Legislator Case Law & Legislation
1173/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment on property ownership dispute in Greece.

Case Number 1173/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance court's decision rejecting her property ownership claim. The appellant argued that the lower court improperly considered unauthorized evidence and violated res judicata, but the court found these grounds inadmissible under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1, 571, 577 §3 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on inadmissible evidence or violation of res judicata are inadmissible if they do not fall within the specific grounds listed in Article 560.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible evidence res judicata violation property ownership Code of Civil Procedure legal costs dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 2 paragraph 2 of Law 510/1947
Law of 7/10/1946
Article 8 paragraph 2 of Law 510/1947
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 3 of Law 4335/2015
Articles 176, 180 paragraph 1, 183, 189, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 276 paragraph 1 and 281 paragraph 2 of Law 3463/2006
Article 285 of Law 3852/2010
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1173 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1173/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Μ. Ν. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Διακονή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων 1) Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αρβανιτόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) του Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ..." υπό την ιδιότητά του ως διαδόχου της τέως κοινότητας ... και εκπροσώπου της νυν Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας ... ..., νομίμως εκπροσωπουμένης από το Δήμαρχο αυτού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χριστοδουλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2010 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 7-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρπάθου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24/04/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 30/2017τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (μεταβατική έδρα Καρπάθου), που δίκασε ως Εφετείο και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφασή του αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας Μ. Ν. κατά της αριθμ.35/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, που είχε απορρίψει, ως ουσία αβάσιμη την εισαχθείσα ενώπιον του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της κατά των εναγομένων Γ. Δ. και Δήμου - ..., ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία). Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ν. 510 της 29/30 Δεκεμβρίου 1947 και το ν.δ της 7/10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού νόμου" εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ και ο Εισαγωγικός Νόμος ΑΚ. Με τη διάταξη δε του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω 510/1947 νόμου ορίστηκε ότι "αι περί κτηματολογίου ισχύουσαι εν Δωδεκανήσω διατάξεις διατηρούνται εν ισχύ".

Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι προβλέφθηκε, με την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο από τις 30-12-1947 η ενότητα του Αστικού Δικαίου μεταξύ της Δωδεκανήσου και της λοιπής Ελλάδος, με την παράλληλη διατήρηση σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, στη Δωδεκάνησο του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που θεσπίστηκε με το 132/1929 Κυβερνητικό Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, και ίσχυσε από την 1-9-1929.

Εξάλλου, με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του πιο πάνω Κτηματολογικού Κανονισμού διατηρείται καταρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες ,όπως είχε και το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο:

α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν,ανήκουν δε σ'αυτές μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρϊ) (γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες (ΑΠ 192/2019,1603/2018, 477/2016, 2077/2014).

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου1033ΑΚ, από τον οποίο προκύπτει ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμα αιτία , συμφωνία που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που κατά το άρθρο 1192 αρ.1 ΑΚ .υποβάλλεται σε μεταγραφή καθώς και των άρθρων 1041, 1042,1045 ,1051 και 974 ΑΚ, από τα οποία προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ1045),με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του, εκείνος δε που έχει στη νομή του με καλή πίστη, δηλαδή, που χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό επί μια τριετία και ακίνητο επί μια δεκαετία, αποκτά την κυριότητα του πράγματος με τακτική χρησικτησία(ΑΚ1041).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 , ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 994/2019).Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείου Ρόδου ,που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-11-2005 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου ...

Ζ. Ρ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (Τόμος …,

Αριθμός ...), απέκτησε από την Μ. Ν., ένα ακίνητο (οικόπεδο), που βρίσκεται εντός του συνεκτικού τμήματος του οικισμού της Κοινότητας ... ..., εμβαδού 29,21 τ.μ., όπως εμφαίνεται μεταξύ των στοιχείων Α... στο από Ιούλιος 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Π. Κ., που επισυνάπτεται στην αγωγή. Δυνάμει της υπ' αριθμ.

…2009 οικοδομικής άδειας, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2009, οικοδομικές εργασίες στο οικόπεδο αυτό, βοηθούμενη από τον πατέρα της, Β. Ν., για την κατασκευή διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο και πρώτο όροφο με εξωτερική κλίμακα της οποίας η θέση προβλέπεται εντός του επιδίκου χώρου και προχώρησε σε σκαπτικές εργασίες εντός του επιδίκου.

Ο πρώτος των εναγομένων, προέβη στην από 3/8/2009 καταγγελία του προς το Πολεοδομικό Γραφείο ... και άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την με αριθμό κατάθεσης 31/2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ισχυριζόταν ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο και ζητούσε να αναγνωριστεί σ' αυτόν το δικαίωμα ελεύθερης και ακώλυτης χρήσης του και να υποχρεωθεί η ενάγουσα και ο ομόδικος αυτής στην συνεκδικαζόμενη, με την επίδικη, αγωγή στην πρωτοβάθμια δίκη, ως άνω, Β.

Ν., να απομακρύνουν από τον χώρο αυτό τα οικοδομικά και τα πάσης φύσεως υλικά. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, η Κοινότητα ... ..., άσκησε προφορικώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του. Επί της τελευταίας αιτήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 29/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η αίτηση και απορρίφθηκε η παρέμβαση.

Περαιτέρω, ύστερα από την από 7/2/2000 αίτηση του Β. Ν., το κοινοτικό συμβούλιο ... εξέδωσε την με αριθμό 17/ 2000 απόφασή του, με την οποία χαρακτήριζε το επίδικο ως κοινοτικό χώρο. Με τις με αριθμούς …9-7-2009, εξετάζοντας την με ημερομηνία 10-6-2009 αίτηση του πρώτου των εναγομένων και …4-11-2009, κατόπιν της από 26/10/2009 αιτήσεως του Β.

Ν., αποφάσεις του, εξακολουθούσε να χαρακτηρίζει το επίδικο ως κοινοτικό χώρο. Περαιτέρω και από τις φωτογραφίες που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, στις οποίες αποτυπώνεται ο επίδικος χώρος και η εφαπτόμενη σ' αυτόν κοινοτική κλίμακα και οι οποίες έχουν ληφθεί προ πάσης ενάρξεως εργασιών και επεμβάσεων στον επίδικο χώρο από την ενάγουσα, αποδείχθηκε ότι, το επίδικο εδαφικό τμήμα ήταν ως επί το πλείστον βραχώδες και ανώμαλο, γεμάτο στιβαγμένες πέτρες και άλλα υλικά, φέρον απότομη κλίση και υψομετρική διαφορά 2-3 μέτρων από την αυλή ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων.

Οι πέτρες είχαν τοποθετηθεί από πολλών δεκαετιών στο επίδικο τμήμα, προκειμένου να κατασκευαστεί εκεί από την κοινότητα κοινοτικός φούρνος, εγχείρημα όμως το οποίο τελικά εγκαταλείφθηκε. Αυτό προκύπτει τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στην επ' ακροατηρίω διαδικασία επιμέλεια του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος κατέθεσε ότι ο Γ.

Π., κάτοικος της περιοχής, αποβιώσας ήδη προ του έτους 1950, είχε τοποθετήσει τις πέτρες στο επίδικο ώστε να χτίσει κοινοτικό φούρνο, όσο και από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...16-12-2009 έγγραφο της κοινότητας ..., σε απάντηση προσφυγής του Β. Ν. απευθυνόμενης στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, εναντίον της ως άνω υπ' αριθμ.

…2009 απόφασης του κοινοτικού συμβουλίου .... Το εγχείρημα κατασκευής του εν λόγω κοινοτικού φούρνου εν τέλει δεν ολοκληρώθηκε, διότι αντέδρασαν οι ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων επειδή θα τους ενοχλούσε ο καπνός. Από τη βραχώδη, κατά το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους, μορφολογία του επιδίκου και την αποτομη ανηφορική του κλίση, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε, καθώς και από το διαφορετικό υψομετρικό επίπεδο σε σχέση με την όμορη κοινοτική σκάλα, καθώς βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο από αυτήν, προέκυψε ότι δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και δεν χρησιμοποιήθηκε ως χώρος διέλευσης των κατοίκων των γειτονικών ιδιοκτησιών και γενικότερα των κατοίκων της κοινότητας.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο. Μόνη η χωρίς όρκο εξέταση του Β. Ν., διαδίκου, στην συνεκδικασθείσα με την επίδικη, αγωγή, ο οποίος κατέθεσε ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας τοποθετούσε στο επίδικο τα φρύγανά της και δεν αναφέρθηκε σε καμία άλλη πράξη νομής δεν αρκεί για το σχηματισμό περί αντιθέτου κρίσης.

Άλλωστε και από την ίδια αυτή κατάθεση, προέκυψε ότι το επίδικο ήταν σπήλιος, βράχος, δεν ήταν διαμορφωμένο και ήταν άβατο, ενώ από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, στην ως άνω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, Β. Κ., μέλους του κοινοτικού συμβουλίου, όταν εξεδόθη η ως άνω με αριθμό 17/2Θ00 απόφαση, και περιλαμβάνεται στα πρακτικά της ως άνω δίκης, το οικόπεδο ήταν εγκαταλειμμένο και η Μ.

Ν., δικαιοπάροχος της ενάγουσας, δεν έκανε καμία πράξη νομής στο επίδικο, ενώ άφηνε τα φρύγανά της, δίπλα από τις πέτρες, δηλαδή, εκτός του επιδίκου. Επιπροσθέτως και από τις ως άνω αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου, προέκυψε ότι το επίδικο ήταν αδιαμόρφωτος χώρος ιδιοκτησίας της κοινότητας, τον οποίο σκόπευε να εξωραΐσει.

Το γεγονός ότι σε όλες τις σχετικές με το επίδικο αποφάσεις, αυτό φέρεται να αναφέρεται με εμβαδό 2,5 τ.μ., εξηγείται από το γεγονός ότι δεν το εμβαδομέτρησαν με επιτόπια αυτοψία, άλλα ήταν γνωστή η τοποθεσία του επιδίκου, η οποία και δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους, οι οποίοι συναινούν στο ότι το επίδικο είναι εκτάσεως 8,70 τ.μ.

Το συμπέρασμα αυτό, δεν αναιρείται από την με ημερομηνία 4/9/2002 βεβαίωση του τότε κοινοτάρχη Μ. Π. επί του τοπογραφικού διαγράμματος κάλυψης του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ., ότι δεν καταλαμβάνεται κοινόχρηστος χώρος και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το επίδικο είναι αδιαμόρφωτος κοινοτικός χώρος. Εξάλλου, όπως προκύπτει κα από την ως άνω υπ' αριθμ. ...16-12-2009 απόφαση της κοινότητας ..., η ως άνω βεβαίωση του κοινοτάρχη, δεν μπορούσε να ακυρώσει την απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου περί του χαρακτηρισμού κάποιου χώρου ως κοινοτικού.

Το αυτό, ήτοι το ότι το επίδικο ακίνητο, είναι κοινοτικό, εδέχθη (με δύναμη δεδικασμένου) και η υπ' αριθμ. τελεσίδικη 2/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο, δικάζοντας την από 20/1/2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1/7-2-2014 έφεση που άσκησε ο ενάγων της συνεκδικασθείσας με την επίδικη, αγωγής, κατά της εκκαλουμένης, απέρριψε την έφεσή του.

Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, οι αιτιολογίες της οποίας επιτρεπτώς συμπληρώνονται και αντικαθίστανται εν μέρει, μέσω της παρούσας αποφάσεως, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους έφεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι στο επίδικο οικοπεδικό τμήμα , εμβαδού 8,70 τ.μ., που βρίσκεται εντός της τοπικής κοινότητας ... του Δήμου ..., δεν έγινε κυρία η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος με αριθμό ...2005 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...Ζ.

Ρ., καθόσον η άμεση δικαιοπάροχος της, δωρήτρια, Μ. Ν. δεν ήταν κυρία τούτου, κατά το χρόνο της μεταβίβασής του σ'αυτήν, αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο, (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία), καθόσον η ανωτέρω δικαιοπάροχος της , ποτέ δεν χρησιδέσποσε στο επίδικο, έτσι, ώστε, στο πρόσωπο της (ενάγουσας) με τον συνυπολογισμό και του χρόνου χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της, να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία χρόνος, 10ετία με καλή πίστη για την τακτική χρησικτησία και 20ετία, για την έκτακτη χρησικτησία.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε, ως ουσία αβάσιμη, την ένδικη αγωγή) επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, που έκρινε δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που θεσπίστηκε με το 132/1929 Κυβερνητικό Διάταγμα, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής , καθώς επίσης από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης, η αγωγή και οι σχετικές, με την κτήση κυριότητας της ενάγουσας , παραδοχές της ερείδονται στις αναφερόμενες στην μείζονα πρόταση διατάξεις των άρθρων 1033, 1041,1045και 974 του ΑΚ, και όχι σε εκείνες του πιο πάνω Κτηματολογικού Κανονισμού και του Οθωμανικού Δικαίου.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 1α, του άρθρου 560 ΚΠολΔ, (και όχι 559 που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) την συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), β) τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο), επικαλούμενη επί λέξη ότι διαλαμβάνει "εντελώς ελλιπείς ή και αντιφατικές αιτιολογίες", παραπέμποντας ,μόνο, στις παραδοχές που αναφέρει στον πρώτο αναιρετικό λόγο και όχι σε κανόνα δικαίου και,ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της, αναφέροντας, κατά λέξη τα εξής: " Η πληττόμενη δευτεροβάθμια δέχθηκε (3ο φύλλο οπίσθια όψη): "Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ...

προέκυψε ότι ...το οικόπεδο ήταν εγκαταλειμμένο και η Μ. Ν. δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν έκανε καμία πράξη νομής στο επίδικο, ενώ άφηνε τα φρύγανά της, δίπλα από τις πέτρες, δηλαδή εκτός του επιδίκου" ενώ ταυτόχρονα αμέσως παρακάτω δέχθηκε "Επιπροσθέτως και από τις ως άνω αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου προέκυψε ότι το επίδικο ήταν αδιαμόρφωτος χώρος ιδιοκτησίας της κοινότητας τον οποίο σκόπευσε να εξωραΐσει", παραδοχές και αντίστοιχη αιτιολογία που ενέχουν πλείστες αντιφάσεις και ελλείψεις, σε σχέση με το κρίσιμο αποδεικτέο ζήτημα της άσκησης νομής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου μου, το χρόνο νομής της οποίας επικαλέστηκα κατά προσαύξηση της δικής μου".

Ο ανωτέρω λόγος, ως προς τις άνω αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, καθώς επίσης, δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο, όλως, περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές αυτής, σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ).

Επίσης, η προσβαλλομένη, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της, διαλαμβάνει την παραδοχή ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας τοποθετούσε φρύγανα "εκτός " και όχι "εντός" του επιδίκου, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποδίδοντας στην προσβαλομένη ότι "δεν αιτιολογεί γιατί αυτή η πράξη νομής( εναπόθεση φρυγάνων), η οποία δεν αντικρούεται ,δεν επαρκεί για την κατάφαση της νομής χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της".

Συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του.

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).

Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνοι των αριθμών 11 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" και 16"αν το δικαστήριο,, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο".

Με τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 11περ. α' και 16, αντίστοιχα, του άρθρου559 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, με τον 3ο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και, συγκεκριμένα, τις αριθμ.

…2000, …2009 και ….2009 αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου και το με αριθμ. πρωτ. ...2009 έγγραφο της κοινότητας ... ..., με τα οποία το επίδικο χαρακτηρίζεται ως κοινοτικός χώρος και με τον 4ο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι, κατέληξε στην παραδοχή ότι το επίδικο είναι κοινόκτητο δεχόμενο, κατά παράβαση του νόμου, την ύπαρξη δεδικασμένου από την 2/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρπάθου, που δίκασε ως Εφετείο.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι επικαλούμενες με αυτούς πλημμέλειες , οι οποίες θεμελιώνουν τους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους, δεν εμπίπτουν σε κάποιον από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε' ΚΠολΔ) όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν, και κατέθεσαν, χωριστές, προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, ως προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο ..., κατ' άρθρα 276παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" σε συνδ.

με το άρθρ. 285 του Ν. 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης) και αυτά σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (ΑΠ1152/2019,2002/2017), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.04.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου( μεταβατική έδρα Καρπάθου),που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Δ. και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο ....

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ