Legislator Case Law & Legislation
1173/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract termination due to unpaid premium and procedural errors.

Case Number 1173/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision terminating an insurance contract due to non-payment of premiums. The appellant argued the court ignored evidence regarding the payment location and misinterpreted a contract renewal document, but the court found these claims unsupported. The court ruled that the lower court correctly applied the law requiring upfront payment and properly evaluated all submitted evidence without distortion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1), 559(20) KPolD; Art. 6(1), 6(2) Law 2496/1997: An appeal is admissible only if the lower court violated substantive law or distorted the content of a document; otherwise, the appeal is inadmissible or unfounded.

Keywords

AI generated
insurance contract termination non-payment of premium appeal admissibility distortion of document evidence evaluation substantive law violation court costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 6(1) of Law 2496/1997
Art. 6(2) of Law 2496/1997
Art. 559(20) of the Code of Civil Procedure
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
Art. 432 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1173 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1173/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Σταθόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ACTIVA INSURANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ή "ACTIVA INSURANCE SOCIETE ANONYME", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "GCU ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τομαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5583/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 516/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/1/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 4/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 2496/1997, "ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα είτε εφάπαξ, είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις".

Κατά την διάταξη δε της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου "η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στο ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να αρχίσει να ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, πρέπει να γίνει η καταβολή του ασφαλίστρου είτε εφ' άπαξ, είτε, αν συμφωνηθεί σε τμηματικές καταβολές, η καταβολή της πρώτης δόσεως. Σε περίπτωση που όρος του ασφαλίστρου εξαρτά την έναρξη της ασφαλιστικής καλύψεως από την πληρωμή του ασφαλίστρου, η κάλυψη δεν αρχίζει αν δεν καταβληθεί ολόκληρο το ασφάλιστρο, ενώ η καθυστέρηση ληξιπροθέσμου τμηματικής καταβολής δίδει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση.

Στην παρούσα περίπτωση, εν σχέσει προς την επικαλουμένη από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα προαιρετική σύμβαση ασφαλίσεως του αυτοκινήτου αυτού, κατά του κινδύνου κλοπής, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αρ....

ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας μέσω του πρακτορείου ασφαλειών Σ1 η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία ασφάλισε για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών δηλ, για εκείνο από 19-7-1999 έως 29-1-2000 το με αρ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας NISSAN τύπου MICRA...

ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Στην ασφάλιση αυτή μεταξύ των ασφαλιζομένων κινδύνων, εκτός από την υποχρεωτική κάλυψη αστικής ευθύνης έναντι τρίτων περιελήφθη και η προαιρετική κάλυψη κινδύνων από ολική κλοπή και πυρκαϊά, με αποζημιωτική αξία 4.000.000 δρχ. για κάθε μία. Η παραπάνω σύμβαση ασφαλίσεως κατά τη λήξη της ανανεώθηκε για το επόμενο εξάμηνο δηλ.

για εκείνο από 29/1/00 έως 29/7/00 με το με αρ. ... ανανεωτήριο συμβόλαιο και για την κάλυψη των ιδίων ως άνω προαιρετικών κινδύνων για την ίδια αποζημιωτική αξία. Στη συνέχεια με το με αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο η σύμβαση ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 29/7/00 έως 29/1/01 για την κάλυψη των ιδίων ως άνω προαιρετικών κινδύνων και για αποζημιωτική όμως αξία για ολική κλοπή 3.200.000 δρχ.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου "άρθρο 1ο: Το παρόν ασφαλιστήριο διέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και των Γενικών και Ειδικών όρων που προσαρτώνται σ' αυτό. άρθρο 2ο: Η καταβολή των συνολικών ασφαλίστρων που αναγράφονται στην 1η σελίδα του παρόντος ασφαλιστηρίου, γίνεται μόνο προκαταβολικά, εφ' άπαξ και σε μετρητά.

Πριν από την καταβολή των εν λόγω ασφαλίστρων ΔΕΝ ΑΡΧΙΖΕΙ η κάλυψη των κινδύνων που αναφέρονται στην 1η σελίδα του παρόντος ασφαλιστηρίου. Η γραπτή βεβαίωση ασφάλισης και το ειδικό σήμα (άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 489/76), χορηγούνται μόνο με την καταβολή τωνσυμφωνημένων ασφαλίστρων και αφορούν αποκλειστικάστη χρονική διάρκεια ασφάλισης που αναγράφεται στην1η σελίδα του παρόντος ασφαλιστηρίου.

Τα παραπάνωισχύουν ανάλογα σε κάθε ανανέωση ή παράταση τηςασφαλιστικής συμβάσεως". Μετά τη λήξη και του ωςάνω χρόνου διαρκείας της ασφαλιστικής συμβάσεως ηεναγομένη εξέδοσε το με αρ. ... νέο ανανεωτήριοσυμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 29/1/01 έως29/7/01 για τα ίδια ποσά και για την κάλυψη των ιδίων προαιρετικών κινδύνων, χωρίς όμως ο ενάγων κατά τηνέναρξη της ισχύος της να καταβάλει τα συμφωνημέναγια εφάπαξ καταβολή, ασφάλιστρα ύψους 79.963 δρχ.

ή 234,67 ευρώ, ενώ δεν παρέλαβε το ως άνωανανεωτήριο, ούτε βεβαίωση ασφαλίσεως. Το αυτοκίνητο αυτό του ενάγοντος κλάπηκε από αγνώστους δράστες από ώρας 20,30' της 4/2/01 έως 20.00' ώρα της 5/2/01, χωρίς να βρεθεί μέχρι σήμερα, για το λόγο αυτό ο ενάγων στις 5/2/01 κατήγγειλε την κλοπή στο Α.Τ. ... υποβάλλοντας μήνυση κατ' αγνώστων (βλ.

από 12/2/04 βεβαίωση του Α.Τ. ...). Στη συνέχεια ειδοποίησε την ασφαλίστριά του Σ1 και την επομένη ημέρα την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η οποία αρνήθηκε να του καταβάλει το ασφάλισμα, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε πληρώσει τα ασφάλιστρα του εξαμήνου (χρον. διάστημα από 29/1/01 έως 29/7/01), και είχε ακυρώσει το ανανεωτήριο συμβόλαιο με την ...

πρόσθετη πράξη ακύρωσης...". Με βάση τις παραδοχές τους αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, για την προαιρετική ασφάλιση κατά του κινδύνου της κλοπής, η σύμβαση έπαυσε να ισχύει, μετά την λήξη, κατά την 29-1-2001, του συμβατικού χρόνου (εν αντιθέσει προς την υποχρεωτική ασφάλιση του αυτοκινήτου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, που θεωρείται ότι ανανεώθηκε αυτομάτως για ίσο χρονικό διάστημα, κατ'άρθρο 6 παρ.1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.), λόγω μη καταβολής του εφ' άπαξ ασφαλίστρου, και απέρριψε την αγωγή εφ'όσον η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά τον ανωτέρω χρόνο.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή τάχα το Εφετείο παραβίασε, με μη ορθή εφαρμογή, την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2496/1997, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει την διάταξη του αρ. 6 παρ.2 ή αυτή του άρθρου 8 του αυτού Νόμου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (ήτοι ότι η ασφαλιστική σύμβαση ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 29-1-2001 έως 29-7-2001, ότι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε περιληφθεί ο όρος ότι η καταβολή των ασφαλίστρων γίνεται μόνον προκαταβολικά εφ' άπαξ και ότι προ της καταβολής των εν λόγω ασφαλίστρων δεν αρχίζει η κάλυψη των κινδύνων) εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 2496/1997, την οποία ορθώς το Εφετείο εφήρμοσε.

Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος ατός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και να διαλαμβάνονται σ'αυτό οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικώς προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή η αντίφαση.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου ΚπολΔ, επειδή το Εφετείο διέλαβε σ'αυτή ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.

Σε κάθε περίπτωση, ως προς την προβαλλομένη ανεπάρκεια της αιτιολογίας, διότι δέχεται το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη ακύρωση το ανανεωτήριο συμβόλαιο ασφαλίσεως παραλείποντας να αναφέρει με ποιο τρόπο (νόμιμη διαδικασία) συντελέστηκε η ακύρωση, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η κρίση του Εφετείου περί μη ισχύος της ασφαλιστικής συμβάσεως στηρίζεται στη μη προκαταβολή των ασφαλίστρων και όχι στην ακύρωση του ανανεωτηρίου συμβολαίου.

Ως προς δε την προβαλλόμενη αντιφατικότητα των αναφερομένων αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης όσον αφορά τον τόπο καταβολής των ασφαλίστρων, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχεται σαφώς ότι δεν υπήρχε συμφωνία των συμβαλλομένων για την καταβολή των ασφαλίστρων στον τόπο της εργασίας της συζύγου του αναιρεσείοντος.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός συντρέχει, ειδικότερα, όταν το δικαστήριο δέχεται τέτοια πράγματα, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να τα εξειδικεύει.

Ωσαύτως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ρητή μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου από αυτά.

Η παράβαση αυτή ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' λόγο αναιρέσεως. Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, εν σχέσει προς τον τόπο καταβολής των ασφαλίστρων, δέχθηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου ότι δεν υπήρχε συμφωνία για τον τόπο πληρωμής, χωρίς απόδειξη "και αγνόησε τις αποδείξεις που προσκόμισε ο αναιρεσείων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι κατάθεση μάρτυρος, ένορκο βεβαίωση μάρτυρος και έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Εξ άλλου, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπ' όψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με την αιτιολογία και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν γεννάται αμφιβολία ότι ελήφθη υπ' όψη και εξετιμήθη και το έγγραφο-δελτίο της Υπηρεσίας Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, περιλαμβανόμενο στην, ως άνω, επιτρεπτή κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων αναφορά της πληττομένης αποφάσεως.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, όταν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), δηλαδή αν απέδωσε σε έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό και ακολούθως, στηριζόμενο μόνο σ' αυτό ή κυρίως σ' αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ.... ανανεωτηρίου συμβολαίου, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 29.1.2001 έως 29.7.2001. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε υπό την προεκτεθείσα έννοια, το περιεχόμενο του ανωτέρω ανανεωτηρίου συμβολαίου, δηλαδή δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αλλά έκρινε με βάση το αληθινό περιεχόμενό του, ότι η αναφερομένη σ' αυτό ασφαλιστική σύμβαση, κατά το μέρος που αφορά στην προαιρετική ασφάλιση του κινδύνου της κλοπής, δεν ισχύει, λόγω μη καταβολής του εφ' άπαξ ορισθέντος να καταβληθεί ασφαλίστρου.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2008 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της 516/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ