Legislator Case Law & Legislation
1172/2021 AI generated

Supreme Court quashes appealable judgment for employer's failure to secure construction site materials on road.

Case Number 1172/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the first-instance judgment regarding a traffic accident caused by construction materials left on the roadway. The employer was found negligent for failing to remove materials and secure the site despite being the project owner, a duty not solely dependent on their status as an employer. Consequently, the case was remitted to a different judge for retrial with the employer ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 932 of the Civil Code; Article 47 of the Code of Civil Procedure: An employer's status alone does not establish liability; liability requires a specific failure to take safety measures mandated by law, which constitutes unlawful conduct and causation of damage.

Keywords

AI generated
employer liability construction site safety roadway obstruction negligence remittal for retrial civil code provisions traffic accident damages

Cited Legislation

AI generated
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 297, 298 and 330 of the Civil Code
Article 47 of the Code of Civil Procedure
Article 9 of the Code of Civil Procedure
Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1172 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1172/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Χ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 148/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 262/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο, είχε απορρίψει την από 26-3-2012 αγωγή του. Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, κατά τις οποίες, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και εάν του προκάλεσε ηθική βλάβη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που επέφερε βλάβη στην υγεία του, να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση και το συνδυασμό τους με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις:

α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) η πράξη ή η παράλειψη να είναι υπαίτια, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) πρόκληση θετικής ή αποθετικής ζημίας και ηθικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνο όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία των ατομικών συμφερόντων αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν παρέχει τέτοια αξίωση η παράβαση δικαιικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει ότι εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, να παρεμποδίσει την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι ήταν υποχρεωμένος σε θετική πράξη αντίστοιχης αποτροπής.

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από τις αρχές που απορρέουν ιδίως από τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης και την αρχή της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, και το γενικό πνεύμα του δικαίου, οι οποίες αρχές, σε περίπτωση που κάποιος με προηγούμενη συμπεριφορά του δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση ή κατάσταση δυσχέρειας σε άλλον, εκ της οποίας μπορούσε να προέλθει ζημιά σ' αυτόν, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου, επιβάλλουν σε εκείνον θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας αυτού (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 664/2017, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 820/2002).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.

Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.

Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 290/2011).

β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς δικό του πταίσμα, ευθύνεται για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο υπ' αυτού προστηθείς με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο (ΑΠ 698/2012, ΑΠ 844/2008). Από τα άρθρα 681, 688 - 691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος, που με την εργολαβική σύμβαση συνδέεται ενοχικώς με τον εργοδότη, δεν θεωρείται κατ' αρχήν ως προστηθείς από αυτόν, αφού δεν ευρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης και, επομένως, ο εργοδότης δεν ευθύνεται για τη ζημία που ο εργολάβος ή τα χρησιμοποιούμενα από αυτόν πρόσωπα προξένησαν σε τρίτον.

Εξαίρεση υπάρχει αν ο εργοδότης, με την εργολαβική σύμβαση επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, οπότε ο τελευταίος (εργολάβος) υπακούει στις οδηγίες εκείνου και θεωρείται προστηθείς από τον εργοδότη (ΑΠ 876/2012, ΑΠ 1328/2010, ΑΠ 464/2000, ΑΠ 684/1999).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ν. 2094/1992 "Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας", προκύπτει ότι αυτοί που εκτελούν έργα και εναποθέτουν υλικά και εργαλεία στις οδούς υποχρεούνται: α) να εκτελούν το έργο και εναποθέτουν τα υλικά και τα εργαλεία κατά τρόπο, που να μην παρεμποδίζουν την κυκλοφορία. Αν η παρεμπόδιση δεν μπορεί να αποφευχθεί επιβάλλεται να επισημαίνονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κώδικα αυτού, οι χώροι εκτέλεσης του έργου και τα υλικά.

β) Να περιφράσσουν τα ορύγματα ή άλλους επικίνδυνους για την κυκλοφορία χώρους των έργων και επισημαίνουν αυτούς κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 αυτού. Κατά, δε, τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 9 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι όταν εκτελούνται εργασίες στις οδούς, τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις όλες οι πινακίδες που απαιτούνται κατά περίπτωση, ήτοι πινακίδες κινδύνου, ρυθμιστικές ή πληροφοριακές.

Επιπλέον αυτής της σήμανσης, τα όρια των επί του οδοστρώματος εκτελούμενων εργασιών ή οι χώροι εναπόθεσης υλικών, πρέπει να επισημαίνονται με την τοποθέτηση συνεχών ή διακεκομμένων εμποδίων τα οποία να είναι εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος και κατά τη νύκτα, αν τα εμπόδια δεν είναι αντανακλαστικά, με φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία.

Τα για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούμενα αντανακλαστικά στοιχεία και σταθερά φώτα τα οποία αναβοσβήνουν, πρέπει να έχουν χρώμα βαθύ κίτρινο. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, τα ως άνω μέσα σήμανσης τοποθετούνται με μέριμνα και ευθύνη των εργοληπτών ή των εκτελούντων τις εργασίες, σε περίπτωση δε που οι εργασίες εκτελούνται απολογιστικά, από τον επιβλέποντα το έργο.

Οι φορείς που κατασκευάζουν τα διάφορα έργα στις οδούς ή αναθέτουν την κατασκευή τους σε τρίτους υποχρεούνται να ελέγχουν την τοποθέτηση των μέσων σήμανσης. Η μη συμμόρφωση του υπόχρεου προς την άνω επιβαλλόμενη σ' αυτόν, κατά τα άρθρα 47 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Κ.Ο.Κ., υποχρέωση, αν και δεν θεμελιώνει μόνη αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί αναμφίβολα στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 810/2017).

Από το συνδυασμό, δε, των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 681, 914 και 922 ΑΚ και 47 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Κ.Ο.Κ., συνάγεται ότι: Υπόχρεος για τη λήψη των επιβαλλόμενων μέτρων ασφάλειας σε περίπτωση κατάληψης μέρους του οδοστρώματος από υλικά ή εργαλεία κατά την εκτέλεση κάποιου έργου, είναι ο κύριος του έργου, που το εκτελεί ο ίδιος, μόνος ή με τεχνίτες και εργάτες που αυτός προσλαμβάνει, και ο οποίος για το λόγο αυτό εναποθέτει τα υλικά ή εργαλεία στο οδόστρωμα. Αν ο κύριος του έργου έχει αναθέσει την εκτέλεση αυτού σε εργολάβο και ο τελευταίος κατά την εκτέλεση του έργου καταλάβει μέρος του οδοστρώματος με την εναπόθεση σ' αυτό υλικών ή εργαλείων, υπόχρεος για την τήρηση της υποχρέωσης αυτής είναι ο εργολάβος (εργολήπτης κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ.) και όχι ο κύριος του έργου. Αν ο εργολάβος δεν συμμορφωθεί στην υποχρέωσή του αυτή, ευθύνεται μόνον αυτός για τις, με τη σχετική παράλειψή του, αιτιωδώς συνδεόμενες ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους. Αν, όμως, ο κύριος του έργου επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, στις οποίες αυτός υποχρεούται να υπακούει, είναι προστήσας τον εργολάβο.

Συνεπώς, σε περίπτωση που ο τελευταίος, μολονότι εναπόθεσε υλικά ή εργαλεία στο οδόστρωμα, δεν συμμορφώθηκε προς τις ανωτέρω προστατευτικές διατάξεις και παρέλειψε τη λήψη των από αυτές επιβαλλόμενων μέτρων προστασίας των χρηστών της οδού, ευθύνεται και ο κύριος του έργου, για τις τυχόν ζημίες που θα προκληθούν σε τρίτους και τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη παράλειψη του εργολάβου.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπακούεται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι, εκτιμώντας το Εφετείο το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις ουσιώδεις για την εκτίμηση των προβαλλόμενων αναιρετικών πλημμελειών, ουσιαστικές παραδοχές της: <<Στις 21-6-2009,ημέρα Κυριακή και περί ώρα 0.5.30 π.μ., ο ενάγων έβαινε με την υπ' αριθμ.

κυκλοφ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της μητέρας του Ε. Χ., επί της οδού Μακεδονίας στην πόλη του Τυρνάβου, με κατεύθυνση από Άγιο Δημήτριο προς την οδό Λαρίσης. Η συγκεκριμένη οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,5 μέτρων πέραν του οποίου υπάρχει πεζοδρόμιο, ενώ υπάρχει ευθεία, η ορατότητα δεν περιορίζεται και ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής (βλ.

έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας). Όταν ο ενάγων έφτασε στο ύψος της οικίας του εναγομένου, η οποία βρίσκεται επί της οδού Μακεδονίας στο ρεύμα πορείας από την οδό Λαρίσης προς Άγιο Δημήτριο (ήτοι στο αντίθετο ρεύμα από αυτό που έβαινε ο ενάγων), παρά το ότι, όπως ομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής, δεν αντιλήφθηκε ότι επί του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας από την οδό Λαρίσης προς Άγιο Δημήτριο, υπήρχε σωρός από άμμο ύψους 40 εκ.

περίπου, ο οποίος καταλάμβανε πλάτος αυτού περί τα 2,5 μέτρα αρχής γενομένης της μέτρησης από το τέλος του πεζοδρομίου και προς το κέντρο της οδού (βλ. έκθεση αυτοψίας). Σημειωτέον ότι στο σημείο όπου υπήρχε ο σωρός από άμμο δεν είχε γίνει σχετική σηματοδότηση και ειδικότερα δεν είχαν τοποθετηθεί προ του σωρού ούτε πινακίδα αναγγελίας κινδύνου, ούτε ελαστικοί κώνοι με αντανακλαστικό υλικό και φακούς εκπομπής σταθερού κόκκινου φωτός.

Ο ενάγων, εξαιτίας του ότι οδηγούσε την ανωτέρω μοτοσικλέτα κατά παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,78 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, σε συνδυασμό και με το ότι οδηγούσε μετά από πολύωρη εργασία στο κατάστημά του (διατηρεί ψητοπωλείο στην πόλη του Τυρνάβου), όντας σωματικά καταπονημένος, γεγονότα που μείωναν τα αντανακλαστικά του, εισήλθε στο αντίθετο προς το δικό του ρεύμα πορείας, με σκοπό να αποφύγει ένα φορτηγό που ήταν σταθμευμένο προς τα δεξιά του ρεύματος πορείας του και μην έχοντας αντιληφθεί τον σωρό από άμμο προσέκρουσε σε αυτόν και εκσφενδονίστηκε στο οδόστρωμα, τραυματισθείς σοβαρά, έχοντας υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση, δεδομένου ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος.

Ο εναγόμενος προεχόντως ισχυρίσθηκε ότι δεν ευθύνεται για το ατύχημα, καθόσον δεν ήταν αυτός που εναπόθεσε το σωρό της άμμου επί του οδοστρώματος. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι στην αυλή της οικίας του γίνονταν εργασίες διαμόρφωσης δαπέδου και τοποθέτησης πέτρας στα εξωτερικά τοιχώματα της κατοικίας του από το συνεργείο του εργολάβου Α.

Μ., στον οποίο είχε αναθέσει τις σχετικές εργασίες και ότι ο ίδιος απουσίαζε στην εξοχική του κατοικία. Τον ισχυρισμό του δε αυτό επιβεβαίωσε και ο μάρτυράς του Π. Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Πλην όμως, ο ίδιος ο εναγόμενος, στην από 26-1-2010 ανωμοτί εξέτασή του ομολογεί ότι οι εργασίες (διαμόρφωσης δαπέδου και τοποθέτησης πέτρας) είχαν ήδη τελειώσει, πράγμα που γνώριζε και ο ίδιος, παρότι, όπως ισχυρίζεται, απουσίαζε από την οικία του κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Ειδικότερα ανέφερε τα εξής: "Για όσο με αφορά είχαμε τελειώσει εμείς τις εργασίες το Σάββατο και ο εργολάβος είχε μαζέψει όλα τα υλικά από το δρόμο. Αν έμεινε, μόνο ένα καρότσι άμμο ψιλή γιατί εμείς είχαμε τελειώσει τις εργασίες....". Επομένως, ενόψει του ότι οι εργασίες είχαν τελειώσει, ο εναγόμενος εργοδότης φέρει την ευθύνη του μη καθαρισμού του οδοστρώματος έμπροσθεν της οικίας του από την άμμο, αλλά και τηρήσεως όλων των μέτρων ασφαλείας, ήτοι της τοποθετήσεως προ του σωρού πινακίδας αναγγελίας κινδύνου με αντανακλαστικό υλικό και φανούς εκπομπής σταθερού κόκκινου φωτός, ώστε να ειδοποιούνται εγκαίρως για την ύπαρξη εμποδίου οι χρήστες της οδού.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντος ανετράπη σε απόσταση 50-100 μέτρων από την οικία του και στην αντίθετη πλευρά, διαψεύδεται από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, το οποίο τοποθετεί τις χαραγές στο οδόστρωμα μπροστά από την σωρό της άμμου και για 14 μέτρα, με τελική θέση του δικύκλου κάθετα στο οδόστρωμα και δίπλα στο πεζοδρόμιο μπροστά από την οικία του εναγομένου, την δε τελική θέση του ενάγοντος στο κέντρο σχεδόν του οδοστρώματος.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο Α. Ε. γνώριζε το σημείο ανατροπής του ενάγοντος διότι προσέτρεξε αμέσως στον τόπο του ατυχήματος για να τον βοηθήσει να σηκωθεί, δεν κρίνεται πειστικός ενόψει του ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας. Η ύπαρξη του φορτηγού αυτοκινήτου προκύπτει από την φωτογραφία με αριθμό (2) που πήρε ο μάρτυρας του ενάγοντος Ι.

Π. την επομένη του ατυχήματος (βλ. κατάθεσή του), ενώ ο εναγόμενος παραδέχεται την ύπαρξη ενός σταθμευμένου φορτηγού, ιδιοκτησίας Ε. Α., απ' την πλευρά όμως της οικίας του (βλ. απολογία του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου). Τα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν, απορρέουν από την συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τα στοιχεία του φακέλου της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε, δηλ.

την προανακριτική κατάθεση του παθόντος, την ανωμοτί κατάθεση του εναγομένου, την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, τις φωτογραφίες που προσκόμισαν οι διάδικοι, όπου απεικονίζεται το σημείο του ατυχήματος και η άμμος στο οδόστρωμα, καθώς και τα πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας και του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, κατ` άρθρο 339 σε συνδ.

προς το άρθρο 395 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά υπαίτιοι για το ατύχημα αυτό είναι και οι δύο διάδικοι. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, που είχε αναθέσει την εκτέλεση του παραπάνω έργου σε εργολάβο, είναι υπαίτιος διότι αν και είχαν τελειώσει οι εργασίες του έργου και ενώ δεν είχε καθαριστεί επαρκώς ο χώρος από το συνεργείο του εργολάβου από τα διάφορα οικοδομικά υλικά μεταξύ των οποίων και της άμμου (περίπου ένα καρότσι ψιλή άμμος ομολογεί ο εναγόμενος), που είχε εναποτεθεί στο οδόστρωμα έμπροσθεν της οικίας του, παρέλειψε να τοποθετήσει, προ του σωρού της άμμου πινακίδα αναγγελίας κινδύνου, ελαστικούς κώνους με αντανακλαστικό υλικό και φανούς εκπομπής σταθερού κόκκινου φωτός, ώστε να ειδοποιούνται εγκαίρως οι οδηγοί που εκινούντο επί της οδού για την ύπαρξη εμποδίου, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση του άρθρου 47 του ΚΟΚ, συμπεριφορά που συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, το οποίο είναι βέβαιο ότι θα αποφεύγονταν αν τηρούσε τους ανωτέρω κανόνες επιμέλειας.

Σημειώνεται ότι, η αμέλεια του εναγομένου, παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, (καταλογίζεται με την αγωγή ότι ήταν ο εναγόμενος αυτός που εναπόθεσε την άμμο στο οδόστρωμα), ενόψει του ότι δεν μεταβάλλεται η έννοια αυτής (αμέλειας) και δεν προσδίδεται σ` αυτή διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής.

Ο παθών-ενάγων, οδηγός της με αριθ. κυκλοφ. … δίκυκλης μοτοσικλέτας, είναι υπαίτιος διότι οδηγούσε την ανωτέρω μοτοσικλέτα υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό 0,78 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Η μέθη του ενάγοντος οδηγού συνέβαλε στην επέλευση του ατυχήματος, καθόσον λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης στην οποία περιήλθε ο τελευταίος, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα πολύωρη εργασία του στο κατάστημά του-ψητοπωλείο, δημιουργήθηκαν ευνοϊκές συνθήκες (έλλειψη προσοχής εν καιρώ νυκτός, με περιορισμένη ορατότητα λόγω υπάρχοντος εμποδίου <φορτηγού> και ολισθηρό οδόστρωμα λόγω της άμμου που καταλάμβανε πλάτος αυτού περί τα 2,5 μέτρα, αδυναμία πλήρους ελέγχου της οδηγήσεως και εκτελέσεως των αναγκαίων σταθμίσεων) για την πρόκληση του ατυχήματος, αλλά και της εκτάσεώς του.

Σημειώνεται ότι το Τριμελές Πλημ/κείο Λάρισας με την υπ' αριθμ.1527/2014 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον εναγόμενο για την σωματική βλάβη του ενάγοντος. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2111/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που, όμως, αναιρέθηκε λόγω ελλιπούς αιτιολογίας με την υπ' αριθμ. 1723/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έπαυσε την σε βάρος του εναγομένου ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, εκτιμώντας την βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς του καθενός από τους διαδίκους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς τους για την επέλευση του ατυχήματος, ανέρχεται σε 70% για τον εναγόμενο και σε 30% για τον ενάγοντα. Γι' αυτό η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, που πρόβαλε ο εναγόμενος παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΚ 300) και επαναφέρει με τις εφετειακές προτάσεις του, είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά το αντίστοιχο ποσοστό>>.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 681 ΑΚ, 47 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων είχε αναθέσει την εκτέλεση των εργασιών διαμόρφωσης του δαπέδου της αυλής της οικίας του και επένδυσης με πέτρα των εξωτερικών τοιχωμάτων αυτής, στον αναφερόμενο εργολάβο Α.

Μ., ο οποίος και τις εκτέλεσε, πλην όμως μετά την περάτωσή τους δεν απομάκρυνε όλα τα οικοδομικά υλικά που είχε εναποθέσει στο οδόστρωμα για την εκτέλεση του έργου και συγκεκριμένα ποσότητα άμμου, έκρινε ότι αυτός (αναιρεσείων) ευθύνεται για το περιγραφόμενο ατύχημα και τραυματισμό του αναιρεσίβλητου.

Την ευθύνη του αναιρεσείοντος εστιάζει σε παράλειψη αυτού να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 47 του Κ.Ο.Κ.. Συγκεκριμένα δέχεται ότι αυτός είχε υποχρέωση από την άνω διάταξη να λάβει τα προστατευτικά μέτρα που, τόσον αυτή, όσο και εκείνες του άρθρου 9 παρ. 1-3 του ίδιου Κώδικα, επιβάλλουν και ειδικότερα της σήμανσης των υλικών αυτών με την τοποθέτηση πινακίδας κινδύνου και της σήμανσης του χώρου εναπόθεσης των υλικών με ελαστικούς κώνους με αντανακλαστικό υλικό και φανούς εκπομπής σταθερού κόκκινου φωτός.

Συνδέει, δε, την παραδοχή αυτή μόνο με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη και με το γεγονός της περάτωσης των εργασιών εκτέλεσης του έργου από τον ως άνω εργολάβο, α) χωρίς να υπάρχει παραδοχή ότι ο αναιρεσείων εκτελούσε ο ίδιος το έργο ή ότι αυτός εναπόθεσε τη σωρό της άμμου στο οδόστρωμα και κατέλαβε τμήμα αυτού, β) χωρίς να υπάρχει παραδοχή περί επιφύλαξης από τούτον (αναιρεσείοντα-εργοδότη) για τον εαυτό του της διεύθυνσης και επίβλεψης της εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον άνω εργολάβο εντολών και οδηγιών, στις οποίες εκείνος υποχρεούται να υπακούει, οπότε να θεωρείται προστηθείς από αυτόν, ευθυνόμενος εντεύθεν για τις ζημίες που αυτός προκαλεί σε τρίτους με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις και στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη μη συμμόρφωσή του στις, εκ των άρθρων 47 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Κ.Ο.Κ., υποχρεώσεις του για λήψη μέτρων ασφάλειας και επισήμανσης των ορίων του χώρου που καταλαμβάνουν τα υλικά που είχε εναποθέσει στο οδόστρωμα, συνεπεία των οποίων επήλθε, κατά τις παραδοχές του, ο τραυματισμός και οι εξ αυτού ζημίες του αναιρεσίβλητου, και γ) χωρίς να αποδίδει στον αναιρεσείοντα άλλη σχέση με την οποία να συνδέεται υποχρέωσή του, κατά τα άρθρα 47 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Κ.Ο.Κ., να λάβει τα μέτρα ασφάλειας και επισήμανσης που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές.

Μόνη, όμως, η ιδιότητα του εργοδότη, δεν θεμελιώνει, κατά την επικαλούμενη από την προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη του άρθρου 47 του Κ.Ο.Κ., που ρητά σημειώνεται, αλλά και τις διατάξεις του, μη αριθμητικά αναφερόμενου άρθρου 9 του ίδιου Κώδικα, επί του περιεχομένου του οποίου στηρίζει παράλειψη συμμόρφωσής του, υποχρέωση του ιδίου να λάβει τα επιβαλλόμενα από τις προστατευτικές αυτές διατάξεις μέτρα ασφάλειας και να επισημάνει τα όρια του χώρου εναπόθεσης των υλικών στο οδόστρωμα, για την προστασία των κινούμενων με τα οχήματά τους στην οδό, και την αποτροπή κινδύνου πρόκλησης ατυχήματος.

Εξάλλου, ούτε το γεγονός της αποπεράτωσης της εκτέλεσης του έργου από τον εργολάβο και της αποχώρησης του τελευταίου χωρίς να απομακρύνει όλα τα υλικά που είχε εναποθέσει στο οδόστρωμα, δημιουργεί υποχρέωση, του αναιρεσείοντος εργοδότη, κυρίου του έργου, που να θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 1 και 9 παρ. 1-3 του Κ.Ο.Κ., ώστε η παράλειψή του να λάβει αυτός τα επιβαλλόμενα προστατευτικά μέτρα, για να άρει την κατάσταση επικινδυνότητας που προκαλούν τα υλικά αυτά, να συνιστά παράνομη συμπεριφορά του και υπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού που υπέστη ο αναιρεσίβλητος.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την οποία μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφασή του, με τον πρώτο βάσιμο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων. Επομένως, με την παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος στην αναιρετική δίκη, αλλά μη καταθέσαντος προτάσεις, αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, o αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)