1173/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1173/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 1010 ΑΚ, αν ο κύριος ακινήτου ανεγείροντας πάνω σ' αυτό οικοδομή,την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο και ο κύριος του γηπέδου δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος, το δικαστήριο μπορεί, κατά εύλογη κρίση, να επιδικάσει την κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε στον κύριο του ακινήτου που οικοδομήθηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1173 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1173/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Π. συζ. Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Παστραφίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-2-2009 αίτησή της και με τους από 22-2-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους αριθμούς 1,2,4,5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (OλΑΠ 45/1987). Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, εάν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος, της αναίρεσης, όπως ορθά εκτιμάται, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την τελεσίδικη 46/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία επιβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη και τον σύζυγό της η υποχρέωση για κατεδάφιση τμήματος της οικοδομής τους που ανεγέρθηκε επί της αντίστοιχης εδαφολωρίδας του οικοπέδου της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
II. Κατά το άρθρο 1010 ΑΚ, αν ο κύριος ακινήτου ανεγείροντας πάνω σ' αυτό οικοδομή,την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο και ο κύριος του γηπέδου δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος, το δικαστήριο μπορεί, κατά εύλογη κρίση, να επιδικάσει την κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε στον κύριο του ακινήτου που οικοδομήθηκε.
Η επιδίκαση γίνεται έναντι καταβολής της αξίας του γηπέδου κατά το χρόνο της κατάληψης του και αποκατάστασης κάθε άλλης ζημίας, ιδίως από την τυχόν μείωση του υπολοίπου. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία ουδεμία γίνεται διάκριση μεταξύ αστικών ή αγροτικών ακινήτων και η οποία ως εκ τούτου εφαρμογήν έχει και επί των δύο, προκύπτει ότι όροι για την επιδίκαση του, με την επέκταση της οικοδομής, καταληφθέντος γειτονικού γηπέδου είναι: 1) ανέγερση οικοδομής, ως τοιαύτης νοούμενης οικοδομής νέας, ενιαίας και αυτοτελούς, ως και αυτοτελές οικοδόμημα αποτελούσης επεκτάσεως ή προσθήκης σε υπάρχουσα οικοδομή, 2) κυριότητα του ανεγείροντος την οικοδομήν επί του γηπέδου, επί του οποίου επιχειρεί να οικοδομήσει, 3) η οικοδομή αυτή, κατά την ανέγερση της να εισέρχεται εν μέρει στο έδαφος του γειτονικού γηπέδου, 4) καλή πίστη του ανεγείροντος την οικοδομήν, κατά το χρόνο ανεγέρσεως και επεκτάσεως αυτής στο γειτονικό γήπεδο, η οποία υπάρχει όταν αυτός όχι από αμέλεια, οιαδήποτε και επομένως και ελαφρά, έχει την πεποίθηση ότι οικοδομεί εντός των ορίων του ιδικού του κτήματος, μη αρκούντος ότι έχει την πεποίθηση αυτή όχι, από βαρεία αμέλεια και 5) έλλειψη διαμαρτυρίας εγκαίρου, ήτοι πριν ή κατά μέγα μέρος συντελεσθεί η οικοδομή, εκ μέρους του, κυρίου του γειτονικού, στο οποίο η επέκταση της οικοδομής, γηπέδου.
Συντρεχόντων των όρων αυτών γίνεται, κατόπιν αιτήσεως του ανεγείροντoς την οικοδομήν, επιδίκαση σ' αυτόν του καταληφθέντος τμήματος του γειτονικού γηπέδου, κατά την μη υποκειμένην στον έλεγχο του. Αρείου Πάγου, εύλογο κρίση του δικαστηρίου επί καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, περιλαμβάνουσας ως αποκαταστέαν ζημίαν την αξίαν, κατά τον χρόνον καταλήψεως του γηπέδου και κάθε άλλην ζημίαν, ως η ενδεικτικώς είς την ως άνω διάταξη του άρθρου 1010 ΑΚ αναφερόμενη εκ της τυχόν μειώσεως της αξίας του υπολοίπου μέρους του γειτονικού οικοπέδου.
Περαιτέρω και ειδικότερα σε σχέση με το στοιχείο της καλής πίστης, το δικαστήριο της ουσίας πρέπει μεν να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού, αν όμως περιοριστεί στο τελευταίο, δεν παραβιάζει ευθέως τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά υποπίπτει ενδεχομένως μόνο στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού, έτσι η απόφασή του είναι δυνατόν να μην έχει νόμιμη βάση, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του συγκεκριμένου αυτού όρου εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την ιδία προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατά τα κρίσιμα μέρη της, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../03-4-1992 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβ/φου Καβάλας Αγγελικής. Παπανδρέου, νομίμως μεταγεγραμμένου νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στον τόμο … και με α.α. 947, απέκτησε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ύστερα από κατακύρωση κατά τη δημοπρασία εκποίησης από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Κρηνίδων, το υπ' αριθμ. ...
οικόπεδο έκτασης 565 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο ..° Ο.Τ. του Συνοικισμού Κρηνίδων Καβάλας και συνορεύει βόρεια με τα υπ' αριθμ. ... και ... οικόπεδα, νότια με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο και εν μέρει με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και δυτικά με το υπ' αριθμ. ...
οικόπεδο και δημοτικό δρόμο. Το έτος 1992 η ενάγουσα θέλησε να προβεί στην κατασκευή οικοδομής επί του ως άνω οικοπέδου της και για το λόγο αυτό ζήτησε και έλαβε από την οικεία πολεοδομία Καβάλας την υπ' αριθμ. .../19-11-1992 άδεια ανεγέρσεως οικοδομής. Όταν το ίδιο έτος (1992) άρχισε η ανέγερση της οικοδομής, τις εργασίες αυτής και την υλοποίηση των τοπογραφικών σχεδίων ανέλαβε ο υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός Μ.
Κ., ο οποίος προέβη στην κατασκευή της προαναφερομένης οικοδομής επί του οικοπέδου της ενάγουσας, εφαρμόζοντας την προηγηθείσα οριοθέτηση του οικοπέδου από τον τοπογράφο μηχανικό Ι. Γ., που έλαβε χώρα βάσει του τοπογραφικού διαγράμματος διανομής του έτους 1953 της τοπογραφικής υπηρεσίας της Νομαρχίας Καβάλας για το Συνοικισμό Κρηνίδων Καβάλας.
Η ανωτέρω όμως οριοθέτηση αποδείχθηκε ότι ήταν ανακριβής, καθόσον ο Ι. Γ. προέβη στην εφαρμογή του κυρωμένου διαγράμματος της διανομής χωρίς να ερευνήσει διεξοδικότερα όλα τα στοιχεία της διανομής της περιοχής, που παρουσιαζόταν απαραίτητη λόγω των αναντιστοιχιών που εμφανίζονταν μεταξύ της υφιστάμενης κατάστασης και των ρυμοτομικών σχεδίων.
Τα ανωτέρω συνάγονται τόσο από την από 25-8-1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Μ. Δ. όσο και από την από 07-6-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Φ., η σύνταξη των οποίων διατάχθηκε με τις υπ' αριθμ. 34/1996 και 497/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και του Εφετείου Θράκης αντίστοιχα, στα πλαίσια της εκδίκασης διεκδικητικής αγωγής που είχε ασκήσει ο δικαιοπάροχος της εναγομένης κατά της ενάγουσας.
Αποτέλεσμα της κατά τα ανωτέρω οριοθέτησης του οικοπέδου ήταν και η συνακόλουθη λανθασμένη τοποθέτηση της οικοδομής, για την οποία εκδόθηκε η παραπάνω άδεια ανεγέρσεως, επί του εδάφους του οικοπέδου, με συνέπεια να κατασκευασθεί τμήμα της οικοδομής της ενάγουσας εντός του με αριθμό ... οικοπέδου ιδιοκτησίας τότε του δικαιοπαρόχου της εναγομένης, Κ.
Κ. και ήδη ιδιοκτησίας της ιδίας, καταλαμβάνοντας τμήμα εμβαδού 14,18 τ.μ. απ' αυτό, η οποία συνορεύει βόρεια σε πλευρά 9,15 μέτρων, νότια σε πλευρά 1,60 μέτρων και ανατολικά σε πλευρά 9,15 μέτρων με το υπόλοιπο του υπ' αριθμ. ... οικοπέδου ιδιοκτησίας ήδη της εναγομένης και δυτικά σε πλευρά 9,15 μέτρων με το υπ' αριθμ. ...
οικόπεδο της ενάγουσας. Όταν στις αρχές του έτους 1993 ο τότε κύριος του υπ' αριθμ. ... οικοπέδου Κ. Κ. πληροφορήθηκε την κατάληψη από μέρους της ενάγουσας τμήματος του ως άνω ακινήτου του, ειδοποίησε την θυγατέρα του (εναγόμενη) να έρθει στην Ελλάδα από τη Γερμανία, όπου αυτή έμενε μόνιμα. Περί τον Φεβρουάριο του 1993 η εναγόμενη ήρθε από τη Γερμανία και διαμαρτυρήθηκε στην ενάγουσα για λογαριασμό του πατέρα της.
Εν τω μεταξύ, εκείνο το χρονικό διάστημα (αρχές 1993) είχε ήδη ολοκληρωθεί ο σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα του ισογείου και του πρώτου ορόφου της οικοδομής της ενάγουσας, η οποία εξακολουθούσε παρά ταύτα τις οικοδομικές εργασίες, με αποτέλεσμα να ασκήσει ο δικαιοπάροχος της εναγομένης την με αριθμό καταθ. 274/1993 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση υπ' αριθμ. 158/1993 του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διακοπή των εργασιών ανέγερσης της παραπάνω οικοδομής και όρισε την υποχρέωση του αιτούντος να ασκήσει εντός σαράντα ημερών από τη δημοσίευση της τακτική αγωγή, την οποία όμως δεν άσκησε με συνέπεια η ενάγουσα να συνεχίσει να ανεγείρει οικοδομή της.
Μετά ταύτα, ο δικαιοπάροχος της εναγομένης άσκησε νέα αίτηση για την προστασία της νομής του, όμως αυτή απορρίφθηκε λόγω παραγραφής δυνάμει της υπ' αριθ. 147/1994 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καβάλας. Εν. συνεχεία, ο δικαιοπάροχος της εναγομένης κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας δικάζοντος με την τακτική διαδικασία την με αριθμό καταθέσεως 226/05-8-1994 αγωγή του, εκδόθηκε δε, η υπ' αριθμ. 46/1999 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου (είχε προηγηθεί η με αριθμό 34/1996 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας που έτασσε πραγματογνωμοσύνη) που δεχόταν την αγωγή και η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 279/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης (κι ενώ είχε προηγηθεί, η έκδοση της υπ' αριθμ. 497/2000 απόφασης του Εφετείου Θράκης με την οποία τάσσονταν πραγματογνωμοσύνη) με διάδικο την τελευταία την ίδια την εναγόμενη, λόγω του επισυμβάντος θανάτου του δικαιοπαρόχου πατέρα της στις 04-5-1999.
Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα επιχείρησε να αποκρούσει την εναντίον της εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ασκώντας ανακοπή κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ. Εξαιτίας όμως της απόρριψης της δεύτερης ματαιώθηκε η συζήτηση της πρώτης και η ενάγουσα άσκησε αίτηση αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο κατά της παραπάνω αποφάσεως του Εφετείου Θράκης με αίτηση αναστολής και κατέθεσε την αγωγή περί ανοικοδομήσεως σε.
ξένο ακίνητο επί της οποίας έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 336/2003 αποφάσεως του Αρείου διατάχθηκε αναστολή μεν της εκτελέσεως της υπ' αριθμ. 46/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 279/2003 απόφαση του Εφετείου Θράκης, πλην όμως η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, μέχρι την έκδοση της υπ' αριθμ. 158/1993 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καβάλας πίστευε καλόπιστα ότι έκτιζε επί του οικοπέδου της, δεδομένου ότι αυτή πριν την έναρξη των οικοδομικών εργασιών ενήργησε, όπως θα ενεργούσε ο κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, αφού ανέθεσε την οριοθέτηση του οικοπέδου της σε τοπογράφο μηχανικό, ο οποίος όμως οριοθέτησε το οικόπεδό της λανθασμένα, λαμβάνοντας ως βάση το διάγραμμα διανομής της τοπογραφικής υπηρεσίας της Νομαρχίας Καβάλας, ενώ στη συνέχεια, ο επιβλέπων μηχανικός, εφαρμόζοντας το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, βάσει του οποίου εκδόθηκε η σχετική οικοδομική άδεια, κατασκεύασε την οικοδομή επί τμήματος του όμορου ακινήτου ιδιοκτησίας της εναγομένης.
Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί, ότι όταν η ενάγουσα αντιλήφθηκε, έπειτα από την έντονη διαμαρτυρία της εναγομένης (τον Φεβρουάριο του 1993) αλλά κυρίως μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 158/1993 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου και τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό κ. Α. τον Ιούνιο του 1993, ότι είχε ανεγείρει τμήμα της οικοδομής της επί τμήματος του οικοπέδου της εναγομένης, είχε ήδη αποπερατωθεί ο σκελετός της οικοδομής, με αποτέλεσμα η καθαίρεση του τμήματος αυτού, πέρα από το γεγονός ότι αποτελούσε έργο δαπανηρό και δύσκολο -καθόσον η δαπάνη κατεδάφισης ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σχέση με την αξία του τμήματος του οικοπέδου της εναγομένης που καταλήφθηκε, ήταν και επικίνδυνη για λόγους ασφαλείας και στατικότητας της οικοδομής.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν αποδείχθηκε αμέλεια, έστω κι ελαφρά, αλλά ούτε και έλλειψη καλής πίστης από μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, ως προς την ανέγερση τμήματος της οικοδομής της επί τμήματος του όμορου ακινήτου, ιδιοκτησίας της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως ...".
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη επεξέτεινε καλόπιστα την οικοδομή της στο όμορο ακίνητο της αναιρεσείουσας, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση όχι από οποιαδήποτε αμέλεια ότι οικοδομεί εντός των ορίων του δικού της ακινήτου και, ακολούθως, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκανε μερικά δεκτή την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, στην οποία επιδίκασε την πιο πάνω εδαφική λωρίδα υπό την προϋπόθεση καταβολής στην αναιρεσείουσα του ποσού των 2.500 ευρώ.
Έτσι, που έκρινε το, ως Εφετείο, δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 334, 922, 1000 και 1010 ΑΚ, αφού τα εκτιθέμενα πιο πάνω και γενόμενα δεκτά απ' αυτό περιστατικά συνιστούν την έννοια της καλής πίστης, όπως αυτή αναπτύσσεται στη νομική σκέψη, ότι δηλαδή την αναιρεσίβλητη δεν βαρύνει οποιαδήποτε αμέλεια, ούτε ελαφρά, για το σχηματισμό της πεποίθησης της, ότι, επεκτείνοντας την οικοδομή της στη γειτονική εδαφική λωρίδα της αναιρεσείουσας, οικοδομούσε μέσα στα όρια του δικού της ακινήτου.
Επομένως οι περί του αντίθετου, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη τελούσε σε κακή πίστη κατά την επέκταση της οικοδομής της στο ακίνητο της αναιρεσείουσας, δεύτερος λόγος της αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι.
Επειδή, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, για να θεμελιωθεί η παράβαση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ δεν χρειάζεται εξειδίκευση των περιστατικών που συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης, αρκεί δε η απλή χρήση του όρου αυτού, ενώ η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατ' αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο.
Τέλος, η διαλαμβανόμενη περαιτέρω στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης αιτίαση, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι "δεν δέχθηκε ότι ο πατέρας της αναιρεσείουσας έγκαιρα προέβη σε κάθε τι νομικά δυνατόν, προκειμένου ν' απαγορεύσει τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών της αναιρεσίβλητης πάνω στην επίδικη λωρίδα, προτού αυτές οι εργασίες ολοκληρωθούν κατά το μέγιστο μέρος τους" δεν μπορεί να θεμελιώσει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο, γιατί με αυτήν πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και, επομένως, είναι απαράδεκτη.
III. Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ/μα 29.10 /6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του, παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο:
δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν, λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς.
τη θέληση τους κτήση από. τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.
Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κατ' εξαίρεση Όμως, ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.
δ' του α.ν. 431/1968, εκτός άλλων περιπτώσεων, και επί οικοπεδικών κλήρων. Επίσης κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ/τος 690/1948, η οποία, καταργηθείσα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν.651/1977 "απαγορεύεται η μεταβίβαση κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευμένη κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη. Επομένως δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία (ολΑΠ 606/1976, ΑΠ 1873/2008, ΑΠ 866/2007) είτε με επιδίκαση κυριότητας οικοπέδου από το δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 1010 ΑΚ, εφόσον επάγονται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι το Δημόσιο έχει ήδη αποξενωθεί από την κυριότητα του κλήρου, με νόμιμο τρόπο.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν και να επιδικάσει την επίδικη εδαφική λωρίδα στην αναιρεσίβλητη με την καταβολή απ' αυτήν ποσού 2.500 €, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του ΑΝ 431/1968, που απαγορεύει την κατάτμηση των οικοπεδικών κλήρων σε μη άρτια οικόπεδα, επειδή το οικόπεδο της αποτελούσε οικοπεδικό κλήρο και είχε περιέλθει στον αρχικό δικαιούχο δυνάμει του .../1974 οριστικού τίτλου που εξέδωσε η Διεύθυνση Γεωργίας Ν.
Καβάλας. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και, συνεπώς, απορριπτέοι, επειδή, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, η κατ' άρθρο 1010 ΑΚ επιδίκαση της επίδικης εδαφικής λωρίδας δεν αποτελεί μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά την προδιαληφθείσα έννοια και, συνεπώς, δεν απαγορεύεται η επιδίκαση της έστω και αν δημιουργούνται απ' αυτή μη άρτια οικόπεδα.
IV. Κατά το άρθρο 368 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική και συνεπώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου. Και στην περίπτωση όμως της παραγράφου 2 του παραπάνω άρθρου, κατά την οποία το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν για την αντίληψη του ζητήματος περί του οποίου ζητείται η ενέργεια πραγματογνωμοσύνης, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Με βάση τα προεκτεθέντα η παράλειψη του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πρωτοδικείου να διατάξει τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, περί της οποίας υπέβαλε σχετικό αίτημα η αναιρεσείουσα, για τη διαπίστωση της αξίας της επίδικης εδαφικής λωρίδας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο αντίθετος σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-2-2009 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της 51/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο, καθώς και τους από 10-2-2011 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1η Ιουνίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ