η. Κ., της οποίας καμία μνεία δεν γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Αντίθετα, όπως επίσης προκύπτει από την υπάρχουσα βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τη .../27-11-1997 ένορκη βεβαίωση του πιο πάνω Προέδρου Η. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ευδήμου Ασημίνας-Αφροδίτης Καβουριάρη -Ψημμάνου, την οποία και μνημονεύει ρητά. Αβάσιμα περαιτέρω επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ότι η ανωτέρω - .../3-9-2001 - βεβαίωση αναφέρεται στην από Σεπτεμβρίου 2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Κ.

Γ., αφού, κατά τα άρθρα 339, 340 και 387 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, και όχι τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτή, και εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι λήφτηκαν υπόψη "τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη και την από Οκτωβρίου 2002 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ.

Γ. - τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων - και συνεπώς ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.5.2009 αίτηση των 1) Α. συζ. Λ. Π., θυγ. Κ. Κ. κ.ά., για αναίρεση της 136/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ