Legislator Case Law & Legislation
1172/2020 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for contradictory reasoning regarding public employment contract status.

Case Number 1172/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Athens' decision regarding the status of a public employee's contract. The lower court found contradictory reasoning by accepting fixed-term contracts while simultaneously ruling the employment relationship was continuous and indefinite without sufficient justification. Consequently, the case was remanded for retrial with the employee ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 1 of the Constitution; Article 1 of Law 1406/1983; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a court of first instance provides unclear or contradictory reasoning regarding the qualification of a public employment contract, the Supreme Court must annul the decision and remand the case for retrial.

Keywords

AI generated
public employment contract indefinite term status contradictory reasoning remand for retrial legal costs allocation Supreme Court annulment administrative contract law

Cited Legislation

AI generated
Article 94 of the Constitution
Article 1 of Law 1406/1983
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 103 of the Constitution
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1172 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1172/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Παπίδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. Σ. του Μ., κατοίκου ... που παραστάθηκε, αφού ανακάλεσε την δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ.2), μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 3430/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2496/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικό δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων, και οι διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημοσίας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους, διέπεται έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νομίμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου.

Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.

Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ475/2018,1325/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

2. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι από 15-09-2000, δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που σύναπτε με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παρείχε τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της συνοδού στα σχολικά λεωφορεία για τη μεταφορά μαθητών των Ειδικών Σχολείων με πλήρες ωράριο δημοσίου υπαλλήλου μέχρι τις 12-07-2006, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Ζήτησε δε, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2112/1920, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται εξ' αρχής με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν. Ύστερα από άσκηση έφεσης κατ'αυτής του εναγομένου εκδόθηκε η εδώ αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία το Εφετείο έκρινε αβάσιμο το λόγο έφεσης, με τον οποίο προβαλλόταν έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, και ακολούθως, κρίνοντας ότι οι ένδικες συμβάσεις ενόψει του χρόνου έναρξης από το έτος 2000 είναι άκυρες ως προς τον χρονικό προσδιορισμό τους κατά το άρθρο 8 του ν.2112/1920 και ότι συνιστούν εξ αρχής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, απέρριψε την έφεση.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις που. προαναφέρθηκαν και προσηκόντως υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που είχαν εκτεθεί ενώπιον του, αποδεχόμενο τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων διότι οι συμβάσεις εργασίας, από τις οποίες απορρέουν οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινού εργατικού δικαίου και δεν έχουν δημόσιο χαρακτήρα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τις συναφείς αιτιάσεις, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή νομική υπαγωγή, η από το άρθρο' 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση της παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1, 2, 3 του Π.Δ. 164/2004 στις οποίες καθορίζεται αρμοδιότητα του οικείου φορέα να διαπιστώσει τη συνδρομή των εκεί προϋποθέσεων του νόμου για τις ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του συμβάσεις, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, τούτο διότι, το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του Π.Δ 164/2004.

3.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της, Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού, χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου, χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων, ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη, μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).

Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο, εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.

Με το άρθρο 11 του τελευταίου Π.Δ. 164/2004, ενόψει του ότι οι διατάξεις του άρχισαν να ισχύουν από τις 19-07-2004, περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερθείσα Οδηγία 1999/70/ΕΚ και οι οποίες διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, προβλέπουν τη σχετική διαδικασία και αρμοδιότητα του οικείου φορέα να διαπιστώσει τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθώς και τη δυνατότητα του ΑΣΕΠ να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο.

Ανεξάρτητα, όμως, από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 21 12/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα, ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου, σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου, 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω.

προσωπικού ή την μετατροπή των - συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάλεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε, να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών, και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 598/2019, 1319/2019, 1398/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 6/2019, 4/2018, 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 169/2019, 1394/2017, 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 578/2019, 945/2019, 15/2018, 413/1993).

4.Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 παρ.2),προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα.: Ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, κατήρτισε με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει την εργασία της ως συνοδός των μαθητών του Ειδικού Σχολείου (Γυμνασίου -Λυκείου) Ηλιούπολης από τις εστίες τους στην έδρα του Σχολείου και αντίστροφα στον τόπο και χρόνο, που το εναγόμενο της είχε υποδείξει, αναλόγως των αναγκών του και των υπηρεσιακών συνθηκών.

Ότι, ειδικότερα, η ενάγουσα προσελήφθη από το εναγόμενο ως συνοδός των μαθητών με τις κάτωθι συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ως "συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου" και δη: 1)με την από 15-9-2000 σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δεκάμηνης διάρκειας από 15-09-2000 έως 15-07-2001, 2) με την από 11-09-2002 σύμβαση ιδιωτικού, δικαίου, ορισμέ νου χρόνου δεκάμηνης διάρκειας από 11-09-2002 έως 10-07-2003, 3) με την από 10-09-2003 σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δεκάμηνης διάρκειας από 10-09- 2003 έως 10-07-2004 και 4) με την από 12-09-2005 σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δεκάμηνης διάρκειας από 12-09-2005 ως 12-07-2006.

Ότι και μετά την άσκηση της παρούσας αγωγής απασχολούνταν από το εναγόμενο με την ίδια ειδικότητα και συγκεκριμένα με την από 01-10-2007 σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δεκάμηνης διάρκειας από 01-10-2007 έως 31-07-2008, με την από 23-09-2008 σύμβαση ιδιωτικού, δικαίου ορισμένου χρόνου δίμηνης διάρκειας από 23-09-2008 έως 22-11-2008 και με την από 24-02-2009 σύμβαση ιδιωτικού δικαίου.

ορισμένου χρόνου διάρκειας από 24-02-2009 έως 30-06-2009. Ότι από της προσλήψεώς της, την 15-09-2000 μέχρι και την 12-07-2006, η ενάγουσα παρείχε ανελλιπώς και χωρίς ενδιάμεσα διαστήματα διακοπής (πλην κάποιων λίγων μηνών μεταξύ δύο συμβάσεων) την εργασία της στο εναγόμενο, ως συνοδός στα σχολικά λεωφορεία για την μεταφορά των μαθητών του Ειδικού Σχολείου (Γυμνασίου και Λυκείου) Ηλιούπολης της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων του εναγομένου, με βάση τις εντολές, τις οδηγίες και τις υποδείξεις και υπό τον έλεγχο της εκάστοτε Διοίκησης τούτου και των εντεταλμένων του οργάνων και υπαλλήλων.

Ότι η ενάγουσα υπόκειτο στο διευθυντικό δικαίωμα του εναγομένου ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της, εργασίας της, χωρίς καμία δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλίας ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων της, τον χρόνο και τόπο άσκησης τούτων αδιαλείπτως. Ότι το εναγόμενο απασχολούσε με τα ίδια καθήκοντα και άλλους υπαλλήλους, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, από τους οποίους δεν διαφοροποιούσε την ενάγουσα ως, προς τους όρους και τις συνθήκες παροχής της εργασίας της.

Ότι η ενάγουσα καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω εν τοις πράγμασι εργασιακών της σχέσεων με το εναγόμενο εργαζόταν αδιαλείπτως και σύμφωνα με το απαιτούμενο ωράριο εργασίας συναπτώς και χωρίς διακοπή, ακόμη και όταν δεν υπήρχε σχετική απόφαση του εναγομένου κατά τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα για την έγγραφη ανανέωση του χρόνου διαρκείας εκάστης επίδικης συμβάσεως εργασίας της.

Ότι η λειτουργία του εναγομένου συνδέεται άμεσα και με την ένδικη εργασία της ενάγουσας, διότι οι ανάγκες που εξυπηρετούσε και η φύση της εργασίας της δεν ήταν εποχιακές, αλλά κάθε έτος και για ολόκληρο το έτος. Ότι οι υπηρεσίες, συνεπώς, που προσέφερε η ενάγουσα κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του εναγομένου και όχι πρόσκαιρες, ούτε κάθε φορά προσλαμβανόταν, για να αντιμετωπιστεί κάποιο έκτακτο ή απρόβλεπτο γεγονός.

Ότι ο χρονικός περιορισμός των προμνημονευομένων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της ενάγουσας δεν δικαιολογείται ούτε από την φύση των υπηρεσιών που αυτή παρείχε, ούτε από την φύση των καλυπτόμενων από την εργασία της συνθηκών και αναγκών του εναγομένου, οι δε προπεριγραφόμενες συμβάσεις ήταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και κατ' επίφαση μόνον φέρονται ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, λαμβανομένων υπ' όψιν των συνθηκών, του τόπου, του χρόνου και του αποτελέσματος και ιδίως το αντικείμενο, την χρονική διάρκεια και την φύση της παρεχόμενης εργασίας, στα οποία απέβλεπαν οι διάδικοι.

Ότι οι ένδικες συμβάσεις της ενάγουσας, εν όψει και του χρόνου ενάρξεώς τους από το έτος 2000, είναι άκυρες ως προς τον χρονικό τους περιορισμό και συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί η απαγόρευση της σύναψης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920 στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Με τα περιστατικά αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.

4.Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως, προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν οι επίδικες συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και της αναιρεσίβλητης, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, τον χαρακτήρα, της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εξ αρχής, ήτοι από τις 15-09-2000, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.

Και τούτο, διότι το Εφετείο δεχόμενο την κατάρτιση έγγραφων συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεκάμηνης χρονικής διάρκειας από 15-9-2000 έως 15-7-2001, από 11-9-2002 έως 10-7-2003 και τη με βάση αυτές παροχή εργασίας στο εναγόμενο, δέχεται, ακολούθως, αντιφατικώς προς τα ανωτέρω ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη από της προσλήψεως στις 15-09-2000 μέχρι τις 12-07-2006 παρείχε ανελλιπώς την εργασία της χωρίς ενδιάμεσα διαστήματα διακοπής, χωρίς να αιτιολογεί περαιτέρω ειδικώς και επαρκώς την κρίση, ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε εργασία και για το μεγάλο χρονικό διάστημα των 14 μηνών που μεσολαβούσε μεταξύ των δυο πρώτων εγγράφων συμβάσεων και με ποια σχέση, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι επίδικες συμβάσεις της αναιρεσίβλητης ήταν διαδοχικές και συνακόλουθα ότι συνέτρεχαν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις ώστε να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούσαν εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, o δεύτερος λόγος, της αναιρέσεως, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται παραβίαση των ανωτέρω με αρ.3 της παρούσας ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος όπως και ο τρίτος κατά το μέρος που αποδίδεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 11 πδ 164/2004 είναι προεχόντως απαράδεκτοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις ως άνω διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν.

5. Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), τα οποία θα καθορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 2496/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο τριακόσια (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ