Legislator Case Law & Legislation
1172/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order as facts are within trial court's discretion.

Case Number 1172/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance judgment ordering debt restructuring under the Over-indebtedness Law. The appellant argued the lower court failed to verify income sources and repayment capacity, but the court found these claims inadmissible as they merely challenged the trial court's evaluation of evidence. Consequently, the appeal was rejected because the disputed issues fell within the non-appealable discretion of the court of first instance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: Appeals against judgments in voluntary jurisdiction proceedings regarding debt restructuring are inadmissible when they challenge the trial court's assessment of facts and evidence.

Keywords

AI generated
debt restructuring over-indebtedness law voluntary jurisdiction appeal inadmissibility court discretion evidence evaluation repayment capacity

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 560 No. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561 Para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3 Para. b of Law 3869/2010
Article 8 Para. 6 Para. b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1172 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1172/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... "..." (....), που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Χ., κατοίκου ….., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως νομίμου αντιπροσώπου στην Ελλάδα της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …… και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία - Ασπασία Γουλιάμη, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 27-2-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 3η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2013 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 603/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-10-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 444/23-10-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 126/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην: 1.

της δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", 2. της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και 3. της τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη τέταρτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...".

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για την μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 805/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμ. 7262/5-3-2020, 7251/4-3-2020 και 7260/5-3-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ., που προσκομίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 22-10-2019 (αριθμ. καταθ. 444/23-10-2019) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 5-3-2021, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την επωνυμία "...", "..." και "...", αντίστοιχα.

Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 [άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021)] και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την δικάσιμο της 15-10-2021, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4760/2021.

Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εκ νέου "λόγω των αιφνιδίων και εκτάκτων καιρικών φαινομένων της 15-10-2021", σύμφωνα με την με αριθμ. 45298/15-10-2021 απόφαση [ΦΕΚ Β'4762/15-10-2021] του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο [4-3-2022], με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 36.

Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ`του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της πιο πάνω διάταξης, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων. Ο δόλος, δηλαδή, του οφειλέτη αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου κρίνεται μόνον από την συμπεριφορά του ιδίου και όχι από την συμπεριφορά ετέρου προσώπου και δη της τράπεζας, η οποία οφείλει βεβαίως να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου πελάτη της, όμως, εφόσον παραλείψει να το πράξει, τούτο δεν αίρει τον δόλο του οφειλέτη, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει να συναλλαχθεί ή όχι με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 65/2017).

Όπως δε προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ` ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 640/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Τέλος, σύμφωνα με τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 508/2020). Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ 151/2014).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει, όμως, εφαρμογή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ 551/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 126/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''...... η εκκαλούσα, γεννηθείσα το έτος 1969, έχει τέσσερα ανήλικα τέκνα:

την Ε., γεννηθείσα στις 22-8-2002, την Ε., γεννηθείσα στις ..., την Παρασκευή, γεννηθείσα στις 25-1-2006, και τον Τ., γεννηθέντα στις 16-12-2009, τα οποία έχει αποκτήσει από το γάμο της με τον Η. Μ., που έχει λυθεί με συναινετικό διαζύγιο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 506/14-6-2012 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού. Έχει την αποκλειστική επιμέλεια των ανωτέρω ανήλικων τέκνων της από τον χρόνο λύσης του γάμου της το έτος 2012 και βαρύνεται εξ ολοκλήρου με τις δαπάνες διατροφής των ανωτέρω ανήλικων τέκνων της, διότι ο πρώην σύζυγος της, γεννηθείς το έτος 1972, αδυνατεί να συνεισφέρει σ' αυτές συνεπεία οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.

Διαμένει η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα μαζί με τα τέκνα της στην κείμενη στην ….., επί της οδού ... αρ., κατοικία, η οποία ανήκει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα σ' αυτήν. Η εκκαλούσα είναι δημόσια υπάλληλος και πιο συγκεκριμένα δασκάλα, αποκερδαίνοντας μηνιαίως, σ' αυτή την χρονική περίοδο, το καθαρό, κατά μέσο όρο, ποσό των 1.012,80 ευρώ, κατόπιν αφαίρεσης ποσού 200 ευρώ για ικανοποίηση απαιτήσεων του πρώτου των καθ' ων η αίτηση και ήδη πρώτου των εφεσιβλήτων από στεγαστικό δάνειο και δάνειο μικροεπισκευών στο πλαίσιο της χορηγηθείσας σ' αυτήν υπ' αριθμόν 418/11-10-2013 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Πατρών, ενώ το συνολικό δηλωθέν εισόδημά της κατά το φορολογικό έτος 2017 ανερχόταν στο ποσό των 15.426,08 ευρώ (βλ.

ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών Ιανουαρίου 2019 και εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2017), χωρίς να διαθέτει έτερη πηγή εισοδήματος, πλην μηνιαίας οικονομικής ενίσχυσης ποσού 100 ευρώ από τη μητέρα της (βλ. ανωμοτί εξέταση αιτούσας). Αντίστοιχα, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της αιτούσας κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2013 ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 536 ευρώ, κατόπιν αφαίρεσης ποσού 591,85 ευρώ για ικανοποίηση απαιτήσεων του πρώτου των καθ' ων η αίτηση (βλ.

ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών μηνών Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2013). Το συνολικό δηλωθέν εισόδημα της αιτούσας ανερχόταν κατά τα οικονομικά έτη 2009, 2010, 2011, 2012 και 2013 στο ποσό των 19.666,72 ευρώ, σ' αυτό των 20.937,32 ευρώ, σ' εκείνο των 19.671,99 ευρώ, στο ποσό των 18.645,79 ευρώ και σ' αυτό των 15.547,38 ευρώ αντίστοιχα και κατά τα φορολογικά έτη 2014, 2015 και 2016 στο ποσό των 15.178,73 ευρώ, σ' αυτό των 15.431,99 ευρώ και σ' εκείνο των 15.512,51 ευρώ (βλ.

φορολογικές δηλώσεις των αντίστοιχων ετών και εκκαθαριστικά σημειώματα της Δ.Ο.Υ.). Επίσης, τα καθαρά κέρδη του πρώην συζύγου της αιτούσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους από την επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος που διατηρούσε ανέρχονταν κατά τα οικονομικά έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 στο ποσό των 11.626,09 ευρώ, σ' αυτό των 10.233,52 ευρώ, σ' εκείνο των 15.703,92 ευρώ και στο ποσό των 12.763,14 ευρώ αντίστοιχα.

Η αιτούσα οφείλει προς τους καθ' ων η αίτηση τα εξής ποσά από χρέη που ανέλαβε ως πιστούχος, πλην της υπ' αριθμόν χορήγησης δανείου ... σύμβασης, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, πέραν του ενός έτους προ της κατάθεσης της ένδικης αίτησης, ήτοι: 1) προς το πρώτο των καθ' ων ην αίτηση, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αφενός δυνάμει της υπ' αριθμόν λογαριασμού ...

σύμβασης στεγαστικού δανείου στις 13-12-2018 το ποσό των 122.671,66 ευρώ και αφετέρου δυνάμει της υπ' αριθμόν λογαριασμού ... σύμβασης δανείου μικροεπισκευών στις 13-12-2018 το ποσό των 5.939,26 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό των 128.610,92 ευρώ, 2) προς τη δεύτερη των καθ' ων η αίτηση, ...., ως ειδική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." αφενός δυνάμει της υπ' αριθμόν χορήγησης δανείου ...

σύμβασης στις 23-1-2013 το ποσό των 18.363,20 ευρώ και αφετέρου δυνάμει της υπ' αριθμόν χορήγησης δανείου ... σύμβασης στις 23-1-2013 το ποσό των 20.369,40 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό των 38.732,60 ευρώ και 3) προς την τέταρτη των καθ' ων η αίτηση, ...: α) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης στις 24-1-2013 το ποσό των 22.397 ευρώ, β) δυνάμει της υπ' αριθμόν ...

σύμβασης πιστωτικής κάρτας στις 24-1-2013 το ποσό των 3.392,24 ευρώ και γ) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας στις 24-1-2013 το ποσό των 1.444,55 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό των 27.233,79 ευρώ. Επιπροσθέτως, οφείλει στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία "...", ως μη δικαιούχο διάδικο σύμφωνα με το άρθρο 2§4 Ν. 4354/2015 και την υπ' αριθμόν 118/2017 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος και νόμιμο αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εδρεύουσας στο ...

αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." βάσει της μεταξύ τους συναφθείσας από 16-11-2018 σύμβασης διαχείρισης αφενός δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας στις 24-12-2012 το ποσό των 1.226,40 ευρώ και αφετέρου δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου στις 23-1-2013 το ποσό των 8.215,74 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό των 9.442,14 ευρώ.

Οι προεκτεθείσες απαιτήσεις περιήλθαν στην αμέσως ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ως ειδική διάδοχο της εδρεύουσας στο ... αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...." δυνάμει της από 16-10-2018 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, ενώ στην τελευταία εταιρεία περιήλθαν αυτές ως ειδική διάδοχο της τρίτης των καθ' ων η αίτηση και ήδη τρίτης των εφεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." με την από 13-3-2018 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων.

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς τους μετέχοντες πιστωτές ανέρχεται σ' αυτό των 204.019,45 ευρώ. Εξάλλου, οι ως άνω οφειλές προς το πρώτο των εφεσιβλήτων που απορρέουν από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου και τη σύμβαση δανείου μικροεπισκευών είναι ενέγγυες, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης (6§3 Ν. 3869/2010), ενώ οι λοιπές οφειλές τυγχάνουν ανέγγυες και επομένως παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους.

Η αιτούσα, λόγω της υπερχρέωσής της, που επήλθε εντός κλίματος οικονομικής υπεραισιοδοξίας και του ύψους των μηνιαίων δόσεων που απαιτείται να καταβάλει για την εξυπηρέτηση των προπαρατεθεισών δανειακών συμβάσεων, εξαιτίας και των υψηλών επιτοκίων, έχει παύσει την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της από τις αρχές του έτους 2013, εκτός του προεκτεθέντος ποσού των 200 ευρώ, που παρακρατείται υπέρ του πρώτου των καθ' ων από το μισθό της, ενώ κατά το έτος 2012 προέβαινε σε μερική έστω εξόφληση των σχετικών οφειλών της (βλ.

αντίγραφα κίνησης λογαριασμών και ανωμοτί εξέταση αιτούσας). Στην περιέλευση αυτής σε κατάσταση αδυναμίας ικανοποίησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της συντέλεσαν η μείωση των αποδοχών της αιτούσας λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης και της υπερφορόλογησης των διαθέσιμων εισοδημάτων της και η κάλυψη των αναγκών των τέκνων της εξ ολοκλήρου από την ίδια από τον προμνημονευθέντα χρόνο λύσης του γάμου της, χωρίς μάλιστα να αναμένεται να βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση στο εγγύς μέλλον.

Επιπροσθέτως, η αιτούσα επιβαρύνεται με επιπλέον έξοδα ως προς την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της θυγατέρας της, Ε.ς, η οποία πάσχει από αγεννεσία του μεσολοβίου του εγκεφάλου με συνοδό διάταση των ινιακών κεράτων των πλαγίων κοιλιών, με αποτέλεσμα να έχει ποσοστό αναπηρίας 67% εφ' όρου ζωής και δείκτη νοημοσύνης 50 (βλ.

την από ... γνωστοποίηση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ./Κ.Ε.Π.Α... περί αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας). Εξάλλου, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ο πρώην σύζυγος της, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αδυνατεί μετά τη λύση του μεταξύ τους γάμου να συνεισφέρει στις δαπάνες διατροφής των κοινών τέκνων τους λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει από την επαγγελματική του δραστηριότητα (βλ.

ανωμοτί εξέταση αιτούσας). Η αιτούσα έλαβε τα προαναφερθέντα δάνεια κατά τη χρονική περίοδο από το έτος …. έως το έτος ….., πλην του υπ' αριθμόν λογαριασμού ... καταναλωτικού δανείου από τη δικαιοπάροχο της τέταρτης των καθ' ων το οποίο έλαβε στις 7-5-2012. Κατά τον χρόνο λήψης των επίμαχων δανείων η αιτούσα μπορούσε εντούτοις να εκπληρώνει τις απορρέουσες από τις προπαρατεθείσες συμβάσεις δανείου υποχρεώσεις της μέσω του μισθού της αλλά και με τη συνεισφορά του τότε συζύγου της στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, ο οποίος συμμετείχε με τα εισοδήματά του από την επιχειρηματική του δραστηριότητα.

Άλλωστε, η αιτούσα δεν προέβλεψε ως ενδεχόμενο ότι ο δανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες κατά τον χρόνο λήψης των δανείων ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αλλά θεωρούσε, τόσο κατά τον χρόνο λήψης των δανείων όσο και μεταγενέστερα ότι θα επιτύγχανε με το μισθό της και τη συμμετοχή του πρώην συζύγου της μέσω των εισοδημάτων του στη διατροφή των κοινών τους τέκνων να αποπληρώσει τις οφειλές της.

Επομένως, η αιτούσα ούτε γνώριζε κατά την ανάληψη των ανωτέρω χρεών της ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους ούτε από δική της υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Άλλωστε, μόνη η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων, η εξυπηρέτηση των οποίων είναι επισφαλής, δεν αποτελεί στοιχείο δόλου.

Ούτε μπορούσε, βέβαια, να προβλέψει αφενός την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε και οδήγησε την ίδια σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής και αφετέρου το ύψος των περικοπών του μισθού της. Συντρέχει επομένως, μη αναγόμενη σε δόλο της αιτούσας, μόνιμη πραγματική αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτής, η οποία στερείται, ενόψει των προαναφερθέντων, εμπορικής ιδιότητας και άρα πτωχευτικής ικανότητας, προς τους μετέχοντες πιστωτές της.

Η αιτούσα έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά της την κείμενη στην ….. και επί της οδού ... αρ. ….. ισόγεια κατοικία εμβαδού 119,60 τ.μ., με υπόγειο εμβαδού 137,80 τ.μ., που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο επιφανείας 352,22 τ.μ. Το εν λόγω ακίνητο χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία της αιτούσας και δεν θα ρευστοποιηθεί. Επιπροσθέτως, η αιτούσα έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά της το με στοιχεία ....

αυτοκίνητο, μάρκας ..., τύπου ..., 1.390 c.c.., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999, το οποίο, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της οικογένειάς της, ενώ λόγω της παλαιότητάς του δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε να αποφέρει αξιόλογο τίμημα μετά την αφαίρεση και των εξόδων εκποίησης, και συνεπώς δεν πρέπει να ρευστοποιηθεί.

Συντρέχουν επομένως οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας προς τους ως άνω πιστωτές αυτής από τα προδιαληφθέντα εισοδήματά της επί πενταετία. Μέσω του προαναφερθέντος μηνιαίου μισθού της, η αιτούσα καλύπτει τις ατομικές βιοτικές ανάγκες αυτής και τις δαπάνες διατροφής των ανηλίκων τέκνων της, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο πρώην σύζυγος αυτής αδυνατεί να συνεισφέρει στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών των τέκνων τους.

Επί τη βάσει των προεκτεθέντων, η μηνιαία δόση της αιτούσας προς τους προμνημονευθέντες πιστωτές αυτής πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 350 ευρώ, το οποίο ευρίσκεται εντός των ορίων της οικονομικής της δυνατότητας. Η αιτούσα πρέπει επομένως να καταβάλλει, για το προειρημένο χρονικό διάστημα της πενταετίας, αρχής γενομένης από το πρώτο πενθήμερο του επόμενου μήνα από την επίδοση της παρούσας δευτεροβάθμιας απόφασης και εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μηνός: 1) στο πρώτο των εφεσιβλήτων το μηνιαίο ποσό των 220,63 [(128.610,92 € / 204.019,45 €) Χ 350 €] ευρώ, 2) στη δεύτερη των εφεσιβλήτων το μηνιαίο ποσό των 66,45 [(38.732,60 € / 204.019,45 €) Χ 350 €] ευρώ, 3) προς την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα το μηνιαίο ποσό των 16,20 [(9.442,14 € / 204.019,45 €) Χ 350 €] ευρώ, και 4) προς την τέταρτη των εφεσιβλήτων το μηνιαίο ποσό των 46,72 [(27.233,79 € / 204.019,45 €) Χ 350 €] ευρώ.

Προς το σκοπό της διάσωσης του δικαιώματος πλήρους κυριότητας της αιτούσας επί της κύριας κατοικίας της απαιτείται επιπροσθέτως, κατόπιν αιτήματός της, να καθορισθούν μηνιαίες δόσεις μέχρι το ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του περί ου ο λόγος ακινήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 89.565,12 ευρώ (βλ.

ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2009), ήτοι έως το συνολικό ποσό των 71.652,10 (89.565,12 € Χ 80%) ευρώ, που δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για την περίπτωση της αιτούσας. Οι προαναφερθείσες μηνιαίες δόσεις ως προς τη διάσωση της κύριας κατοικίας αυτής πρέπει περαιτέρω, ενόψει της διάρκειας των επίμαχων δανείων, του ύψους του προμνημονευθέντος καταβλητέου για την προειρημένη διάσωση συνολικού ποσού, της οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας και της ανωτέρω ηλικίας της, να καθορισθούν για χρονικό διάστημα 20 ετών, ήτοι 240 μήνες.

Έτσι, κάθε δόση ως προς τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας συνίσταται στο ποσό των 298,55 [71.652,10 €/(20 έτη Χ 12 μήνες)] ευρώ. Αφετηρία της καταβολής αυτών των μηνιαίων δόσεων θα είναι το πέρας των ανωτέρω δόσεων, οι οποίες έχουν ορισθεί για την προμνημονευθείσα πενταετία, και δη από την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά το εν λόγω πέρας και εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, άνευ ανατοκισμού και με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδοτήσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Από τις προειρημένες καταβολές ως προς τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις του πρώτου εφεσιβλήτου εναντίον αυτής, που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια επί του προδιαληφθέντος ακινήτου. Εξάλλου, το κατ' άρθρο 11§1 Ν. 3869/2010 αίτημα περί απαλλαγής της αιτούσας από κάθε υπόλοιπο οφειλής πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν, δοθέντος ότι τούτο αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αίτησης του οφειλέτη, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση απ' αυτόν όλων των υποχρεώσεων, που επιβάλλονται δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης επί της κατ' άρθρο 4§1 Ν. 3869/201 3 αίτησης.

Ως εκ τούτου, η απαλλαγή της αιτούσας από τα υπόλοιπα των προαναφερθέντων χρεών της θα επέλθει με την τήρηση των προμνημονευθέντων όρων της παρούσας ρύθμισης, εξαιρούμενης της ρευστοποίησης της κύριας κατοικίας της αιτούσας .........''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 11-4-2018 έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης 603/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη από 8-7-2013 αίτησή της και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας προς τις πιστώτριες τράπεζες και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της.

Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ότι δηλαδή συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της προς τις πιστώτριες τράπεζες, η οποία αδυναμία της δεν οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η έλλειψη ενδεχόμενου δόλου αυτής κατά τον προεκτεθέντα χρόνο (αναλήψεως των δανειακών της υποχρεώσεων).

Ειδικότερα, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει: α] τις καθαρές κατά μήνα αποδοχές της αιτούσας, η οποία είναι δασκάλα και έχει την επιμέλεια των τεσσάρων ανηλίκων τέκνων της, καθόσον είναι διαζευγμένη από το έτος 2012, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2013 [η αίτηση υποβλήθηκε στις 8-7-2013], καθώς και το συνολικό εισόδημά της κατά τα οικονομικά έτη 2009-2017, όπως και το καθαρό εισόδημα του πρώην συζύγου της, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατά τα οικονομικά έτη 2009-2012, β] τις οφειλές της προς τις πιστώτριες τράπεζες, από τις οποίες έλαβε τα δάνεια την χρονική περίοδο 2004-2008, όταν και μπορούσε να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις μέσω του μισθού της και της συνεισφοράς του τότε συζύγου της, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 204.019,45 ευρώ και ειδικότερα προς το αναιρεσείον, από δύο στεγαστικά δάνεια, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 128.610,92 ευρώ και γ] ότι, από το έτος 2013 περιήλθε σε μόνιμη πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της, μη αναγόμενη σε δόλο [ενδεχόμενο] αυτής, κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων αλλά και μεταγενέστερα, καθόσον δεν γνώριζε και δεν επεδίωξε ούτε προέβλεψε ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής αυτών και ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών που έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από την ίδια, αφού θεωρούσε (τόσο κατά τον χρόνο λήψης των δανείων όσο και μεταγενέστερα) ότι θα επιτύγχανε με το μισθό της και τη συμμετοχή του πρώην συζύγου της μέσω των εισοδημάτων του στη διατροφή των κοινών τους τέκνων, να αποπληρώσει τις οφειλές της, δεν γνώριζε δε κατά την ανάληψη των ανωτέρω χρεών της ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους ούτε από δική της υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Οι περαιτέρω επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς στην προσβαλλομένη απόφαση: α] ο χρόνος που καταρτίστηκαν τα δάνεια της πρώτης αναιρεσιβλήτου με τις πιστώτριες τράπεζες, β] τα εισοδήματα αυτής κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, γ] τα εισοδήματα του συζύγου της από την επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος που αυτός διατηρούσε κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και δ] το αν μετά τη ρύθμιση της αιτούσας με το Τ.Π.Δ., με την οποία πέτυχε την επιμήκυνση της διάρκειας εξόφλησης των προς αυτό δανείων της, ήταν και πάλι σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, κρίνονται, πέραν της κατά τα προεκτεθέντα ουσιαστικής αβασιμότητάς τους, προεχόντως απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Κατ` ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 22-10-2019 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 444/23-10-2019) αίτηση για αναίρεση της 126/2019 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ