1173/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Legislator headnote
AI generated1173/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1173 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1173/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Καρταλτζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 17909/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 681/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να τη δικαιολογήσει.
Αντίθετα, ο εργαζόμενος, προβάλλοντας ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και βέβαια, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως εργασίας.
Αλλά και όταν ακόμη αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).
Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (πρβλ.
ΑΠ 184/2015). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσεως εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος).
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφ' όσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 904/2012).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, διατηρεί και εκμεταλλεύεται καταστήματα εμπορίας τροφίμων και ειδών οικιακής χρήσεως (σούπερ μάρκετ), σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, με έδρα της δραστηριότητάς της τη ….
Ότι η ενάγουσα, εκεί εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, είχε προσληφθεί από την εναγομένη την 24-9-2001, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι την 23-11-2001, για να απασχοληθεί ως υπάλληλος-πωλήτρια, στο κατάστημα που εκείνη διατηρεί στον …. Ότι στη συνέχεια, η σύμβαση παρατάθηκε σιωπηρά και κατέστη αορίστου χρόνου, οπότε η ενάγουσα απασχολήθηκε διαδοχικά στο κατάστημα του … και, από 1-2-2009, στο κατάστημα της …, με τελευταίες, μικτές, μηνιαίες αποδοχές 1.035,33 ευρώ.
Ότι η εργασία της ενάγουσας συνίστατο στην καθαριότητα του χώρου του καταστήματος, στο γέμισμα των ραφιών, στην προετοιμασία του μανάβικου, στην προετοιμασία των προϊόντων εβδομαδιαίων προσφορών (ΠΕΠ, για την οποία είχε λάβει ειδική εκπαίδευση, καθώς δεν συμμετείχαν σ' αυτήν όλοι οι εργαζόμενοι) και στο ταμείο.
Ότι άμεσος προϊστάμενος της ενάγουσας ήταν ο εκάστοτε διευθυντής του καταστήματος και, μετά από αυτόν, ο εκάστοτε επιθεωρητής του καταστήματος. Ότι η ενάγουσα, ήδη από το έτος 2010, υπέπεσε επανειλημμένα σε παραπτώματα κατά την εκτέλεση της εργασίας της, αν και γνώριζε τη συμβατική της υποχρέωση να εργάζεται με προσοχή και επιμέλεια, έτσι, ώστε να συμβάλλει στην αποδοτικότητα της επιχείρησης.
Ότι, ειδικότερα, την 1-10-2010, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως ταμία, η ενάγουσα παρουσίασε έλλειμμα ποσού 204,26 ευρώ. Ότι για το λόγο αυτό συντάχθηκε αρμοδίως και γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν εκ μέρους της εναγομένης η από 8-10-2010 έγγραφη επίπληξη. Ότι ακολούθως, την 14-1-2012, ημέρα κατά την οποία η ενάγουσα ήταν "υπεύθυνη φρεσκάδας" στο κατάστημα, αυτή δεν πραγματοποίησε σωστό ποιοτικό έλεγχο στο τμήμα μαναβικής με αποτέλεσμα να εντοπιστούν (αμέσως, μάλιστα, μετά το πέρας του ελέγχου που είχε κάνει) σάπια προϊόντα, ακατάλληλα προς πώληση.
Ότι για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από 14-1-2012 έντυπο κριτικής συζήτησης. Ότι την ίδια ημέρα και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως ταμία, η ενάγουσα υπέπεσε σε δεύτερο παράπτωμα, καθώς παρέδωσε το ταμείο της με έλλειμμα ποσού 10,67 ευρώ, οπότε συντάχθηκε αυθημερόν δεύτερο έντυπο κριτικής συζήτησης. Ότι την 9-2-2012, ημέρα κατά την οποία η ενάγουσα ήταν "υπεύθυνη φρεσκάδας" στο κατάστημα, αυτή υπέπεσε και πάλι στο ίδιο παράπτωμα, μη πραγματοποιώντας ορθό ποιοτικό έλεγχο στο τμήμα μαναβικής, με αποτέλεσμα να εντοπιστούν ακατάλληλα προς πώληση προϊόντα και, συγκεκριμένα, μουχλιασμένα λεμόνια, πράσινες πατάτες και σάπια αγγούρια, οπότε συντάχθηκε και γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν εκ μέρους της εναγομένης η από 9-2-2012 έγγραφη επίπληξη.
Ότι λόγω των ανωτέρω παραπτωμάτων της ενάγουσας, την 30-4-2012, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, πλην όμως, λίγες ημέρες αργότερα και μετά την παρέμβαση του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων, την 7-5-2012, ανακάλεσε την καταγγελία με την προοπτική συμμόρφωσης της ενάγουσας στα καθήκοντά της και στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εναγομένης.
Ότι παρ' όλα αυτά, η ενάγουσα επέδειξε μόνο πρόσκαιρη προσπάθεια συμμόρφωσης, καθώς, στη συνέχεια, υπέπεσε σε νέα παραπτώματα. Ότι ειδικότερα, μετά την ανάκληση της απολύσεώς της, η ενάγουσα τοποθετήθηκε στο τμήμα των προϊόντων εβδομαδιαίας προσφοράς (ΠΕΠ), δηλαδή συγκεκριμένων προϊόντων που διατίθενται σε σταθερές ημέρες με χαμηλές τιμές, έχοντας δεχθεί ειδική εκπαίδευση.
Ότι από τους προϊσταμένους της διαπιστώθηκε πως η ενάγουσα εκτελούσε την εργασία της στο τμήμα αυτό με σχετική καθυστέρηση και με λάθη, όπως εσφαλμένη τοποθέτηση προϊόντων κάτω από ετικέτες με άλλη περιγραφή και διαφορετική τιμή. Ότι το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με συχνές απουσίες της για μη αμφισβητούμενους λόγους υγείας, οι οποίες αναγγέλλονταν αιφνιδίως και δημιουργούσαν πρόβλημα στην αντικατάστασή της και στην εύρυθμη λειτουργία του τμήματος, οδήγησε το διευθυντή του καταστήματος Κ.
Ζ. να της αφαιρέσει τα καθήκοντα που είχε στο τμήμα των ΠΕΠ και να την τοποθετήσει αποκλειστικά στο ταμείο. Ότι την 7-12-2012 και την 18-12-2012, η ενάγουσα, εργαζόμενη στη θέση του ταμία του καταστήματος, εμφάνισε και πάλι πρόβλημα στη διαχείριση και, συγκεκριμένα, εμφάνισε κατά μεν την πρώτη ημερομηνία πλεόνασμα ποσού 38,07 ευρώ, κατά δε τη δεύτερη έλλειμμα ποσού 23,75 ευρώ.
Ότι το ταμειακό πλεόνασμα έχει ιδιαίτερη απαξία για την εναγομένη, καθώς προκαλείται σε βάρος των πελατών της και έχει δυσμενείς συνέπειες στη φήμη της. Ότι για τα ανωτέρω παραπτώματα συντάχθηκε και γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα εκ μέρους της εναγομένης η από 27-12-2012 έγγραφη επίπληξη. Ότι, παράλληλα με τις ανωτέρω έγγραφες συστάσεις και επιπλήξεις, γίνονταν από τους προϊσταμένους της επανειλημμένες προφορικές συστάσεις και προειδοποιήσεις και δίδονταν οδηγίες για τη βελτίωσή της, ώστε να μην επαναληφθούν τα ίδια παραπτώματα.
Ότι παρά ταύτα, η ενάγουσα ουδεμία διάθεση συμμόρφωσης επιδείκνυε, θεωρώντας και αντιτείνοντας ότι η ίδια εκτελεί προσηκόντως τα καθήκοντά της και ότι όλες οι προαναφερθείσες ενέργειες πειθαρχικού ελέγχου εντάσσονται στο πλαίσιο ψυχολογικού εκβιασμού από τους προϊσταμένους σε βάρος της. Ότι χαρακτηριστική ένδειξη της εν λόγω στάσεως της ενάγουσας αποτελεί η επιφύλαξη που διατύπωσε για την από 27-12-2012 έγγραφη επίπληξη, όπου σημειώνει "Παραλαμβάνω την επίπληξη χωρίς να θεωρώ ότι είναι προϊόν δικής μου πραγματικής δύσρυθμης ταμειακής λειτουργίας.
Από το Μάιο που έγινε ανάκληση της απόλυσής μου, δέχομαι ψυχολογικό εκφοβισμό (mobbing) από την προϊσταμένη αρχή μου, με αποτέλεσμα να δυσκολεύει η εργασία μου. Εξ άλλου, ο καθένας που αναλαμβάνει ένα ταμείο, είναι απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο να υποπέσει σε κάποια σφάλματα. Πόσο μάλλον εγώ που βίωσα μια άδικη απόλυση και έκτοτε βρίσκομαι στο ''μικροσκόπιο'' για την παραμικρή μου κίνηση.
Παίρνω την επίπληξη, χωρίς να συμφωνώ με το περιεχόμενό της, πιστεύοντας πως αν υπάρχει εργασιακή δικαιοσύνη πάνω από τα στενά όρια του … καταστήματος, θα αποδοθεί", ενώ, στη συνέχεια, διαμαρτυρήθηκε προς το διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης, Μ. Φ., για την αποκλειστική απασχόλησή της στο ταμείο. Ότι, παράλληλα, εξακολούθησε να επιδεικνύει αμελή συμπεριφορά στην εκτέλεση των καθηκόντων της και να εμφανίζει συνεχή λάθη στη διαχείριση του ταμείου και, ειδικότερα, την 5-1-2013 έλλειμμα ποσού 12,84 ευρώ, την 9-1-2013 έλλειμμα ποσού 6,79 ευρώ, την 23-1-2013 πλεόνασμα ποσού 12,14 ευρώ, την 31-1-2013 έλλειμμα ποσού 5,31 ευρώ και την 4-2-2013 έλλειμμα ποσού 8,52 ευρώ.
Ότι ακολούθως, την 22-2-2013, ο ανωτέρω διευθυντής του καταστήματος παρέδωσε στην ενάγουσα το προβλεπόμενο από τον κανονισμό φύλλο αξιολόγησής της για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 μέχρι 22-2-2013, προκειμένου να αξιολογήσει, όπως προβλεπόταν, πρώτα εκείνη τον εαυτό της στους διάφορους τομείς αρμοδιοτήτων, που καταγράφονται στο εν λόγω φύλλο.
Ότι η ενάγουσα, εξακολουθώντας να επιδεικνύει αντισυμβατική συμπεριφορά, αρνήθηκε να αυτοαξιολογηθεί σε τομείς άλλους, πέραν αυτού της διαχείρισης του ταμείου, παρά το γεγονός ότι οι προς αξιολόγηση τομείς της ευελιξίας, της συνέπειας, της αξιοπιστίας, της ευγένειας και εξυπηρετικότητας προς τους πελάτες και τους υπόλοιπους συνεργάτες της, του ομαδικού πνεύματος για εργασία, της προθυμίας για βοήθεια και της εμφάνισης, που περιλαμβάνονται στο ανωτέρω έντυπο, αφορούν και στους εργαζόμενους στο ταμείο της επιχείρησης.
Ότι αντίθετα, αυτή αξιολόγησε τον εαυτό της μόνο στον τομέα διαχείρισης του ταμείου, όπου έθεσε την ένδειξη "Α", παραλείποντας να συμπληρώσει τους υπόλοιπους τομείς και διατυπώνοντας πάλι έγγραφη επιφύλαξη στην οποία αναφέρει "Αδυνατώ να αξιολογήσω τον εαυτό μου για πρακτικούς λόγους. Στο διάστημα, για το οποίο αξιολογούμαι, έχει προηγηθεί η άδικη απόλυσή μου και η ανάκληση αυτής.
Με την επιστροφή μου στη δουλειά, μού αφαιρέθηκαν όλες οι αρμοδιότητες, που ως τότε είχα, και απασχολήθηκα από τον προϊστάμενό μου αποκλειστικά και μόνο στον ταμειακό τομέα. Η αφόρητη ψυχολογική βία κι ο εκφοβισμός που δέχτηκα από την πλευρά τής πειθαρχικά προϊσταμένης μου κας Μ., έχουν ως αποτέλεσμα δύο (2) ταμειακές διαφορές σε διάστημα έξι (6) μηνών, για τις οποίες δέχτηκα γραπτή επίπληξη.
Παράλληλα, όμως, η ταμειακή μου παραγωγικότητα ήταν κατά πολύ ανώτερη του προβλεπομένου κατώτερου ποσοστού /ορίου παραγωγικότητας. Ως εκ τούτου, στο συγκεκριμένο τομέα, αξιολογώ τον εαυτό μου με Α. Ευελπιστώ δε, πως στο επόμενο εξάμηνο θα μου δοθεί εκ νέου η δυνατότητα να συμμετέχω και πάλι σε όλους τους τομείς, για τους οποίους έχω εκπαιδευτεί τα τελευταία έντεκα (11) χρόνια από την εταιρεία μας".
Ότι κατόπιν αυτών, η ενάγουσα αξιολογήθηκε δυσμενώς από το διευθυντή του καταστήματος, στο οποίο εργαζόταν. Ότι η ως άνω συμπεριφορά της ενάγουσας ήταν αντίθετη προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις και τις προς αυτήν δοθείσες οδηγίες της εναγομένης. Ότι με τον τρόπο αυτό κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπο της ενάγουσας και διαταράχθηκε η προηγούμενη καλή συνεργασία τους.
Ότι η λήψη ηπιότερων μέτρων ή η επιβολή κάποιας πειθαρχικής ποινής, όπως η προφορική ή γραπτή παρατήρηση και η γραπτή επίπληξη, που προβλέπονται από τον κανονισμό της εναγομένης, δεν θα ήσαν επαρκή μέσα για την ομαλοποίηση της σχέσεως των διαδίκων, διότι αυτά είχαν προηγηθεί επανειλημμένα χωρίς να τελεσφορήσουν.
Ότι την 27-2-2013, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και κατέβαλε στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι, τέλος, στη διενέργεια της καταγγελίας η εναγομένη δεν επηρεάσθηκε από το γεγονός ότι η ενάγουσα επρόκειτο να είναι για πρώτη φορά υποψήφια στις αρχαιρεσίες, που θα γίνονταν την 10-3-2013 για την ανάδειξη διοίκησης στο επιχειρησιακό σωματείο, καθ' όσον οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους συμμετέχουν στα σωματεία αυτά, χωρίς να έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε εκδικητική συμπεριφορά της εναγομένης προς τους εργαζομένους, που έχουν συνδικαλιστική δράση.
3. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας δεν έγινε από λόγους εκδίκησης ή προκατάληψης, ότι η διενέργειά της από την εναγομένη δεν υπερβαίνει [και, μάλιστα, προφανώς] τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας και ότι ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η λύση της συμβάσεως εργασίας ουδεμία παράνομη και αντικειμενική προσβολή επέφερε στην προσωπικότητα της ενάγουσας. Γι' αυτό και έκανε δεκτή την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά τη γνώμη, λοιπόν, που επικράτησε στο δικαστήριο, με την κρίση αυτή, το μονομελές εφετείο με επαρκείς και χωρίς κενά ή αντιφάσεις ουσιαστικές παραδοχές εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω και προεχόντως αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους, κατ' ορθή ανάγνωση, υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους, πλήττονται απαράδεκτα οι αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
4. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ευφημίας Λαμπροπούλου, το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη του δικαιώματος της εναγομένης για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας.
Τούτο διότι, ενώ δέχθηκε ότι πριν από την ένδικη καταγγελία, η οποία έλαβε χώρα στις 27-2-2013, είχε προηγηθεί και άλλη στις 30-4-2012, την οποία ανακάλεσε η εναγομένη στις 7-5-2012 μετά από παρέμβαση του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων της, καθώς και ότι η ενάγουσα ήταν υποψήφια στις αρχαιρεσίες που θα γίνονταν στις 10-3-2013 για την ανάδειξη διοικήσεως του ίδιου σωματείου (γεγονότα τα οποία ήσαν ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστικότητα της ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως) θεώρησε επαρκή, για να καταλήξει στο αντίθετο αποτέλεσμα, τα μεταγενέστερα της πρώτης καταγγελίας γεγονότα ότι η ενάγουσα α) δέχθηκε έγγραφη επίπληξη από τους προϊσταμένους της διότι υπέπεσε σε λάθη στη διαχείριση του ταμείου, ήτοι εμφάνισε ελλείμματα και πλεονάσματα των αναφερομένων μικρών ποσών και β) διατύπωσε στο έγγραφο της επιπλήξεως και στο φύλλο της αξιολογήσεώς της τη διαμαρτυρία της για το ότι, μετά την ανάκληση της πρώτης καταγγελίας, της είχαν αφαιρεθεί αρμοδιότητες που είχε προηγουμένως και της είχαν ανατεθεί μόνο καθήκοντα ταμία, κατόπιν τούτου δε αξιολογήθηκε δυσμενώς από το διευθυντή του καταστήματος στο οποίο εργαζόταν.
Τα γεγονότα όμως αυτά δεν ήταν επαρκή για να άρουν την καταχρηστικότητα της καταγγελίας, διότι τα μεν ελλείμματα και πλεονάσματα μικρών ποσών δεν είναι ασυνήθη σε ταμεία επιχειρήσεων όπως αυτή της εναγομένης, οι δε διαμαρτυρίες της ενάγουσας αποτελούσαν ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός.
5. Κατά το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός δημιουργείται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι αν κρίνει περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1287/2014).
Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την εκδοχή ότι αποδόθηκε μεγαλύτερη αξιοπιστία στα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εναγομένη, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, προκειμένου να καταλήξει στις ουσιαστικές παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κρίση του διαμορφώθηκε "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [...], από τις …/25-2-2014, …/27-2-2014 και …/9-11-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που προσκομίζονται από την ενάγουσα και την …/25-2-2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που προσκομίζεται από την εναγομένη, οι οποίες συντάχθηκαν [νομότυπα], από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα µετ' επικλήσεως έγγραφα [...] και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής".
Επομένως, ο πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη οι ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε η ενάγουσα, καθώς και πιστοποιητικό που αποδείκνυε το πρόβλημα υγείας που είχε (ΚΠολΔ 559 αρ.11 περ. γ'), είναι αβάσιμος, αφού οι μεν ένορκες βεβαιώσεις μνημονεύονται ρητώς, οι δε λόγοι υγείας που υποχρέωναν την ενάγουσα να απουσιάζει συχνά κρίθηκαν ειλικρινείς.
6. Με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του ότι δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα προταθέντα (ΚΠολΔ 559 αρ.8). Ως "πράγματα", όμως, παρατίθενται κατά την προσωπική εκδοχή της ενάγουσας τα περιστατικά, τα οποία αποδίδουν την εξέλιξη της δυσαρμονίας μεταξύ της ίδιας και των διευθυνόντων υπαλλήλων της εναγομένης, που ασκούσαν εποπτεία κατά την παροχή της εργασίας της. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία δεν έχουν αυτοτέλεια ούτε ως επί μέρους συνιστώσες καταχρήσεως κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το μονομελές εφετείο ερεύνησε τη βασιμότητα των περιστατικών αυτών και αποφάνθηκε με τον τρόπο που ήδη έχει εκτεθεί κατά την παράθεση των ουσιαστικών του παραδοχών.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 681/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ