Supreme Court allows appeal against appellate court decision for failure to consider sworn witness statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's request to retry the case after the appellate court failed to consider specific sworn witness statements. The appellant had legally submitted these documents to prove the historical basis of their claim, but the appellate court dismissed the appeal without mentioning them. The court ruled that the appellate decision was flawed because it ignored evidence that was not refuted, making the appeal admissible and the case remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 580, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case to a different judge if the appellate court fails to consider evidence submitted by the parties that was not refuted, rendering the appeal admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1173 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1173/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Ν. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τριαντάφυλλο Σπάχο.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Ι. του Γ., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11575/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2426/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 9 Οκτωβρίου 2019 αίτηση της Β. Ν. κατά της Δ. Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2426/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (17.5.2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, η οποία και επισπεύδει τη συζήτηση, υπ` αριθμ 11573Ε'/27.11.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς Ε. Χ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ` αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως.
Συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή όχι επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ολ.
ΑΠ 8/2016). Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα,. Γι` αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.
Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1105/2015).
Επίσης, η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1461/2013).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 204/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και δη το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, αν και είχε, το πρώτον, νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου και είχε προσκομίσει τις υπ' αριθ.
…, … και …/…..2.2018 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Μ., Π. Γ. και Χ. Ζ., αντίστοιχα, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιά Χρήστου Γκορίτσα, προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής της και προς απόκρουση του ισχυρισμού της αντιδίκου ότι αρχικά με την FASHION AVENUE ΑΕΒΕ ή μετέπειτα με την FASHION FAITH LTD κατήρτισε άτυπη σύμβαση δικαιόχρησης με περιεχόμενο την άτυπη παραχώρηση άδειας χρήσης των ένδικων σημάτων "ALEXI ANDRIOTTI", ισχυρισμό τον οποίο δέχθηκε ως βάσιμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε την ένδικη αγωγή, και για τις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) η αναιρεσίβλητη είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προ δύο (2) εργασίμων ημερών, στις 12-2-2018, ως προκύπτει από την υπ' αριθ. 7303Ε'/12-2-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς Ε.
Χ. της από 9.2.2018 σχετικής κλήσης στην οποία αναφέρονταν το ένδικο μέσο που αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση της κατοικίας του κάθε μάρτυρα., παρά ταύτα το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη και δεν τις συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις ως προς τη βασιμότητα των άνω ισχυρισμών της, με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεσή της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠοΛΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αν και υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους και προσκόμισή τους με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, τις άνω ένορκες βεβαιώσεις, καίτοι αυτές είχαν ληφθεί με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, δηλαδή με την επίδοση στην αναιρεσίβλητη προ δύο (2) εργασίμων ημερών της από 9.2.2018 σχετικής κλήσης στην οποία αναφέρονταν το ένδικο μέσο που αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση της κατοικίας του κάθε μάρτυρα.
Συγκεκριμένα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του ως άνω Πρωτοβάθμιου Δικαστήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεώς του, τα οποία νομότυπα μετ' επικλήσεως προσκομίζονται, εκτιμώμενες καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς (μάρτυρες), τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσον της αποδείξεως (αρθρ. 336 περ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη κατ' άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".
Στη συνέχεια το Εφετείο εκτιμά τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν χωρίς να γίνεται μνεία στις άνω ένορκες βεβαιώσεις ή το περιεχόμενό τους και καταλήγει στην απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμης. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα επικαλέστηκε τις άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν ελήφθησαν υπόψη, αφού δεν μνημονεύονται καθόλου, ενώ ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο δεν καλύπτονται από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση στα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και εφόσον αυτές δεν αποκρούστηκαν από το Εφετείο, αποσκοπούσαν δε στην απόδειξη της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής της τότε ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και στην απόκρουση του άνω ουσιώδους ισχυρισμού της τότε εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, ο λόγος αυτός της αίτησης αναιρέσεως είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2426/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ