1174/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1174/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές του άρθρου 943 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ' αυτού απαιτήσεών τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1174 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1174/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Κασσαβέτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη,(κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Χλαμπουτάκη), Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1......., 2......... και 3........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κακίση.
Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Άγγελου Μορφόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3526/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 3540/2001, 8776/2003, 5593/2004 προδικαστικές και 9073/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 9-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικώς τους λόγους της αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς την εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο των διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ.2 ιδίου κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων σαφή έκθεση των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή, καθώς και ορισμένο αίτημα, δηλαδή την αιτουμένη μορφή έννομης προστασίας. Το αίτημα δε της αγωγής, αφού από το νόμο δεν επιβάλλεται η σε ορισμένη θέση ή σειρά παράθεσή του στο δικόγραφο, μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο ακόμη και στο ιστορικό, αρκεί να είναι πλήρως ορισμένο ώστε να μην υπάρχει αντικειμενική αδυναμία του δικαστηρίου να εκδώσει σαφή και επιδεκτική εκτελέσεως απόφαση.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές του άρθρου 943 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ' αυτού απαιτήσεών τους.
Η αγωγή για διάρρηξη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδάφ.
α' του ΑΚ να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν από την απαλλοτρίωση. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 949 του ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό.
Όμως, με το Ν. 2298/1995 (που ισχύει από 4.4.1995), στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν εισαχθεί νέες διατάξεις που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α ) κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού, τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ΄ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ.
του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19 του πιο πάνω Ν.2298/1995, ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από το οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ.
του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης. Με βάση τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ίδιου Ν.2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δεν δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 του Α.Κ. , αλλά μπορεί ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη σαν να μη είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε.
Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκεται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 του Α.Κ. και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν" συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη.
Έτσι, το αντικείμενο της αγωγής του δανειστή χρηματικής απαίτησης για διάρρηξη, είναι πλέον μόνο η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται πλέον να σωρεύσει αυτός και αίτημα αναμεταβίβασης του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, από τον τρίτο στον οφειλέτη, διότι με βάση την ανωτέρω ρύθμιση ο δανειστής μπορεί να κατάσχει το πράγμα απ' ευθείας στην περιουσία του οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 23 Ιουνίου 1999 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητου και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει α) ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τη διάρρηξη των αναφερομένων σ' αυτή μεταβιβάσεων λόγω γονικής παροχής από την πρώτη εναγόμενη στους δεύτερο και τρίτη, ως καταδολιευτικές, διατυπώνοντας επί λέξει στο αιτητικό της αγωγής του "Να γίνει δεκτή η αγωγή μου αυτή.
Να καταδικαστούν οι εναγόμενοι σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της πιο πάνω απαλλοτριώσεως κατάστασή τους (ΑΚ 943) με την ειδικότερη έννοια να καταδικαστούν οι εναγόμενοι σε δήλωση βουλήσεως για την αναμεταβίβαση του πιο κάτω περιγραφομένου ακινήτου από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων προς την πρώτη από αυτούς και κυρίως και αυτοτελώς, όπως ορίζεται πλέον στη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ (μετά τη σχετική προσθήκη που έγινε με το ν. 2298/1995) να ανεχθούν τη διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης.. .", στο ιστορικό δε της ιδίας αγωγής ο ενάγων ρητώς ζητεί τη διάρρηξη των καταδoλιευτικών μεταβιβάσεων β) με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείo, αφού απέρριψε ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής για το λόγο ότι ο ενάγων ζητούσε όχι τη διάρρηξη των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών αλλά να υποχρεωθούν οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων να αναμεταβιβάσουν τα δοθέντα σ' αυτούς λόγω γονικής παροχής στην πρώτη, δέχτηκε την αγωγή εν μέρει και κήρυξε διαρρηγμένες τις μεταβιβάσεις κατά το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, εκτιμώντας το δικόγραφο της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και δή μη περιεχόμενο στην αγωγή αίτημα διάρρηξης των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, αφού αφ' ενός μεν τέτοιο ρητό αίτημα διατυπώνεται στο ιστορικό της αγωγής (4η σειρά της έκτης σελίδας) αφ 'ετέρου δε στο αίτημα αναμεταβίβασης των μεταβιβασθέντων εμπεριέχεται, λογικά και νομικά το αίτημα της διάρρηξης των καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, ούτε επεδίκασε πλέον του αιτηθέντος, ούτε τέλος παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας αυτής, γι' αυτό και οι κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ. 8, 9 και 14 λόγοι αναίρεσης που εμπεριέχονται στον με στοιχείο Α λόγο αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Λόγoς αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση από το δικαστήριο του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης του εγγράφου, είτε θετικώς με την εσφαλμένη ανάγνωση κρισίμων σημείων αυτού, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων σημείων αυτού, και έτσι αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο που πράγματι δεν έχει ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου όπως έχει (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αποτυπώνεται σ΄ αυτό, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο ως αληθινό, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ο νόμιμος τρόπος τόσο της προβολής του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας όσο και της υποβολής του εγγράφου στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείo και τις εξής αιτιάσεις : α) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 79.046/2002 απόφασης του Πλημμελειοδικείου Αθηνών την οποία αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η πρώτη εξ αυτών δεν είχε ειδικό δόλο να βλάψει τον ενάγοντα με τη μεταβίβαση, λόγω γονικής παροχής στους δεύτερο και τρίτη, των περιουσιακών της στοιχείων (ακινήτων) που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου της πρώτης εναγομένης με τον ενάγοντα (2ος λόγος τελευταίο σκέλος) β) ότι με το να δεχθεί ότι η 3.730/1998 απόφαση του Εφετείoυ, με την οποία αναγνωρίστηκε η συμβολή του ενάγοντος στην απόκτηση από την πρώτη εναγομένη, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, των αναφερομένων σ' αυτή αποκτημάτων, τα οποία η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στους λοιπούς, αποτελεί τίτλο εκτελεστό, μολονότι με την απόφαση αυτή αναγνωρίζονταν η συμβολή του ενάγοντος στην απόκτηση των ακινήτων αυτών, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δικαστικής αυτής απόφασης (4ος λόγος πρώτο σκέλος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν στην αίτησή τους, ποίο το αληθινό περιεχόμενο του πρώτου των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων και ποίο το με την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο ως αληθινό, ούτε επίσης εκθέτουν ποιά ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ασκούσε η αναφορά από το εφετείο ότι η παραπάνω υπ' αριθμ. 3.730/98 απόφαση αποτελούσε τίτλο εκτελεστό.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα από τον αναιρεσείοντα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια τα διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση, αγωγής, ένστασης, αντένστασης, όχι δε και οι επουσιώδεις, μη νόμιμοι, και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει γιατί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 12/2004). Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αυτοτελή κατά την παραπάνω έννοια ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο και τις εξής αιτιάσεις : α) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους που προέβαλαν στο Εφετείο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος για διάρρηξη ως καταδολιευτικών των γενομένων από την πρώτη εναγομένη προς τους λοιπούς μεταβιβάσεων λόγω γονικής παροχής (Γ' λόγος κατά το οικείο μέρος) και β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της πρώτης εναγομένης ειδικός δόλος να βλάψει τον ενάγοντα με την μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων (Δ' λόγος κατά το οικείο μέρος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ο πρώτος μεν ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείoυ προκύπτει, ότι αυτό έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και τον απέρριψε ως αόριστο, ο δεύτερος δε, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός του εναγομένου για διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, διότι δεν είχε πρόθεση να βλάψει τα συμφέροντα του ενάγοντος δανειστή, δεν είναι αυτοτελής αλλά αποτελεί άρνηση της αγωγής, αφού ο ενάγων υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απαλλοτρίώση έγινε από τον οφειλέτη εναγόμενο με σκοπό τη βλάβη του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγος αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και ναι μεν το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του, με την έννοια να αναφέρει τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε, δεν υποχρεούται όμως να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους ζητήματος, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν με επίκληση τα μη ληφθέντα υπόψη, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικτικά μέσα ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει αν ο ισχυρισμός ήταν νόμιμος και προτάθηκε παραδεκτά και αν ήταν ουσιώδης με την έννοια ότι ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο απόδειξης είναι οι ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι ισχυρισμοί επουσιώδεις.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Β λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθμ. 3526/99 πρακτικά καταθέσεων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίoυ, την από ..... μήνυση του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτών για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, την υπ' αριθμ. 79.046/02 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, την εγγραφείσα με τις υπ' αριθμ. 10310/87 και 6646/90 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσημείωση υποθήκης, τις πρωτόδικες προτάσεις του εναγομένου και την υπ' αριθμ. 3730/98 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τα οποία αυτοί προσκόμισαν μετ' επικλήσεως στο Εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι "δεν υπήρξε σε μας ειδικός δόλος που απαιτείται κατά νόμο για τη διάρρηξη δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής αφού ίδιος ο αντίδικος με τη συμπεριφορά του ενεποίησε εις εμάς την πεποίθηση ότι έστεργε στη μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων" όπως επί λέξει αναφέρουν.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε ότι η μεταβίβαση των ακινήτων από την πρώτη εναγομένη στους λοιπούς λόγω γονικής παροχής έγινε από αυτή με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα, διότι αυτή εγνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση αυτών εστερείτο άλλων εμφανών περιουσιακών στοιχείων των οποίων θα μπορούσε να επιληφθεί ο ενάγων δανειστής, για την ικανοποίηση της εις βάρος της απαίτησης από τη συμμετοχή του στα αποκτήματα, αφού έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Από τη βεβαίωση αυτή του εφετείου, σε συνδυασμό και με την ανάλυση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που γίνεται στην απόφαση αυτή, στην οποία μάλιστα ειδικώς αναφέρεται η υπ' αριθμ. 79.046/02 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι η μεταβίβαση των ακινήτων από την πρώτη εναγομένη στους λοιπούς έγινε με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα, αφού έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται από τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, δεν αρκεί, κατ' αρχήν, μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκη από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς συνέπειες ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, που ανάγονται στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου, εφ' όσον όμως αυτή τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αντιβαίνει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 8/2001, 62/1990). Για να είναι ορισμένη η περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ένσταση του εναγομένου, προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής πρέπει να περιέχει την έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε αφενός μεν να παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να κρίνει αν τα επικαλούμενα με αυτή πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν, κατά το νόμο καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, αφετέρου δε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα να αμυνθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι οι τότε εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος, τoυ οποίου η αγωγή είχε απορριφθεί με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμά του προς διάρρηξη της γενομένης από την πρώτη εναγομένη προς τους δεύτερο και τρίτο μεταβίβασης των ακινήτων, για τη θεμελίωση δε της ένστασής τους αυτής επικαλούνται τα εξής :
α) ότι ο ενάγων στην από .... μήνυσή του κατ' αυτών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 79.046/02 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εξέθετε ότι, "θέλοντας να δώσω 5ιέξοδο στο πρόβλημα διατύπωσα άλλη μια φορά την πρότασή μου να δεχθεί (η μητέρα) να δώσουμε στα παιδιά μας με γονική παροχή όλο το ακίνητο με βεβαιωμένη δικαστικώς τη δική μου συμμετοχή σ' αυτό κατά 70% και κατά 30% δική της συμβολή", "μετά από όλα αυτά που προανέφερα πείστηκα ότι η σύζυγός μου ούτε να πληρώσει ήθελε ούτε να μου μεταβιβάσει το 70% της οικοδομής, ούτε και να συστήσει γονική παροχή στα παιδιά μας, με συμμετοχή δική μου κατά 70%" β) ότι ο ενάγων δεν μετέτρεψε την προσημείωση υποθήκης που είχε εγγράψει στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε, εντός τριμήνου από τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 3.730/78 απόφασης, γ) ότι ο ενάγων ως ιατρός του ΙΚΑ ελάμβανε κυρία σύνταξη 250.487 δραχμές και επικουρική 88.759 το μήνα, είχε δε δικαίωμα να λάβει σύνταξη και από το ΤΣΑΥ ποσού 339.448 δρχ.
το μήνα, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος υιός του ως υπάλληλος της Νομαρχίας Αθηνών λαμβάνει μισθό 244.900 και η δεύτερη 298.978 δρχ. το μήνα, στερούμενοι παντελώς άλλων πόρων και περιουσίας δ) ότι οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι (αποκτήσαντες) λόγω της ηλικίας τους είχαν ανάγκη αποκατάστασης η δε πρώτη ενάγουσα μητέρα τους (μεταβιβάσασα) ήταν υπερήλικας και ασθενής και δεν ήταν δυνατό να αναμένουν πότε ο ενάγων θα αποφασίσει να μεταβιβασθούν τα ακίνητα και με δική του συμφωνία.
Ότι συνεπεία όλων αυτών, όταν πλέον τελεσιδίκως είχε αναγνωρισθεί η συμβολή του ενάγοντος στα αποκτήματα κατά ποσοστό 70% η πρώτη εναγομένη προέβη στη μεταβίβαση με γονική παροχή στους δεύτερο και τρίτη των ακινήτων, πιστεύοντας ότι ο ενάγων δεν είχε αντίρρηση σ' αυτή δεδομένου ότι ο όρος που έθετε να αναγνωρισθεί και η δική του συμβολή είχε πλέον πραγματοποιηθεί.
Ότι εν όψει αυτών και της ηθικής υποχρέωσης του ενάγοντος έναντι των τέκνων τους η άσκηση του ασκουμένου από τον ενάγοντα δικαιώματος για διάρρηξη ως καταδολιευτικής γενομένης από την πρώτη εναγομένη στους δεύτερο και τρίτη μεταβίβασης είναι καταχρηστική και για το λόγο αυτό ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής.
Η ένσταση αυτή των εναγομένων είναι απορριπτέα, διότι και αληθινά υποτιθέμενα τα προς θεμελίωση αυτής πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν αυτά και μόνο καταστήσουν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική, γι' αυτό και το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ , απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από όσα για την εφαρμογή της απαιτούνται από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή, όπως αιτιώνται οι αναιρεσείoντες με τον υπό στοιχείο Γ' λόγο αναίρεσης, αποδίδοντας στο Εφετείo παραβίαση εμπίπτουσα στην από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ο οποίος κατά συνέπεια είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο ίδιος αυτός λόγος κατά το μέρος του που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, ως προς την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματoς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ή αόριστος.
Ο ίδιος λόγος ως προς το τελευταίο σκέλος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την αιτίαση στο Εφετείο, ότι χωρίς απόδειξη απέρριψε την ένστασή τους για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 10 λόγος αναίρεσης, όταν ο ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα ενώπιον του από τους διαδίκους έγγραφα, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα εξής: Ότι με την υπ' αριθμ. 3.730/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης από 7.5.1990 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, αναγνωρίστηκε, ότι ο τότε και τώρα ενάγων συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης συζύγου του κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατά ποσό 56.005.600 δραχμών ή ευρώ 164.359,79 και αναγνωρίστηκε ότι η τότε και τώρα πρώτη εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλλει για την αιτία αυτή το παραπάνω αναφερόμενο ποσό.
Ότι η εναγομένη, δώδεκα ημέρες μετά τη δημοσίευση της προαναφερόμενης, απόφασης του Εφετείου, με την οποία αναγνωρίστηκε η συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου, με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα και στερούμενη άλλης εμφανούς περιουσίας, με την υπ΄ αριθμ. ..... συμβολαιογραφική πράξη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ψωμαδοπούλου, νομίμως, μεταγραφείσας, αφενός μεν υπήγαγε στο σύστημα της οροφοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 οικοδομή της που είχε αναγείρει επί οικοπέδου της που βρίσκεται επί της οδού ......στην περιοχή Νέας Φιλοθέης, δημιουργώντας τρείς χωριστές ιδιοκτησίες (υπόγειο, πρώτο όροφο και δεύτερο όροφο καθώς και δικαίωμα του υψούν), αφετέρου δε με το ίδιο ατό συμβόλαιο, μεταβίβασε το μοναδικό αυτό περιουσιακό της στοιχείο με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα, που είχε εις βάρος της την άνω απαίτηση, στους δεύτερο και τρίτη εναγομένους τέκνα τους.
Ειδικότερα μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στο δεύτερο μεν εναγόμενο υιό τους τις χωριστές ιδιοκτησίες του υπογείου και ισογείου ορόφου, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 5.000.000 και 20.000.000 δραχμών αντιστοίχως, στην τρίτη δε εναγόμενη θυγατέρα τους την χωριστή ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου και το δικαίωμα του υψούν, αξίας, κατά τον αυτό ως άνω χρόνο 30.000.000 και 5.000.000 δραχμών αντιστοίχως.
Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο κήρυξε διαρρηγμένες τις άνω μεταβιβάσεις, κατά ένα μέρος και δή κατά το κλάσμα με αριθμητή την απαίτηση του ενάγοντος και παρανομαστή την όλη αξία των ιδιοκτησιών που μεταβιβάστηκαν (164.359,79/176.082,17 ευρώ). Με τον τελευταίο υπό στοιχείο Δ 'λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβιάσεων από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 , 11 και 19 ΚΠολΔ αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι η αξία του όλου μεταβιβασθέντος ακινήτου ανέρχονταν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (9.11.1999) στο παραπάνω ποσό των 60.000.000 δρχ.
ή ευρώ 176.082,17 ενώ με την υπ' αριθμ.1250/03 αμετάκλητη απόφαση του ιδίου εφετείου, που εκδόθηκε επί της αγωγής για τα αποκτήματα, η αξία μόνο των κτισμάτων καθορίστηκε το ποσό των 80.000.000 δραχμών, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους σχετικά με την αυξημένη ως άνω αξία του όλου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη τις παραπάνω υπ' αριθμ. 3.730/98 και 1.250/03 αποφάσεις του Εφετείoυ και χωρίς αιτιολογίες καθόρισε την αξία του όλου μεταβιβασθέντος ακινήτου στο παραπάνω ποσό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ισχυρισμοί οι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, όπως είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου με την αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος καταδολιευτικώς είναι μεγαλύτερη εκείνης που αναφέρεται στην αγωγή, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποκρούεται με την παραδοχή, εν όλω ή εν μέρει του αποτελούντος στοιχείο της βάσης της αγωγής ισχυρισμού του ενάγοντος, περί της αξίας του απαλλοτριωθέντος (Ολ.
ΑΠ 469/84). Κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη προκύπτει ότι το (εφετείο έλαβε υπόψη του τις άνω αποφάσεις, των οποίων γίνεται ρητή μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση. Απορριπτέος τέλος ως απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός και ως προς το τρίτο σκέλος του διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα λοιπά δε διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.02.2006 αίτηση των ......, ...... και ...... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9.073/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοvτες στα έξοδα του αναιρεσίβλητου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ