Legislator Case Law & Legislation
1174/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal to pay traffic accident compensation.

Case Number 1174/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's decision to award €100,000 to the plaintiff for a traffic accident. The insurer argued the award violated the principle of proportionality and contained procedural errors regarding evidence and legal grounds. The court rejected these claims, ruling that the amount was reasonable given the injuries and that the appeal's arguments were inadmissible or unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 516(2) and 532 of the Code of Civil Procedure; Article 25(1) of the Constitution: An appeal by a defendant who won the first instance is inadmissible unless they have a legal interest, which is absent when the first instance judgment is fully correct and the appeal relies on non-existent contradictions or proportionality violations.

Keywords

AI generated
insurance liability traffic accident compensation principle of proportionality inadmissible appeal legal interest requirement procedural error evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 516(2) of the Code of Civil Procedure
Article 532 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 25(1) of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1174 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1174/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαντζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραϊσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 345/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 25/2/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Αντέφεση δικαιούται να ασκήσει κάθε εφεσίβλητος (ενάγων, εναγόμενος, παρεμβαίνων) και όταν ακόμη έχει αποδεχθεί την απόφαση ρητώς) ή σιωπηρώς ή έχει παραιτηθεί από προηγουμένως ασκηθείσα από αυτόν έφεση, αρκεί να έχει έννομο συμφέρον. Τέτοιο έννομο συμφέρον έχει ο εφεσίβλητος, κυρίως αν με το διατακτικό της πρωτόδικης αποφάσεως ηττάται και αυτός εν μέρει. Αν αντιθέτως, έχει νικήσει ολοσχερώς, η αντέφεση δεν μπορεί να έχει αίτημα και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 516 παρ. 2 και 532 του ΚΠολΔ. Εξαιρετικώς, έννομο συμφέρον για άσκηση αντεφέσεως αναγνωρίζεται και στον διάδικο που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχείa διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο. Εξάλλου, αντέφεση με αίτημα την επαναφορά των ενστάσεων, με τις οποίες ο εναγόμενος ζητούσε την απόρριψη της αγωγής και για άλλους λόγους, δεν νοείται, αφού τις ενστάσεις αυτές μπορεί να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εφεσίβλητος, διότι συντελούν, κατ' άρθρο 527 παρ.1 ΚΠολΔ, σε απολογία κατά της εφέσεως).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρα το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της αντέφεση, με την οποία επανέφερε την προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση διετούς παραγραφής και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα νίκησε ολοσχερώς, αφού η αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος απορρίφθηκε στο σύνολό της ως αόριστη με την πρωτόδικη απόφαση, κατά της οποίας αυτός άσκησε έφεση και, ως εκ τούτου, επαναφορά ενώπιον του Εφετείου της ως άνω ενστάσεως μπορούσε να γίνει με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας και όχι με αντέφεση. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚπολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν o σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο ισχυρισμός δε πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Έτσι, η αοριστία της αγωγής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚπολΔ, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αν και το αγωγικό κονδύλιο, που αφορά την ζημία, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) λόγω του τραυματισμού του κατά το τροχαίο ατύχημα, ήταν αόριστο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό, στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρότεινε, ως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας.

ΙΙΙ. Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 του ν. ΓπΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται.Για την αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή ισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, το οποίο μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007 όριζε, ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με τη επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή, όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που προβάλλεται παραδεκτά και αποδεικνύεται. Στην περίπτωση αυτή η έκταση ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ, άρα ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση με εκείνη του οφειλέτη ζημιώσαντος.

Έτσι, αν η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία, που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ), ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής αυτή την παραγραφή της απαίτησης μπορεί να προτείνει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999, που είναι πανομοιότυπη με την ταυτάριθμη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 (παλιού Κ.Ο.Κ.), συνάγεται, ότι η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία, αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της εταιρίας η οποία εξέδωκε τη βεβαίωση, με την αποδοχή της οποίας (που μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο), καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους που ιδρύει σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του ασφαλιστικού ποσού (σχ.

Ολ. ΑΠ 715/1978). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ή μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αξιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση διετούς παραγραφής δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα εξής: "... από το προσκομιζόμενο, από 9-9-2003 αντίγραφο, δελτίο συμβάντων της 17-3-2003, του τμήματος τροχαίας ..., αποδείχθηκε ότι, ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ΑΑ, παρουσιάστηκε την 17-7-2003 στην τροχαία και δήλωσε το ατύχημα και ειδικότερα ότι στις 15-07-2003 και ώρα 03 και 15' εκτράπηκε κ.λ.π..

Στο τέλος του ιδίου δελτίου συμβάντων αναγράφεται "Οδηγός κατέχει νόμιμες άδειες. Όχημα ασφαλισμένο" και στο περιθώριο του ιδίου δελτίου αναφέρεται η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ".

Συνεπώς και εφόσον στο άνω δελτίο συμβάντων αναφέρεται από την Τροχαία ... ότι το όχημα είναι ασφαλισμένο και ότι ασφαλιστική εταιρία είναι η εναγομένη, κατατέθηκε στο εν λόγω αστυνομικό τμήμα, από τον υπαίτιο οδηγό, η βεβαίωση ασφαλίσεως, γεγονός, που, όπως προαναφέρθηκε, πιστοποιήθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα. Επομένως, αφού ο υπαίτιος οδηγός κατέθεσε το αποδεικτικό ασφάλισης του οχήματος και στο άνω τμήμα Τροχαίας και απέδειξε την ασφάλιση αυτού από την εναγομένη, τούτο αποτελούντος πρόταση για κατάρτιση σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, με την άσκηση της κρινόμενη αγωγής, καταρτίστηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής του χρέους του υπαίτιου οδηγού. Ως εκ τούτου η ένδικη αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., η οποία όμως δεν έχει επέλθει, αφού από το χρόνο του ατυχήματος ( 15-7-2003 ) και μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 7-3-2006 (βλ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ...) δεν έχει παρέλθει πενταετία.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 104.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής αυτής ...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και γι'αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν στο Εφετείο αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αφορούν τον χρόνο του ατυχήματος (15-7-2003 ωρα 03.15) και τον χρόνο που εμφανίστηκε στο τμήμα Τροχαίας ... ο ασφαλισμένος υπαίτιος οδηγός και κατέθεσε τη βεβαίωση ασφαλίσεως (17-7-2003) από το γεγονός ότι οι χρόνοι αυτού διαφέρουν πλέον των 48 ωρών και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμη η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης υπό στοιχ.

Γ' αιτίαση. Περαιτέρω, οι προσαπτόμενες με τον ίδιο λόγο αιτιάσεις υπό στοιχ α' και β' δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.πολΔ, διότι οι προβαλλόμενες αντιφάσεις δεν φέρονται να υπάρχουν μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ αφενός με των αιτιολογιών αυτών και αφετέρου εγγράφων και συγκεκριμένα της αγωγής και του από 9-9-2003 αντιγράφου δελτίου συμβάντων λίαν συμβατών του Τμήματος Τροχαίας ..., αντίστοιχα.

Τέλος, η αποδιδόμενη με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως υπό στοιχ. Δ' αντίφαση στην πραγματικότητα αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη. Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Γι'αυτό και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από την ανωτέρω πλημμέλεια είναι απορριπτέος κατά ένα μέρος ως αβάσιμος και κατά το άλλο μέρος ως απαράδεκτος.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ 670/2006).

Το ποσό του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

αξιώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Ο προσδιορισμός δε του ποσού τόσο της κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάζεται στον παθόντα σε περίπτωση αδικοπραξία, όσο και της κατά το άρθρο 931 του ίδιου Κώδικα εύλογης χρηματικής παροχής, που επιδικάζεται στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, που επηρεάζει το μέλλον του, αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής αυτής περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οπαίος αναθέτει σε αυτά ν'αποφασίζουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό είτε της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ είτε της εύλογης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ίδιου Κώδικα δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 163/2007, 1670/2007).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ, διότι με το να καθορίσει την επιδικαστέα στον τραυματισθέντα και υποστάσα αναπηρία στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αναιρεσίβλητο εύλογη χρηματική παροχή στο ποσό των 100.000 Ευρώ, το οποίο αποτελεί σε προφανή αντιστοιχία και δυσαναλογία με τη σωματική βλάβη, που έπαθε, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη θεσπίζουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. V.O λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.πολ.Δ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Επίσης, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν υπάρχει ασυμφωνία των αιτιολογιών της απόφασης προς το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη ότι οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές διότι α) ενώ στην αγωγή γίνεται αναφορά σε πλαστική επέμβαση ρινός και βλεφάρων η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται το ποσό των 4.000 ευρώ για την επέμβαση στα βλέφαρα, β) ενώ κάνει αναφορά σε δύο πλαστικές επεμβάσεις δεν αιτιολογεί ποία είναι για την αποκατάσταση της ρινός του αναιρεσιβλήτου και ποιά για τη βλεφαρόπτωση, γ) δεν αναφέρει αν αυτός (αναιρεσίβλητος) έχει ανάγκη πλαστικής επέμβασης στον ένα ή και στους δύο οφθαλμούς και δ) δέχεται ότι οι πιο πάνω πλαστικές επεμβάσεις δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, παρότι η σχετική δαπάνη αποτέλεσε κονδύλιο της προγενέστερης από 20-10-2003 αγωγής τους αναιρεσιβλήτου, από το οποίο παραιτήθηκε.

Όμως , οι προβαλλόμενες υπό στοιχ. α και δ' ως άνω αντιφάσεις δεν φέρονται να υπάρχουν μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ των αιτιολογιών αυτής και διαδικαστικών εγγράφων (αγωγών) η δε υπό στοιχ. β' αιτίαση αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση των εξαγομένων από αυτές πορίσματος, το οποίο όμως διατυπώνεται σαφώς.

Τέλος, η υπό στοιχ γ' αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει ανάγκη πλαστικής επέμβασης μόνο στο ένα (δεξιό) οφθαλμό. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος κατά ένα μέρος ως αβάσιμος και κατά τα λοιπά ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2008 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" για αναίρεση της 36/2008 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ