Legislator Case Law & Legislation
1173/2007 AI generated

1173/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1173/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1173/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

Keywords

AI generated
suspension of unemployment benefits wages for housework couples' disability pension prohibition on accepting foreign pensions employed spouse expatriation allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1173 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1173/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους

Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αλεξάνδρα Φαλίδα βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: ........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τζουβαλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2890/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 28-9-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ΄ απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.

Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε σε έφεση κατά της υπ' αριθ. 340/2002 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχτηκε τα ακόλουθα : Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις 10.7.1987 και απασχολούνταν στην τελευταία ως ιπτάμενη συνοδός.

Η αναιρεσίβλητη από το γάμο της με το ......ο απέκτησε τέσσερα ανήλικα τέκνα, γεννηθέντα στις 13.9.1993, 10.8.1995, 23.12.1996, 28.3.1999, αντίστοιχα, τη γέννηση των οποίων γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα με την υποβολή των σχετικών ληξιαρχικών πράξεων γέννησης των τέκνων της προκειμένου να της καταβληθεί το επίδομα τέκνων.

Η αναιρεσείουσα της χορηγεί το επίδομα γάμου, πλην όμως αρνείται να της καταβάλλει το επίδομα τέκνων με την αιτιολογία ότι το εν λόγω επίδομα λαμβάνει ο σύζυγός της και κατά τη νομοθεσία και τις συλλογικές ρυθμίσεις που προβλέπουν τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος το δικαιούται μόνον ο ένας από τους δύο συζύγους.

Η μη χορήγηση όμως του σχετικού οικογενειακού επιδόματος (επιδόματος τέκνων) από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, για το λόγο ότι το επίδομα αυτό λαμβάνει ο σύζυγός της, αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, έναντι των άλλων εργαζομένων με τέκνα που το λαμβάνουν, η οποία διάκριση δεν δικαιολογείται αφού παρέχεται ίσης αξίας εργασία.

Το εν λόγω επίδομα ορίζεται σε ποσοστό 5% για κάθε ένα από τα δύο πρώτα άγαμα τέκνα που δεν έχουν συμπληρώσει το 20ο έτος, ή εφόσον σπουδάζουν μέχρι το 25ο έτος, και 10% για κάθε τέκνο άνω των δύο, υπολογίζεται δε επί του αθροίσματος του βασικού μισθού και του ενιαίου ποσοστιαίου χρονοεπιδόματος. Με βάση τα ανωτέρω η αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα 23 μηνών, δηλαδή από 1.7.1999 έως 31.5.2001, οπότε εργαζόταν στην αναιρεσείοuσα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ως επίδομα τέκνων το συνολικό ποσό των 771.574 δραχμών (2.264,34 ευρώ), δηλαδή βασικός μισθός 145.800 + χρονοεπίδομα 68.526 Χ 30% (5% + 5% + 10% + 10%) = 64.297,8 δραχμές Χ 12 μήνες = 771.574 δραχμές.

Επομένως η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη ως επίδομα τέκνων το συνολικό ποσό των 771.574 δραχμών (2.264,34 ευρώ). Δεν αποδείχθηκε δε ότι η αναιρεσίβλητη αδράνησε επί μακρόν ως προς την άσκηση του επίδικου δικαιώματός της και με τη συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε την πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι δε θα προβάλει την αξίωσή της αυτή, δεδομένου ότι ενημέρωσε την τελευταία για την απόκτηση των τέκνων της και ήδη πριν από το έτος 2000 ζήτησε πληροφορίες για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος σε αυτήν.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, οι δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες που ισχυρίζεται ότι θα υποστεί η αναιρεσείουσα δεν αποτελούν συνέπεια της καθυστερημένης διεκδίκησης της επίδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης. Δεχόμενο δηλαδή το τελευταίο υιοθέτησε τα σχετικά πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα για τη στήριξη της ενστάσεώς της, την οποία είχε επαναφέρει με σχετικό λόγο της εφέσεώς της, δηλαδή ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή επιδόματος τέκνων ασκούνταν κατά κατάχρηση δικαιώματος και συγκεκριμένα ότι σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών αγωγών και όσων αγωγών αναμένεται να ασκηθούν για καταβολή του πιο πάνω επιδόματος (το οποίο διεκδικεί πάρα πολύ μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της), θα προκληθεί εξαιρετικά μεγάλη οικονομική επιβάρυνση σ΄ αυτήν, η οποία μέχρι το χρόνο κατά τον οποίο προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός ανερχόταν στο ποσό του 1.127.000.000 δραχμών, πλέον τόκων, πράγμα που θα προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημία σ΄ αυτήν, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεώς της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, δεδομένου ότι μέχρι τις 31-12-1998 υφίστατο συσσωρευμένο έλλειμμα (παθητικό) της ύψους 65.154.675.048 δραχμών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχτηκε τελικά ότι δεν ενέχει κατάχρηση δικαιώματος η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την ένδικη αγωγή της άσκηση του δικαιώματος αυτής για καταβολή επιδόματος τέκνων και, αφού απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για απόρριψη της ενστάσεώς της για κατάχρηση δικαιώματος, στη συνέχεια, κατά παραδοχή άλλου λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως δέχτηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την προαναφερόμενη ένδικη αγωγή.

Κρίνοντας όμως έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τα όσα, κατά τα πιο πάνω, δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης που προηγήθηκε της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματός της, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσείουσας εταιρείας την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες, να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μάλιστα, η μη διατύπωση αντιρρήσεων εκάστοτε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών της πράγματι μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει την ένδικη αξίωσή της. Ενώ και η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις από την ευδοκίμηση των λοιπών παρόμοιων αγωγών που ήδη έχουν ασκηθεί ή πρόκειται να ασκηθούν θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της αναιρεσείουσας και να προκληθεί σ΄ αυτήν, ενόψει της πολύ κακής οικονομικής της καταστάσεως, πολύ μεγάλη ζημία και ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεώς της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της (βλ.

σχ. ΑΠ 223/2007, 1169, 1030, 1032, 1029/2006). Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση αυτή, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 2890/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ